Γλυκό και τραγανό σαν καραμέλα…

Καλό μήνα! Μου πήρε κάμποσες μέρες να γράψω, αλλά ο Οκτώβριος ήταν μήνας κοσμοϊστορικών αλλαγών και το πρόγραμμά μου άλλαξε ριζικά.
Η τραγικότερη αλλαγή ήρθε μετά από μια σειρά αιματολογικών εξετάσεων (τότε έρχονται όλες οι τραγικές αλλαγές), όπου αποκαλύφθηκε ότι στις φλέβες μου πλέον δεν κυλούσε αίμα, αλλά ganache σοκολάτας.
Μετά από δεκαετίες κραιπάλης με ντόνατς κανέλας, κρουασάν, σοκολάτες, πατατάκια, παγωτά, μπανόφι, πάστες, μπισκότα και κρέμες είχα καταφέρει, επιτέλους, να εισέλθω κι εγώ, μετά βαΐων και κλάδων, στις τάξεις του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2!

Εν τω μεταξύ, όταν παρέλαβα τις εξετάσεις -ως γνήσιος άσχετος με το αντικείμενο της Ιατρικής και της αυτοσυντήρησης, γενικότερα- θεώρησα ότι το έντονο 225 που φαινόταν στην τιμή της γλυκόζης ήταν απλώς «λίγο τσιμπημένο» και θα έστρωνε με καμιά βδομαδούλα αποχής από τα γλυκά.

Πού να φανταστώ ότι ήμουν ένα ντόνατ μακριά από το να εκραγώ σαν πινιάτα και να πεταχτούν παντού τριγύρω χιλιάδες jelly beans; (Τα οποία μετά θα τα ξανάτρωγα, διότι τόσο βουβάλα είχα γίνει.)

Το φαντάστηκε ο γιατρός μου, όμως, ο οποίος εκτός από γιατρός τυχαίνει να είναι και φίλος, οπότε με άρχισε στα μπινελίκια. Μετά είδε και τα τριγλυκερίδιά μου (τα οποία, παρεμπιπτόντως, επίσης μου φάνηκαν λίιιιγο τσιμπημένα, ασχέτως αν η τιμή ήταν 599 με φυσιολογικό το ΚΑΤΩ ΤΟΥ 150!) και κόντεψε να με χαστουκίσει στη μούρη με το ασύρματο πληκτρολόγιο. Διότι, αν στις φλέβες μου έρρεε ganache, τότε στις αρτηρίες -με 600 τριγλυκερίδια- είχε κατασκηνώσει η μισή Βάρη σε ξύγκι, μαζί με τους τσολιάδες-κράχτες. Βασικά, ήμουν ένα θαύμα της Ιατρικής, διότι για πεθαμένος φαινόμουν μια χαρά!

Παρόλα αυτά, μου έδωσε κι ένα ελαφρυντικό. Οι γονείς μου έχουν αμφότεροι θέμα με το σάκχαρο, οπότε είχα ήδη την προδιάθεση. Μαζί με την προδιάθεση, όμως, εγώ τσίμπησα και το πλήρες σετ του γονιδίου, ενώ το γεγονός ότι δεν είχα αφήσει γλυκό για γλυκό σε απόσταση εικοσιπέντε χιλιομέτρων χωρίς να το καταπιώ αμάσητο, δεν βοήθησε και πολύ την κατάσταση. Οπότε, αντί να μου σκάσει ο διαβήτης στα 70, ήρθε τριάντα χρόνια νωρίτερα για να μου θυμίσει ότι τα πάντα ρει, η ζωή τελειώνει, τι-είναι-ο-άνθρωπος-ένα-τίποτα-είναι κι όλα τα ωραία, γενικότερα, τελειώνουν με κλάματα, χάπια, νοσοκομεία και μια κάσα από ξύλο βελανιδιάς, ενίοτε.

Μέσα σε ένα εικοσάλεπτο, φυσικά, είχαν γραφτεί εξετάσεις και συνταγές, είχα αγοράσει χάπια, βελόνες, ταινίες και εξοπλισμό από το φαρμακείο και άκουγα με φρίκη ποια θα ήταν στο εξής η νέα μου πραγματικότητα…
Ζάχαρες, μέλια, σιρόπια και λοιπά γλυκαντικά θα τα έβλεπα πλέον μόνο με κυάλια. Για την ακρίβεια, η σχέση μου με τα γλυκά θα ήταν πλέον τόσο στενή, όσο και η σχέση μου με το εμπλουτισμένο ουράνιο: μακριά κι αγαπημένοι! Πεινάς; Φάε φρούτο. Έχεις λιγούρα; Φάε φρούτο. Νιώθεις μια αδυναμία; ΦΑΕ ΕΝΑ &^$&#* ΦΡΟΥΤΟ ΟΣΟ ΘΑ ΚΛΑΙΣ ΜΕ ΛΥΓΜΟΥΣ, ΚΩΛΟΧΟΝΤΡΕ! 

Αλλά δεν ήταν μόνο η ζάχαρη! Έπρεπε να πέσουν και τα τριγλυκερίδια, τα οποία είχαν ανέβει σε τόσο αστρονομικά επίπεδα που κόντευαν να τρακάρουν με το Tesla Roadster του Elon Musk. Κάθε απαγόρευση ήταν και ένα ηχηρό χαστούκι στα μούτρα: τέλος όλα τα σφολιατοειδή για πρωινό (πλατς!), όλα τα τηγανητά (πλατς!), τέλος όλα τα λιπαρά (πλατς!), τέλος τα ζυμαρικά (πλατς!), τέλος το χοιρινό, τα σουβλάκια, οι πίτσες, τα κίτρινα τυριά (πλατς, μπλοφ, παφ!), τέλος το μπέικον. ΤΟ ΜΠΕΪΚΟΝ! Στο εξής μόνο βραστά, πράσινες σαλάτες και κάνα ψητό κοτόπουλο χωρίς την πέτσα.

Αυτή, φυσικά, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι Διότι μπορεί να μου κόψεις τις ζαμπονοτυρόπιτες, τις πάστες, τα τηγανητά, τα ψωμιά, τα λίπη και το μπέικον, αλλά στην ψητή πέτσα από το κοτοπουλάκι πατάω πόδι! Οπότε ο διάλογος με τον γιατρό στο iMessage 1-2 μέρες αργότερα, εξελίχθηκε ακριβώς έτσι:

ΓΙΑΤΡΟΣ: Θα βρεις τους ρυθμούς σου.
Κ ο τόνος είναι ωραίος στη σαλάτα.
Κ το ψητό κοτοπουλάκι ΧΩΡΙΣ την πέτσα.
ΕΓΩ: Πέτσα δεν βγάζω, θα την τρώω όλη!
ΓΙΑΤΡΟΣ: Κ καλαμάκι κοτόπουλο.
ΕΓΩ: Θα τρώω μόνο πέτσα.
ΓΙΑΤΡΟΣ: Δεν πρέπει.
ΕΓΩ: ΠΕΤΣΑ!
ΓΙΑΤΡΟΣ: ΕΧΕΙΣ ΤΡΙΓΛΥΚΕΡΙΔΙΑ
ΕΓΩ: Όμορφη, γευστική πέτσα!
ΓΙΑΤΡΟΣ: ΔΕΣ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΤΙ ΠΑΘΑΙΝΕΙΣ ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΠΑΝΩ
ΑΠΟ 500 ΤΡΙΓΛΥΚΕΡΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΛΑ ΚΛΑΨΕ
ΕΓΩ: ΠΕΤΣΑ!!!!
ΓΙΑΤΡΟΣ: Εγω φταίω που δεν στα έχω πει για να μη σε τρομάξω!
ΕΓΩ: Θα μου τα έλεγες όσο θα έτρωγα αργά μια ψητή πέτσα.
Κοιτώντας σε στα μάτια.

Μετά την πρώτη κρυάδα, φυσικά -κι αφού κατάφερα να συμφιλιωθώ και με το γεγονός ότι πέρα από όλα τα άλλα, θα έπρεπε να τρυπιέμαι μονάχος μου και στο δάχτυλο δυο φορές τη μέρα (αγαπώ τις βελόνες όσο και τον ανασκολοπισμό), αποφάσισα ότι μια ζωή με ακρωτηριασμένα πόδια είναι ομολογουμένως κάπως χειρότερη από μια ζωή χωρίς γλυκό κάθε μέρα.
Τρεις βδομάδες μετά έχω ρυθμίσει σχεδόν το σάκχαρό μου, έχω αλλάξει τρόπο ζωής και διατροφικές συνήθειες και είμαι ζωντανή απόδειξη ότι τα πάντα γίνονται όταν το πάρεις απόφαση.

Πάντως, η αυστηρή δίαιτα είχε και ένα θετικό: έχασα ήδη 6 κιλά κι έχουν αρχίσει να μου κάνουν πάλι κάτι παντελόνια που επί μια δεκαετία απλώς τάιζαν τους σκώρους στη ντουλάπα. Μπορεί να λιμοκτονώ, αλλά το κάνω με κομψότητα! Μέχρι τη μέρα, δηλαδή, που δεν θα καταφέρω να κρατηθώ, θα φάω μονοκοπανιά ένα καζάνι μακαρόνια με μαγιονέζα, λιωμένο τυρί και μπέικον και θα με βρούνε τέζα στο πάτωμα, με την κοιλιά τούμπανο κι ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη!

Advertisements

Ελλάδα, χώρα του φωτός! 003

Η δική μου η μπατρίδα, του μπολιτιζμού κοιτίδα!

Ο μέσος Έλληνας είναι ανοιχτός στο ενδεχόμενο να μένει δίπλα του κάποιος έμπορος ναρκωτικών, ένας μαστρωπός, ο Τζέισον Βόρχες, μια αγέλη από πεινασμένες ύαινες, ο Στέφανος Χίος, συγκρότημα death metal που κάνει πρόβα κάθε νύχτα ή ο δαίμονας Παζούζου.
Γκέι ή ιμάμης να μην του τύχει για γείτονας και όλοι οι άλλοι καλοδεχούμενοι!

  • Για εισβολή εξωγήινων: 2 στους 4
  • Για αύξηση στην τιμή της βαφής μαλλιών: 3 στους 5
  • Μήπως μας ψεκάζουν: 8 στους 10
  • Για το κακό μάτι: 4 στους 4, πάμε για πέναλτι

  • Μεταφέρουν τη μαύρη πανώλη: 2 στους 3
  • Θυσιάζουν βρέφη στον Σατανά: 3 στους 4
  • Αυξάνουν τον κίνδυνο κατολισθήσεων: 4 στους 10
  • Μεγαλώνουν τις ουρές στα Mikel: 1 στους 3

(Για την ώρα, μόνο φόβους βλέπουμε. Οι αρχές και οι αξίες αργούν να εμφανιστούν;)

(Κατά φωνή και οι αξίες…)

Το 81% είναι της κάστας: “για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία, κλωτσάμε και κάνα κεφάλι μέσα από τζαμαρία“.

Το 21% είναι αυτό που θεωρεί πως αν σε πονάει το κεφάλι, η καρδιά ή φτύνεις πηχτό αίμα φταίει που είσαι ματιασμένος, ενώ αν πέσεις στο πάτωμα με σπασμούς, είναι μάλλον δαιμόνιο -η επιληψία είναι μύθος των άθεων επιστημόνων για να πλουτίζουν από τα φάρμακα.

Μεγάλο το ποσοστό των ευτυχισμένων. 
Ίσως την επόμενη φορά να δοκιμάσουν να κάνουν το δημοψήφισμα και σε άλλες περιοχές, πέρα από Κηφισιά, Εκάλη και Φιλοθέη.

Έμαθα πως είσαι μάνγκα…

ΣΟΚ!!!1 Το Υπουργείο Παιδείας και οι Εισαγγελικές Αρχές της χώρας ανακάλυψαν το Death Note 15 χρόνια μετά τη δημιουργία του και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου -ο οποίος ξεκίνησε να χτυπάει πρώτη φορά στην Ελλάδα όταν έσκασε το Τσερνόμπιλ κι από τότε δεν έχει σταματήσει καθόλου.

Εκπρόσωποι του Υπουργείου και της Εισαγγελίας δηλώνουν τον αποτροπιασμό τους για το περιεχόμενο της σειράς, το οποίο περιστρέφεται γύρω από έναν νεαρό που θέλει να σώσει τον κόσμο, σκοτώνοντας όλους τους κακούς μέσα από ένα ημερολόγιο με υπερφυσικές δυνάμεις.
«Πού ακούστηκε να σκοτώνεις τους κακούς με ένα σημειωματάριο; Πού είναι οι σωστές νομικές διαδικασίες, η δίκαιη εκπροσώπηση του φερόμενου ως ενόχου, η ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό του; Οι κακοί πρέπει να τιμωρούνται από τη Δικαιοσύνη!» δήλωσε φανερά συγχισμένο ανώτατο στέλεχος του Αρείου Πάγου, καίγοντας ταυτόχρονα σε έναν μεταλλικό κάδο φακέλους της υπόθεσης Noor1.

Πανικός επικρατεί ήδη σε όλες τις σχολικές μονάδες της χώρας, καθώς -σύμφωνα με πρόσφατη σφυγμομέτρηση- το Death Note έχει αναχθεί πλέον στο μείζον πρόβλημα των εκπαιδευτικών. Ακολουθούν πιο ασήμαντες ανησυχίες, όπως οι τεράστιες ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό και οι υποτυπώδεις υποδομές σε όλα τα σχολικά συγκροτήματα -διότι ποιος χέστηκε αν κάνεις μάθημα μέσα σε container, όταν έχεις να αντιμετωπίσεις την τεράστια απειλή ενός μαγικού σημειωματαρίου κινουμένου σχεδίου; Μαθητές που γράφουν χαζογελώντας στα σημειωματάριά τους το όνομα του μαθηματικού ελπίζοντας να ψοφήσει;;; – Ω, ΘΕΕ ΜΟΥ, Η ΑΠΟΚΤΗΝΩΣΗ!

Το γνωστό μάνγκα και μετέπειτα άνιμε -δύο λέξεις που κανένα στέλεχος της Εισαγγελίας δεν έχει ακούσει ποτέ, προφανώς- έχει ήδη προκαλέσει σάλο σε πολλές χώρες του εξωτερικού. Καμιά δεκαετία πριν, που ήταν επίκαιρο, διότι ο υπόλοιπος πλανήτης κινείται στο κανονικό χωροχρονικό συνεχές και όχι στο δικό μας.
Μέσα στην ερχόμενη εβδομάδα αναμένεται και επίσημη υπουργική απόφαση που θα απαγορεύει οριστικά την προβολή κάθε ιαπωνικού καρτούν στην ελληνική τηλεόραση. «Έπρεπε να είχαμε ξεκινήσει με τα διαολεμένα τα Πόκεμον!» δήλωσε υπάλληλος του Τμήματος Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης. «Ξεκίνησαν ολόκληρη μόδα και τώρα έχουμε γεμίσει με καρτούν με περίεργα μαλλιά και τεράστια μάτια. Πού χωράνε τόσο μεγάλα μάτια σε τόσο μικρό κρανίο; Δεν βγάζει νόημα!»

Το θέμα, πάντως, έχει ξεφύγει από τον στενό κλοιό των εκπαιδευτικών κι έχει προκαλέσει ανησυχία και στην κοινή γνώμη. Ήδη, συστήνεται κλιμάκιο του Ιερού Λόχου που θα κάνει πορεία διαμαρτυρίας στην ιαπωνική πρεσβεία, κρατώντας πλακάτ με συνθήματα όπως: «Ιερώνυμε, σώσε μας από τα άνιμε», «Το σωστό τσιμπούσι δεν γίνεται με σούσι», «Δεν ξεχνάμε το Περλ Χάρμπορ», «Κάτω το Ντεθ Νότε» και «Γιου Γκι Ο, τσιράκι του Εξαποδώ» (αυτό τους είχε ξεμείνει από το προηγούμενο άνιμε που απειλούσε τα χρηστά ήθη).

Το κλιμάκιο του Ιερού Λόχου, το οποίο θα αποτελείται από τον μουφοπατέρα Κλεομένη, την Ελένη Λουκά, δυο παλιοημερολογίτισσες καλόγριες, τρεις μουσάτους φοιτητές θεολογίας, την κυρία Μαρούσκα από την Ουκρανία, έναν μεθυσμένο που πήγε για το νταβαντούρι και έξι ξύλινους εσταυρωμένους ύψους 50 εκατοστών, αναμένεται να φτάσει έξω από την ιαπωνική πρεσβεία στο Χαλάνδρι, το μεσημέρι. Αφού ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο και το απολυτίκιο του Αγίου Κυπριανού, προστάτη από κάθε είδος μαγείας, θα συνεχίσουν με το τελετουργικό κάψιμο οριγκάμι μπροστά στην είσοδο της Πρεσβείας και το ράντισμα του περιβάλλοντα χώρου με αγιασμό από το μοναστήρι της Παναγιάς Προυσιώτισσας.

Η αδελφή Χαριτίνη -η οποία είχε παρευρεθεί και στον πρόσφατο εξορκισμό του σατανικού γλυπτού Phylax στο Παλαιό Φάληρο– δήλωσε φανερά ανήσυχη για την έξαρση των σατανιστικών, παγανιστικών και νεοεποχιτικών δοξασιών στη χώρα μας και θυμάται μια εποχή πιο απλή, που το μόνο πράγμα που απειλούσε τα παιδιά της χώρας στο σχολείο ήταν η μηνιγγίτιδα.
«Όταν μάθαμε στο μοναστήρι για την ύπαρξη αυτού του εκφυλισμένου μικιμάου, αμέσως τελέσαμε παράκληση στον Άγιο Ασύγκριτο -μεγάλη η χάρη Του», δήλωσε και μετά έκανε εξηνταεφτά μετάνοιες, μέχρι που έπεσε σε τρανς και άρχισε να κυλιέται στο πάτωμα με σπασμούς και γλωσσολαλιά.

Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών έχει συντάξει μια λίστα με περισσότερες σύγχρονες απειλές για τα παιδιά και τους εφήβους. Ανάμεσά τους είναι το αμερικανικό σίριαλ Χάνα Μοντάνα, οι τσίχλες-τσιγάρα, το ροκ εντ ρολ, το περιοδικό Βαβούρα και οι βιντεοταινίες του Στάθη Ψάλτη.

Ελλάδα, χώρα του φωτός! 002

Στο ίντερνετ είμαστε όλοι ειδικοί, για όλα!

Φταίνε οι ξένοι!

Έρχονται οι αλλοδαποί στη χώρα μας και μας παίρνουν ακόμα και το μπούλινγκ!

Φταίει η άσωτη ζωή!

Το μόνο που σου χρειάζεται για να επιζήσεις είναι ανόθευτος Ιησούς (χωρίς παπαδαριό, θρησκεία και άλλες προσμίξεις), η Βίβλος και μια ήσυχη γωνία για να τη διαβάζεις μέχρι να πεθάνεις από ασιτία. Δεν έχεις χρόνο να πέσεις θύμα bullying όταν η ζωή σου είναι αφιερωμένη στον Κύριο.

Φταίει η Ευρωπαϊκή Ένωση!

Παιδιά, ο Νίκος ξέρει. Bullying υπήρχε από πάντα, αλλά τώρα τελευταία έγινε της μόδας για να βγάζουν φράγκα οι σχολές αντι-bullying, οι οποίες χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά κονδύλια. Σταματήστε την αλυσίδα της βίας και την ασύδοτη κονόμα εις βάρος των μαλθακών παιδιών μας! Ξύλο πάλι στα κρυφά, όπως τα παλιά, καλά χρόνια!

Φταίει η ταξική ανισότητα!

Όταν έχεις τόσο άπαιχτες επαγωγικές ικανότητες, ώστε αρκεί μόνο ένα άρθρο για να καταλάβεις αμέσως ποια ήταν η ψυχολογική κατάσταση του θύματος, η ψυχοσύνθεσή του, η οικογενειακή κατάσταση, τα ανομολόγητα μυστικά της οικογένειας και το εισόδημα που δήλωσαν η μάνα και ο πατέρας για το 2017. ΠΟΙΟΣ ΣΕΡΛΟΚ;;;

Φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ!

Δεν θα μας ρίξετε στάχτη στα μάτια τώρα, αναρχοάπλυτοι συριζαίοι! Το παιδί αυτοκτόνησε επειδή δεν μπορούσε να αγοράσει το νέο iPhone… ΚΑΤΩ ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΠΕΙΝΑΣ!

Φταίει τ… ΩΠΑ, ΠΙΣΙΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;;;

Φίλε, δεν βγήκες απλώς εκτός θέματος. Βγήκες και εκτός ηλιακού συστήματος.

Φταίει ο έρωτας, για ό,τι μου συμβαίνει!

Όσοι έχουν φίλους και κολλητές, άλλωστε, αυτοκτονούν μόνο αν φάνε χυλόπιτα. Ψυχολογία ρομαντικής κομεντί του 1993.

Φταίει το BITAM SOFT!

Πάντα υπάρχει κι ένας σκατόψυχος στην παρέα! Αχ, εντελώς τυχαία ξέχασα να σβήσω το mail του. Ελπίζω να έχει άμεση ανάγκη από viagra και επιμήκυνση πέους, διότι κάτι μου λέει ότι θα λάβει σύντομα άπειρες προσφορές…

Φταίνε οι φωνές που άκουγε!

Ο Καρλ Γιουνγκ του Διαδικτύου έβγαλε αγόγγυστα το πόρισμα. Το παιδί έπασχε από ΟΛΑ τα ψυχικά νοσήματα. Αυτό που όλοι έχουν εδραιωμένη άποψη γύρω από τους λόγους για τους οποίους αυτοκτονεί κάποιος, από πού πηγάζει; Από τα έξι χρόνια που έχουν σπουδάσει Ψυχολογία μέσω Google;

Ναι, αλλά για τη Μαρφίν δεν λέτε τίποτα!

Ο μεγάλος νικητής του Βραβείου “Πιο Εκτός Τόπου και Χρόνου Σχόλιο” είναι ο τύπος που κατάφερε ακόμα κι εδώ να κολλήσει τη Marfin, τη 17 Νοέμβρη και τον Αντώνη Σαμαρά! Το ίντερνετ υποκλίνεται στο μεγαλείο σου, άρχοντα!

Ο Μεγαλύτερος Μαραθώνιος που Έχει Γίνει για Ηλεκτρονική Συσκευή Ever!

Αν ήρθες μόλις τώρα στην παρέα μας, διαβάζεις πρώτα εδώ!

Έπρεπε να πάρω το πεθαμένο μου iPad και να το πάω πίσω στο κατάστημα, το οποίο βρισκόταν στο River West, το οποίο River West -με τη σειρά του- βρισκόταν σε εκείνα τα σημεία του χάρτη που σπάνια κοιτάζω, διότι μου πέφτουν μακριά και είμαι τεμπέλης.
Τόσο τεμπέλης, που στην αρχή σκέφτηκα να μην το πάω εκεί, αλλά σε ένα οποιοδήποτε κατάστημα που επισκευάζει ηλεκτρονικά -και ας πλήρωνα.
Βέβαια, εκτός από τεμπέλης είμαι και αρχιτσιγκούναρος και σιγά μην έδινα λεφτά για κάτι που ήταν ακόμα στην εγγύηση, οπότε γέμισα το σακίδιο μου με τρόφιμα, νερό και φωτοβολίδες και ξεκίνησα το Μεγάλο Ταξίδι.

Εντάξει, έχω ξαναπάει εκεί κάτω στην ξενιτιά, διότι έχω κάνει κάτι εξορμήσεις και στα ΙΚΕΑ, όπου δεν άφησα κερί για κερί. Έπρεπε να πάρω το λεωφορείο. Μετά να πάρω το μετρό. Μετά να πάρω άλλο ένα μετρό. Και μετά να περπατήσω κάνα εικοσάλεπτο. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι τα River West έχουν και βανάκι που ξεκινά από το μετρό του Αιγάλεω, αλλά εκτός από τεμπέλης και τσιγκούνης είμαι και ανυπόμονος (κελεπούρι είμαι!) και σιγά μην καθόμουν να περιμένω με την πλέμπα. Θα πήγαινα με τα πόδια. Για να μην πολυλογώ: περίπου τέσσερα λεπτά αργότερα, το δεξί μου νεφρό ούρλιαζε από αγωνία κι εγώ ιδρωκοπούσα σαν την ετοιμόγεννη γουρούνα μέσα στο λιοπύρι -διότι όλο τον Ιούνιο βρέχει, όταν βγήκα εγώ έξω έπεσε η ξηρασία…

Το highlight της πορείας ήταν όταν πέρασε το βανάκι του River West από δίπλα μου κουνάμενο-συνάμενο και κλιματιζόμενο, ενώ ήμουν ακόμα στα μέσα της διαδρομής, και ευχήθηκα να το καταπιεί καμιά καταβόθρα…

Κάνα μισάωρο αργότερα έφτασα αναψοκοκκινισμένος και μούσκεμα στο εμπορικό κέντρο. Μπήκα στο κατάστημα και με υποδέχτηκε ο υπάλληλος με την αγουροξυπνημένη εγκαρδιότητα νυσταγμένης ύαινας.
Του εξήγησα την κατάσταση με λεπτομέρειες -οι οποίες δεν έδειξαν να τον απασχολούν, καθώς πήρε απλώς το iPad και έψαξε τον σειριακό αριθμό για να δει αν ήμουν ακόμα στην εγγύηση. Ήμουν, ασφαλώς, οπότε ξίνισε τη μούρη που ο πρώτος υπάλληλος της μέρας ήταν ο παλιοφτηνιάρης. Και ο τελευταίος, μάλλον, διότι το μόνο που κουνιόταν πλέον μέσα στο κατάστημα ήταν ο σκελετός του προηγούμενου υπαλλήλου του μήνα, ο οποίος είχε κρεμαστεί από τη λάμπα με ένα καλώδιο Macbook (λιανική τιμή γύρω στα διακόσια ευρώ…)

Anyway, o ξινός με ενημέρωσε ότι θα προωθούσαν τη συσκευή μου στην Info Quest (εκεί που είχαν πάει και τον υπολογιστή μου και για να τον ξαναδώ έπρεπε να του στείλω πακέτο με τη Βίκυ Χατζηβασιλείου) και θα το έπαιρνα πίσω σε 10 με 12 εργάσιμες ή όταν θα έβγαινε το επόμενο Star Wars ξερωγώ. Αναμενόμενο! Στη συνέχεια, όμως, μου πρότεινε να το πάω ο ίδιος στο service, διότι έτσι μπορεί να γλίτωνα και 3-4 εργάσιμες και να το έπαιρνα νωρίτερα. (Μετάφραση: «Βαριόμαστε τη γραφειοκρατία, δεν το πας εσύ μόνος σου να τελειώνουμε; Μπορεί να το πάρεις πίσω νωρίτερα. Αν παγώσει η Κόλαση!»)

Είπαμε: είμαι ανυπόμονος. Οπότε αν υπήρχε η πιθανότητα να γλιτώσω μερικές μέρες (δεν υπήρχε), γιατί να μην το πήγαινα εγώ; Ρώτησα, λοιπόν, τον τύπο αν ήταν κοντά η Info Quest, διότι αν ήταν σε κάνα Χαλάνδρι, σιγά μην πήγαινα -θα του πετούσα το iPad στον πάγκο και θα έβγαινα από το κατάστημα με ανάποδες κωλοτούμπες. «Είναι πολύ κοντά από δω, ένα χιλιόμετρο περίπου, όλο ευθεία θα πάτε και είναι μετά το Allou, μπροστά σας!» απάντησε εκείνος (προφανώς νομίζοντας ότι είμαι με αυτοκίνητο) και με έπεισε. Τι διάολο; Τα καλοκαίρια στην Ικαρία κάνω 10 χιλιόμετρα πηγαινέλα για βόλτα, στο 1 χιλιομετράκι θα κολλούσα;

Fast forward: άλλο ένα μισάωρο αργότερα, βρίσκομαι κορακιασμένος, κάθιδρος και φρικαρισμένος κάπου σε μια ερημιά, με κάτι γήπεδα, χωράφια, στάνες και το παρατημένο εργοστάσιο που έσφαζαν τους τουρίστες στην ταινία Hostel… Όπως αποδείχθηκε, το ένα χιλιόμετρο ήταν περίπου δύο με τρία και μετά το Allou ο δρόμος τέλειωνε απότομα και έσκαγες σε μια διασταύρωση. Έκατσα σε μια σκιά, κάτω από ένα μισοπεθαμένο δέντρο με χτικιάρικα, γκριζωπά φύλλα και άρχισα να ψάχνω στο Google για να δω πού στα τσακίδια ήταν η Info Quest. Βρήκα την οδό, την πέρασα στους χάρτες, έβαλα και οδηγίες και άρχισα να πηγαίνω όπου μου έδειχνε το βελάκι.

Στο περίπου, δηλαδή, διότι το βελάκι μου έλεγε να περάσω μέσα από κάτι φράχτες και μαντρότοιχους, λες και ήμουν ο Vision.

Τέλος, έφτασα σε μια περίεργη διασταύρωση, όπου έρχονταν δρόμοι από κάθε μεριά κι από τους δρόμους έρχονταν νταλίκες και φορτηγά και εγώ καθόμουν με το κινητό στη μούρη και περιστρεφόμουν σαν το εστιατόριο του Μπουρτζ Αλ Αράμπ, προσπαθώντας να δω πού στα κομμάτια έδειχνε το βελάκι στο GPS.

Δέκα λεπτά αργότερα βρισκόμουν, επιτέλους, στο κτίριο του Service -που και η Μόρντορ να ήταν, πιο εύκολα θα έφτανα. Εξιστόρησα ασθμαίνοντας σε μια υπάλληλο τη φρίκη που έζησα με το iPad, φροντίζοντας να τονίζω ανά τακτά διαστήματα ότι χάλασε μόνο του, διότι την είδα τη μουλωχτή που το ψηλάφιζε για χτυπήματα και γρατζουνιές! Μου ζήτησε διάφορα στοιχεία, με έβαλε να ξεκλειδώσω την Εύρεση με τον κωδικό μου, μάλλον για να της αποδείξω ότι δεν ήταν κλεμμένο, ή για να μην μπορώ να το βρω αν αποφάσιζε να το κλέψει εκείνη, ξερωγώ, με έβαλε και υπέγραψα και διάφορα χαρτιά και με ενημέρωσε ότι αν διαπίστωναν πως ευθυνόμουν εγώ για τη βλάβη, θα χρεωνόμουν και τον έλεγχο και το ανταλλακτικό. Παραλίγο να της ανταπαντήσω: «Τι λες, μωρή, που τα μισά προϊόντα που διακινείτε διαλύονται μόνα τους, ακόμα και αν τα κοιτάξεις απότομα;», αλλά συγκρατήθηκα, διότι θα έπαιρνα το iPad πίσω στα εγκαίνια του μετρό Θεσσαλονίκης

Μετά με ενημέρωσε ότι όταν θα ήταν έτοιμο θα μου ερχόταν μήνυμα στο κινητό, μια μέρα πριν την παράδοση. Το ποια μέρα θα ήταν αυτή το αφήσαμε τελείως στο φλου, φυσικά. Κάπου μέσα στον 21ο αιώνα. «Θέλετε να σας το στείλει courier στο σπίτι ή να το παραλάβετε από εδώ;» με ξαναρώτησε και παραλίγο να ξεσπάσω σε υστερικά γέλια. Σιγά μην ξαναπατούσα εκεί χάμω, μέσα στις ερημιές και τα χαλάσματα -που μόνο τον Μαντ Μαξ δεν είχα πετύχει στη διαδρομή! Courier, φυσικά!

Ξεκίνησε, λοιπόν, η φρίκη της επιστροφής. Έπρεπε να κάνω τώρα την ανάποδη διαδρομή, πάλι μέσα στον καύσωνα, να επιστρέψω στο River West και να πάρω από εκεί το βανάκι τους. Διπλά κορακιασμένος, διότι, φυσικά, δεν υπήρχε ούτε ένα περίπτερο, ψιλικατζίδικο ή, έστω, νερολακούβα στο ενδιάμεσο. Μισή ώρα αργότερα και με τις σόλες των παπουτσιών να έχουν ενσωματωθεί στις πατούσες, καθόμουν μέσα στο βανάκι και είχα στρέψει όλα τα κλιματιστικά να βαράνε τη μούρη μου. Τέλος καλό, όλα καλά!

Δέκα μέρες αργότερα, κι ενώ είχα ήδη αρχίσει να χάνω τις ελπίδες ότι θα ξανάβλεπα το iPad μέσα στο 2018, έσκασε μήνυμα στο κινητό ότι η επισκευή είχε ολοκληρωθεί και η συσκευή ήταν έτοιμη για δωρεάν παράδοση! Το επόμενο πρωί κάλεσα στο τμήμα εξυπηρέτησης (Χα!) της Info Quest, για να ρωτήσω τι ώρα να περίμενα τον κούριερ. Η υπάλληλος έψαξε τον κωδικό του παραστατικού στο σύστημα και με ενημέρωσε ότι η συσκευή έχει δηλωθεί για παραλαβή από το κατάστημα…

Φριχτά οράματα με την Τίνα Τάρνερ στο Thunderdome άρχισαν να χορεύουν μπροστά στα μάτια μου, στη σκέψη ότι έπρεπε να ξαναπάω εκεί!

«Αποκλείεται» της είπα «διότι με ρώτησε η υπάλληλος και της είπα να παραδοθεί με κούριερ!»
«Κι όμως, εδώ δείχνει ότι έγινε αλλαγή και ζητήθηκε να γίνει παραλαβή από το κατάστημα!» με ενημέρωσε πάλι η τύπισσα, όσο εγώ προσπαθούσα να συγκρατηθώ και να μην της βρίσω το σόι εφτά γενιές πίσω και άλλες εφτά μπροστά, διότι προφανώς δεν έφταιγε αυτή, αλλά η χαζοβιόλα στο γκισέ του Service που έκανε λάθος. Μετά με ενημέρωσε ότι μπορούσα να το πάρω την επόμενη μέρα με κούριερ και μια μικρή χρέωση κι εγώ την ενημέρωσα με τη σειρά μου ότι θα ξεκινούσα εκείνη τη στιγμή να πάω να το πάρω εγώ. Διότι τώρα ήμουν και ανυπόμονος και ζοχαδιασμένος και αν πετύχαινα την ίδια υπάλληλο στο γκισέ, θα τη χαστούκιζα στη μούρη με το iPad και θα της το ξανάδινα μετά για επισκευή!

Αυτή τη φορά οργανώθηκα καλύτερα. Μπήκα στο ίντερνετ και διάλεξα την πιο βολική διαδρομή με συγκοινωνία προς και από την Info Quest -που το Quest στον τίτλο της είχε αρχίσει να βγάζει πια νόημα, μιας και κάθε συναλλαγή μαζί τους μετατρεπόταν σε κανονική αποστολή!
Μπήκα στο τραμ, το οποίο -ως συνήθως- έζεχνε απο τους ξιπόλιτους λεχρίτες που γυρνούσαν από την παραλία. Κατέβηκα κάπου στις Τζιτζιφιές και πήρα από εκεί ένα λεωφορείο με νούμερο που ούτε είχα ξανακούσει. Σε μια ώρα είχα φτάσει πάλι στο Service, λιγότερο ιδρωμένος και αναψοκοκκινισμένος αυτή τη φορά!

Πήγα στο γκισέ. Η ηλίθια έλειπε, για καλή της τύχη, και καθόταν ένας άλλος υπάλληλος, ο οποίος με υποδέχτηκε χαμογελώντας, ο αφελής! Τον ενημέρωσα ότι ήρθα να παραλάβω ένα iPad, το οποίο κανονικά θα μου ερχόταν στο σπίτι και του έδωσα το παραστατικό. Εκείνος έψαξε το νούμερο στο σύστημα και με ενημέρωσε περιχαρής ότι το iPad βρισκόταν ήδη στο δρόμο ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΥΡΙΕΡ!!! Γουάτ. Δε. Φακ;

Παραλίγο να πάθω αποπληξία. «Ποιον κούριερ, καλέ μου, εδώ μου είπαν ότι έπρεπε να έρθω να το πάρω εγώ επειδή κάποιος ακύρωσε τον κούριερ! Γιατί κουβαλήθηκα ως εδώ πάλι;» Ο υπάλληλος κατάλαβε ότι η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή και κάλεσε κάπου για να του πούνε αν είχε φύγει όντως η συσκευή ή την προλάβαινα (θα έτρεχα πίσω από το φορτηγάκι φωνάζοντας: «Στάσου, μύγδαλα», ας πούμε…) Η συσκευή είχε φύγει. Μετά του έδωσαν ένα άλλο τηλέφωνο για να καλέσει την ACS, στην οποία θα κατέληγε το iPad, αν δεν με έβρισκαν σπίτι μου, ενώ παράλληλα καλούσε και τον οδηγό, οπότε είχε ταυτόχρονα ένα ακουστικό σε κάθε αυτί και κάθε λίγο και λιγάκι μου έλεγε χαζογελώντας: «Με έχουν στην αναμονή και οι δύο!» κι εγώ ήθελα απλώς να του απαντήσω: «Αχ, σκασίλα μου, όμως!»

Του απάντησε ο οδηγός και ο υπάλληλος τον ενημέρωσε ότι: «ο πελάτης έκανε αλλαγή και ήθελε παραλαβή από το κατάστημα και είναι στον δρόμο, οπότε το προϊόν να το πάει μετά στην ACS». Φυσικά, κόντεψα να τον αρπάξω από τα αυτιά και να του κοπανήσω την κεφάλα στο γκισέ μέχρι να ανοίξει το κρανίο του σαν Kinder Έκπληξη, που θα έριχνε και το φταίξιμο πάνω μου ο τρόμπας! Μετά του απάντησαν και από την ACS και του έδωσαν έναν κωδικό. Τέλος, με ενημέρωσε ότι αν μου ερχόταν μήνυμα στο κινητό, ήταν σημάδι ότι ο κούριερ δεν με βρήκε και θα έπρεπε να πάω στην ACS κατά τις 5 να το πάρω μόνος μου με τον κωδικό. «Και αν δεν μου έρθει μήνυμα;» «Εσείς πηγαίνετε πάλι κατά τις 5 να το παραλάβετε, διότι μέχρι τις 4 κάνουν παραδόσεις…» (Χα!)

Ξέχασα συγκοινωνίες και χάρτες και επέστρεψα πάλι μέσα στο λιοπύρι, με τον ίδιο τρόπο όπως τις προάλλες, ενώ σε όλη τη διαδρομή ως το σπίτι κοιτούσα το κινητό για να βεβαιωθώ ότι δεν είχε σκάσει μήνυμα στο ενδιάμεσο. Με τις κατάρες που έριξα στην Info Quest, παίζει να μην έχει μείνει κανείς ζωντανός εκεί μέσα μέχρι το τέλος του χρόνου. Έφτασα στο σπίτι με την κρυφή ελπίδα ότι ο κούριερ δεν είχε περάσει. Πήγε 4 η ώρα, πήγε 4.30 τίποτα. Φυσικά, αφού ο άλλος ο ηλίθιος του είπε ότι ο πελάτης έλειπε, για ποιο λόγο να κάνει άδικα τη διαδρομή; Θα το άφησε στα κεντρικά.

Πάλι έξω και πάλι στο μπιχλοτράμ -για λίγες στάσεις αυτή τη φορά, ευτυχώς, αφού ο Μεγαλοδύναμος με λυπήθηκε και η ACS είναι κοντά στο σπίτι μου και όχι σε κάνα φιορδ στη Νορβηγία!

Μπήκα μέσα στο κατάστημα με την απόγνωση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και ενημέρωσα την κοπέλα για το δράμα που ζούσα από το πρωί. Της έδωσα τον κωδικό, τον έψαξε και με ενημέρωσε ότι το iPad… ήταν με τον κούριερ για παράδοση!!!

Δεν ξέρω αν έχετε βιώσει ποτέ εκείνο το αίσθημα απόλυτης παράδοσης, όπου μετά από μια αλληλουχία χτυπημάτων κάτι σπάει μέσα σου, σε σημείο να μην σου κάνει πια τίποτε εντύπωση και να αποδέχεσαι τα πάντα με την ηρεμία σαολίν μοναχού!
Ε, εγώ το βίωσα τη στιγμή εκείνη. Η υπάλληλος πρέπει να κατάλαβε ότι ήμουν στα πρόθυρα πλήρους κατάρρευσης όλων των ζωτικών μου οργάνων, καθώς έσπευσε να συμπληρώσει ότι ο κούριερ ήταν με το αυτοκίνητο και είχε πολλές παραδόσεις να κάνει, οπότε δεν είχε προλάβει να φτάσει σε μένα…

Ξανά στο μπιχλοτράμ, ξανά πίσω στο σπίτι, όπου έπεσα απλώς στον καναπέ και ευχήθηκα να έρθει η γλυκιά λύτρωση. Μισή ώρα αργότερα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο κούριερ! Ο οποίος περίμενε κάτω στην πόρτα της εισόδου. Όχι, καλέ μου! 40 χιλιόμετρα πηγαινέλα είχα κάνει συνολικά για το ρημάδι, δεν θα περπατούσα ούτε χιλιοστό παραπάνω! «Στον πρώτο!» του φώναξα και τον ανάγκασα να ανέβει εκείνος. Μου έδωσε το πακέτο με το iPad, υπέγραψα, τον ξαπόστειλα και άνοιξα το πακέτο περιχαρής. Ο Μαραθώνιος είχε λήξει αισίως. Μάλιστα, μου έστειλαν ολοκαίνουργια συσκευή -διότι τα έχουν κάνει μασούρι στην Apple και μοιράζουν τα iPad σαν φέιγ βολάν, αντί να επισκευάζουν τα σπασμένα.

Καθόλου δεν με χάλασε! Μου άξιζε κιόλας για όλη την ταλαιπωρία και τον ποδαρόδρομο! Και στον Κηφισό θα ξαναπάω μόνο αν με ξεβράσει εκεί καμιά πλημμύρα από νεροποντή! Βίωσα ήδη το μεταποκαλυπτικό σκηνικό του Mad Max στο πετσί μου, ας ζήσω και αυτό του Waterworld!

byePad

Έχω γράψει πολλές φορές ότι δεν τα πάω καλά με την τεχνολογία -ή, μάλλον, η τεχνολογία δεν τα έχει καλά μ’ εμένα. Τον τελευταίο καιρό, μάλιστα, έχω την εντύπωση ότι παίζει κάποια φάση τύπου Toy Story όποτε λείπω από το σπίτι -μόνο που αντί να ζωντανεύουν τα παιχνίδια, το κάνει η οικοσκευή και συνεννούνται μεταξύ τους οι συσκευές για το ποια θα μου σπάσει τα νεύρα κάθε φορά!

Πριν έντεκα μέρες, για παράδειγμα. κλάταρε το ψυγείο. Πρώτα αποφάσισε ότι στο εξής θα είναι τρακτέρ και το μοτέρ του άρχισε να μουγκρίζει λες και ροβόλαγε την ανηφόρα. Μετά αποφάσισε ότι δεν θα είναι πια ψυγειοκαταψύκτης, αλλά ντουλάπα, οπότε πάπαλα το κρύο. Το άνοιγες και σου έσκαγε στη μούρη ο Σιμούν.
Την ίδια ακριβώς μέρα που μου κούνησε μαντήλι το ψυγείο, άρχισε να κάνει νερά και ο φούρνος, ο οποίος αποφάσισε ότι πλέον θα έχει τη θερμική ισχύ ενός Easy-Bake.
Και την επόμενη μέρα ήρθε το τελειωτικό χτύπημα: το iPad αποφάσισε κι εκείνο ότι στο εξής δεν θα είναι τάμπλετ, αλλά σκέτος μαυροπίνακας. Το σήκωσα κάποια στιγμή στα χέρια και η οθόνη έσβησε πιο γρήγορα κι από την καριέρα του Νότη Χριστοδούλου. Πάτησα το home button, τίποτα. Πάτησα το power button, τίποτα. Πάτησα, γενικά, ό,τι κουμπί βρήκα πάνω του, το χάιδεψα, το ταρακούνησα, του φώναξα. Ανέκφραστο το μπάσταρδο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν ανησυχείς, διότι η Apple έχει έναν μαγικό συνδυασμό, όπου πατάς και τα δυο κουμπιά ταυτόχρονα για μερικά δευτερόλεπτα και το αναγκάζεις να κάνει επανεκκίνηση με το στανιό, φωνάζοντας ταυτόχρονα: «Who’s your daddy?»

Μόνο που το iPad μου είναι μάλλον αγνώστου πατρός, διότι ούτε στην ερώτηση απάντησε, ούτε ξεκόλλησε.

Δεν έκανε ήχο, δεν έδειξε το κλασικό μηλαράκι, δεν έδωσε καμιά σημασία, παρέμεινε σε κώμα.
Στο σημείο αυτό, λοιπόν, ήταν που με έλουσε κρύος ιδρώτας, διότι αν δεν πιάσει ούτε αυτό, τότε τα πράγματα είναι άσχημα. Πολύ άσχημα. “Τράβα-στη-ντουλάπα-και-βρες-μαύρα-ρούχα” άσχημα.

Σχέδιο Β΄: πήρα το iPad και το συνέδεσα στο iTunes μέσω του υπολογιστή. «Έτσι κάνει το backup, οπότε θα το δει το πρόγραμμα και αν δεν ξυπνήσει πάλι, να μη με λένε Βασίλη» σκέφτηκα. Να μην τα πολυλογώ: πλέον με φωνάζουν Μηνά.
Το iPad παρέμεινε πιο ανέκφραστο κι από τη μούρη της Kristen Stewart και ο υπολογιστής δεν το είδε καν. Στο σημείο αυτό, έχω ήδη φορέσει τη μαύρη πλερέζα και κατεβάζω ένα CD με μοιρολόγια της Μάνης, αλλά δεν το βάζω ακόμα κάτω.

Κάθομαι στον υπολογιστή και αρχίζω να ψάχνω στο Google, μπας και βρω κάποιον που να είχε το ίδιο πρόβλημα. Η λύση που προτείνουν όλοι: να πατήσω ταυτόχρονα τα δύο κουμ -ΤΟ ΔΟΚΙΜΑΣΑ ΗΔΗ ΑΥΤΟ, ΠΑΝΑΘΕΜΑ ΣΑΣ! Ψάχνω λίγο πιο βαθιά και πέφτω σε ένα site που προτείνει τρόπους για να κάνεις το iPad σου να πάρει μπρος αν δεν θέλει να πάρει μπρος. Εδώ είμαστε! Ο πρώτος τρόπος ήταν απλός: να το βάλω να φορτίσει καμιά ώρα, μπας κι έφαγε κάνα κόλλημα και άδειασε η μπαταρία τελείως.
Η μπαταρία, φυσικά, ήταν φουλ όταν έπαθε τον ντουβρουτζά, αλλά ποιος είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω κάτι που γράφει το Ίντερνετ; Το βάζω στην πρίζα πάλι. Ούτε ήχος, ούτε το συμβολάκι της μπαταρίας, το ίδιο σνομπάρισμα με πριν. Το αφήνω καμιά ώρα και το παίζω και καλά αδιάφορος και ότι κάνω άλλα πράγματα -μην του δείξω κιόλας του μπάσταρδου ότι το έχω και τόση ανάγκη. Περνά η ώρα, πατάω τα κουμπάκια πάλι, τα ίδια. Πιο νέκρα κι από το Straight Pride.

Διαβάζω πιο κάτω και προτείνει έναν νέο συνδυασμό πλήκτρων, που μου θύμισε εκείνους τους κρυφούς κωδικούς που πατάς στα videogames για να ξεκλειδώσεις δώρα και στραμπουλάς τα δάχτυλα σου με τα πάνω, πάνω, κάτω, δεξιά, πάνω, αριστερά, κάτω, κάτω, τράβα μπρος κι όσα έρθουν κι όσα πάνε.
Σύμφωνα με τον ειδικό έπρεπε: να το συνδέσω πάλι με το iTunes, να πατήσω το κεντρικό κουμπί για 3 δευτερόλεπτα ΑΚΡΙΒΩΣ, να πατήσω καπάκι το Home Button χωρίς να αφήσω το άλλο, για 10 δευτερόλεπτα. Μετά να αφήσω το άλλο, αλλά να συνεχίσω να πατάω το Home για άλλα 5 δευτερόλεπτα! Και συνταγή του Παρλιάρου να έφτιαχνα, πιο εύκολα θα μου έβγαινε.

Μετά ήρθε ο πάτος… Ήταν τέτοια η απόγνωση, που ήμουν αποφασισμένος να δοκιμάσω τα πάντα. Όπως τη συμβουλή ενός τύπου που έλεγε ότι έπρεπε να τυλίξω τη συσκευή με μια πετσέτα, να τη γυρίσω ανάποδα και να την χτυπώ απαλά στην πλάτη για ένα λεπτό, σαν μωρό που θες να το κάνεις να ρευτεί. Το έκανα. ΤΟ ΕΚΑΝΑ!!!
Το iPad παρέμεινε αναίσθητο. Συνέχισα να ψάχνω στο Google, τίποτε. Ούτε καν ένας νέος συνδυασμός πλήκτρων και σουηδικής γυμναστικής. Ούτε ένα στριφογύρισμα στον αέρα σαν ζύμη πίτσας και μετά χαλαρό μασάζ στην οθόνη. Ούτε μια θυσία παρθένας και επίκληση στον Παζούζου: το ίντερνετ δεν είχε να μου προτείνει καμιά λύση!

Το πήρα απόφαση. Άρχισα να προβάρω στον καθρέφτη το: «Τάφε μου, κρεβάτι νυφικό» όσο έφτιαχνα μια μικρή πλατφόρμα από ξύλα για να βάλω πάνω το iPad μου και να το κηδεύσω με τιμές Βίκινγκ, σαν τη μάνα του Θωρ στη δεύτερη ταινία.

Μετά το σκέφτηκα πιο ψύχραιμα. Η συσκευή ήταν ακόμα μέσα στην εγγύηση, ένα πεντάμηνο την είχα, οπότε μπορούσα να την πάω πίσω στο κατάστημα, να μου την φτιάξουν τζάμπα για να μην τους πάρει ο διάολος και να μου την επιστρέψουν. Σε καμιά δεκαριά μέρες. Ή είκοσι. Ή στα 18α γενέθλια της πρώτης μου κόρης -δεν ξέρω με τι χρονοδιαγράμματα δουλεύουν αυτοί εκεί χάμω. Τελευταία φορά τους είχα πάει τον υπολογιστή και τους πήρε δυο βδομάδες να αλλάξουν κάρτα γραφικών -έδω ο Σπύρος Σούλης σου έφτιαχνε από την αρχή το σπίτι σε δυο μέρες κι εκείνοι θέλουν 14 για να ξεβιδώσουν έξι βίδες ξερωγώ…

Μετά το απαραίτητο τηλεφώνημα, λοιπόν, ήμουν έτοιμος να ξεκινήσω αυτό που οι μελλοντικές γενιές θα γνωρίζουν ως: Ο Μεγαλύτερος Μαραθώνιος που Έχει Γίνει για Ηλεκτρονική Συσκευή Ever.

TO BE CONTINUED…

Βλαμμένοι στη Μετάφραση -το σίκουελ!

 

Μου πήρε μόλις εφτά χρόνια, αλλά είπα να επανέλθω στο αγαπημένο θέμα των μεταφράσεων, μια και το ξέθαψα προσφάτως. Το καλό είναι ότι στο διάστημα που μεσολάβησε κυκλοφόρησαν κάμποσες εκατοντάδες ταινιούλες με μεταφράσεις βγαλμένες από το μυαλό σκοταδόψυχων ανθρώπων που το μόνο που θέλουν είναι να δούνε τον κόσμο να καίγεται γύρω τους…
Μπήκα, λοιπόν, σε κινηματογραφικό site και πήρα σβάρνα το αρχείο ταινιών των τελευταίων 2-3 ετών, ανά εβδομάδα -επειδή όταν αποφασίζω να κάνω κάτι, δίνομαι ολοκληρωτικά σε αυτό.
Αν θες να ματώσεις κι εσύ από τα ματάκια, συνέχισε να διαβάζεις!

(Κρατώ τις κατηγορίες και την επεξήγησή τους από το αρχικό άρθρο.)


ΟΙ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΕΣ
Ο τίτλος μεταφράζεται κυριολεκτικά. Έλα, όμως, που μερικές ξένες λέξεις έχουν παραπάνω από μία έννοιες!

Spider-Man: Η Επιστροφή στον Τόπο του (Spider-Man: Homecoming)
Έλειπε για ταξίδι;
Εντάξει, γελοία η μετάφραση, αλλά τη δεχόμαστε με κατανόηση, διότι τι να έκανε κι ο δύσμοιρος ο μεταφραστής με την αμερικανιά που του έλαχε; Από τη μία το “homecoming” ως έθιμο δεν έχει ακριβή μετάφραση και από την άλλη, ήταν και λογοπαίγνιο για την επιστροφή του χαρακτήρα στο στούντιο παραγωγής, επειδή οι αμερικάνοι είναι πολύ ρομαντικοί και πολυεπίπεδοι κατά βάθος.

Το Φάντασμα στο Κέλυφος. (Ghost in the Shell)
Τέλεια! Ταινία με στοιχειωμένο αυγό δεν είχαμε ξαναδεί!

X-Men: Απόκαλιψ (X-Men: Apocalypse)
Ακούστηκε ότι πολλοί φαν έπαθαν υστερική τύφλωση μετά τη θέαση αυτού του τίτλου. Άλλοι δεν σταμάτησαν να γελάνε από τη μέρα εκείνη και πλέον βρίσκονται έγκλειστοι σε ιδρύματα…
Εγώ απλώς αναρωτήθηκα για ποιον λόγο δεν το έκαναν Εξ-Μεν: Απόκαλιψ, που θα ήταν και πιο συνεπές!


ΟΙ ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ
Στον τίτλο προστίθενται περισσότερες πληροφορίες για το είδος της ταινίας, την ιδιότητα του κεντρικού προσώπου, ή γενικά για το τι πρόκειται να παρακολουθήσει ο θεατής.

Tully: Τα Παιδιά Είναι Ευτυχία; (Tully)
Κάτι που πριν παρέπεμπε σε τίτλο ταινίας, τώρα παραπέμπει σε υποενότητα τηλεοπτικού μαγκαζίνο, με καλεσμένη την Αλεξάνδρα Καππάτου. Διότι η ταινία έχει να κάνει με τη μητρότητα και, αν μη τι άλλο, έπρεπε ο τίτλος να τραβήξει τη μέση μανούλα του Facebook, ώστε να γεμίσει η αίθουσα.

Η Ενοχή του Κένεντι (Chappaquiddick)
Ο μεταφραστής αποφασίζει ότι ο τίτλος της ταινίας πρέπει να μας ενημερώνει οπωσδήποτε για την κεντρική πλοκή, μια και κανείς στην Ελλάδα δεν ξέρει τι στο διάολο είναι αυτό το Chappaquiddick. Ενώ με το όνομα του Κένεντι στον τίτλο, όλο και κάποιος αμερικανόφιλος θα έχει μείνει να πάει να τη δει.
Σε αυτή την περίπτωση τους δίνω δίκιο για την πρωτοβουλία, πάντως. Διότι ποιος θα πάει να δει μια ταινία που δεν μπορεί καν να προφέρει; «Γεια σας, θέλω δυο εισιτήρια για το Τσαπατσι… Τσαποκούκι… Τσαπαντακο… για το Deadpool!»

Η Μεγάλη Υπόσχεση (The Promise)
Δεν τους έκανε σκέτη η υπόσχεση, έπρεπε να κοτσάρουν και το περιγραφικό επίθετο για μεγαλύτερο σασπένς. Μην τυχόν και νομίζουμε ότι ήταν καμιά μούφα υπόσχεση τύπου: «θα σου αγοράσω παγωτό πριν πάμε σπίτι» και δεν μας ιντριγκάρει να τη δούμε.

Η Γυναίκα με τη Μερσεντές (Moka)
Άσε να μαντέψω: κάποια από τις ηρωίδες οδηγεί Μερσεντές!
Τι ευφάνταστος και ευρηματικός τίτλος! Προτείνω επίσης: «Η Γυναίκα με τα Μαλλιά»!

Chuck: Η Ιστορία του Πραγματικού Rocky Balboa (Chuck)
Εδώ στην Ελλάδα δεν αγαπάμε το Google. Σιγά μην κάτσουμε να ψάξουμε ποιος είναι αυτός ο Chuck που τον έκαναν και ταινία. Μπήκε, λοιπόν, υποσημείωση στον τίτλο ότι είναι αυτός στον οποίο βασίστηκε το σενάριο του Rocky. Το οποίο είναι τελείως ψέμα, φυσικά, διότι ο Σταλόνε απλώς σκαρφίστηκε το σενάριο όταν είδε ένα ματς του τύπου, δεν το βάσισε στη ζωή του -αλλά όλα αυτά θα τα ξέρατε ΑΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΣΑΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΤΟ GOOGLE!

7 Λεπτά Μετά τα Μεσάνυχτα (A Monster Calls)
«Η ταινία είναι για ένα τέρας που…»
«Δεν μας νοιάζει αυτό! Το πραγματικά σημαντικό είναι Η ΩΡΑ που εμφανίζεται το τέρας κάθε φορά! Αυτό θα ιντριγκάρει τον κόσμο κι όχι ένα απόκοσμο, τεράστιο πλάσμα με τη μορφή δέντρου!»


ΟΙ ΠΙΠΕΡΑΤΕΣ
Ο τίτλος θεωρείται πολύ αδύναμος για να συγκεντρώσει κοινό από μόνος του, οπότε «αναβαθμίζεται» λιγάκι, παίρνοντας πιο πονηρή χροιά.

Κορίτσι για Φίλημα (I Feel Pretty)
Θα σηκωθεί ο Δαλιανίδης από τον τάφο του και θα σας πάρει στο κυνήγι!
(Η αλήθεια είναι ότι δεν βρήκα καμιά πιο “πονηρή” μετάφραση, που να εμπίπτει στη συγκεκριμένη κατηγορία. Αυτό είναι αισιόδοξο σημάδι, καθώς δείχνει ότι οι μεταφραστές στις μέρες μας δεν διαθέτουν πια το μυαλό δεκαπεντάχρονου.)


ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΗΜΕΝΕΣ
Ο τίτλος παραγκωνίζεται πλήρως και στη θέση του μπαίνει ένας πιο “ψαγμένος”…

Απάτη σε Μαύρο Φόντο (Carbone)
Ο μεταφραστής προφανώς μπερδεύτηκε και νόμιζε ότι το “carbone” αναφέρεται στο αποτυπωτικό χαρτί που χρησιμοποιούμε στα μπλοκάκια αποδείξεων, εξ’ου και το «μαύρο φόντο», το οποίο ουδεμία κυριολεκτική σχέση έχει με την ταινία -εκτός αν διαδραματίζεται ολόκληρη μέσα σε τούνελ.

50 Φορές Άνοιξη (Aurore)
«Τι είναι πάλι αυτό το Aurore;»
«Το όνομα της πρωταγωνίστριας!»
«Και τι μας νοιάζει; Την ξέρουμε κι από χθες;»
«Η ταινία μιλάει για μια πενηντάχρονη που χ»
«Πενηντάχρονη; Αυτό είναι! 50 φορές Άνοιξη! Διότι τόσες φορές έχει ζήσει την Άνοιξη! Το έπιασες;;;»
«Πω, ρε φίλε! Εσύ χαραμίζεσαι εδώ!»
*στέκεται μπροστά στο παράθυρο και ατενίζει έξω.
«Μια μέρα θα καταφέρω να εκδώσω την ποιητική συλλογή μου…»

Το Μυστικό που Έμεινε Κρυμμένο (Boomerang)
Λογικό. Αν δεν έμενε κρυμμένο, τότε η ταινία θα λεγόταν: «Το Μυστικό που δεν Ήταν Μυστικό». Ή απλώς «Μπούμερανγκ» ξερωγώ;

Ο Άνθρωπος που Ταπείνωσε τον Χίτλερ (Race)
Ο Αδόλφος προστέθηκε στον τίτλο, μπας και ξυπνήσουν το αντιγερμανικό αίσθημα του μέσου βλαμένου Έλληνα. Το ρίσκαραν, φυσικά. Υπήρχε πάντα το ενδεχόμενο να σκάσουν μύτη ορδές από Χρυσαυγίτες και να ξηλώσουν συθέμελα τα σινεμά που τόλμησαν να προβάλουν ταινία που ξεφτιλίζει το ροκ ίνδαλμά τους.


ΟΙ Ο,ΤΙ ΝΑ’ΝΑΙ
Ο τίτλος γίνεται εντελώς φευγάτος ή σουρεαλιστικός.

Ο Γιατρός Βλάπτει Σοβαρά Την Υγεία (Knock)
Μένω άναυδος μπροστά στο γεγονός ότι έχασαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να παίξουν με τον ξένο τίτλο και να τον μεταφράσουν ως: «Χτύπα ξύλο!» Επειδή knock σημαίν -καλά, το πιάσατε, νομίζω.

Μεγάλωσε αν Τολμάς (Rock’n Roll)
2018 έχουμε κι ακόμα αντιμετωπίζουν το Rock στην Ελλάδα σαν να είναι του Σατανά. Ούτε στους τίτλους ταινιών δεν το αφήνουν να εμφανίζεται!

Λατίνοι και Άθικτοι (Inseparables)
lol, τι διάολο; Λατίνοι και άθικτοι; Σαν τσόντα με τη Ντούβλη ακούγεται!

Για Όνομα του Θεού! (Mes Tresors)
«Για όνομα του Θεού!» αναφώνησαν και όλοι όσοι είδαν τη μετάφραση…

Σ’ αγαπώ Ισπανικά (Kiki, el Amor se Hace)
Αγκχ… Δεν μπορώ! Απλώς… απλώς παραδίνομαι…

Γενέθλια Θανάτου (Happy Death Day)
Αυτό… δεν βγάζει καν νόημα!

Το Μούτρο: Η Επιστροφή (The Mechanic: Resurrection)
Τέτοιο τίτλο είχαμε να δούμε από τη χρυσή εποχή της βιντεοκασέτας στην Ελλάδα. Σωτήρης Τζεβελέκος, Έφη Θεοχάρη, Στηβ Ντούζος και guest ο Γιάννης Γκιωνάκης.

Μπάτε Σκύλοι Αλέστε (The Secret Life of Pets)
«Αχ, ταινία με χαριτωμένα ζωάκια! Γρήγορα, σκεφτείτε κάποια παροιμία που να έχει ζώα μέσα!»
«Του χάριζαν γάιδαρο και τον κοίτ»
«ΕΙΣΑΙ ΗΛΙΘΙΟΣ, ΘΩΜΑ!»


ΟΙ ΑΔΙΑΦΟΡΕΣ
Αφαιρείται κάθε πρωτοτυπία και στοιχείο που κάνει τον τίτλο να διαφέρει ή να προκαλεί τη φαντασία και μεταφέρεται στα ελληνικά με όσο το δυνατόν πιο χιλιοχρησιμοποιημένες, τετριμμένες λέξεις.

Ο Στόχος (The Man With the Iron Heart)
Αν η ταινία δεν περιλαμβάνει τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να παίρνει πίσω την Αγια-Σοφιά, εξωγήινες σαύρες με τη μορφή πολιτικών προσώπων, Τούρκους κομάντος με αόρατα τζετ που μας ψεκάζουν με τον ιό των μαγουλάδων ή τον Χριστόδουλο σε όραμα να προφητεύει την έλευση του Χριστού, τότε ΔΕΝ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΙΣ ΕΤΣΙ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ ΤΗΣ!

Χωρίς Διέξοδο (Collide)
ΠΟΛΥ πρωτότυπος τίτλος! Έχει χρησιμοποιηθεί μόνο σε δυο ακόμη ταινίες στο παρελθόν! Μπορεί και περισσότερες, αλλά βαρέθηκα να σκάψω πιο βαθιά!

Brad’s Status (Χειρότερα δεν Γίνεται)
Γίνεται και χειρότερα, μας το αποδεικνύετε με κάθε μετάφραση…

Έρωτας μετ’ εμποδίων (The Big Sick)
Θα έβαζα το χέρι μου στη φωτιά ότι έχουν κυκλοφορήσει κι άλλες ρομαντικές κομεντί με τον ίδιο ακριβώς τίτλο… Σταματήστε πια ν’ αφήνετε τη Βούλα Πατουλίδου να κάνει τις μεταφράσεις!

Αόρατος Εχθρός (Eye in the Sky)
Αυτό δεν είναι με τον Πάτρικ Σουέιζι που πεθαίνει και γίνεται φάντασμα και μετά πλάθει κανάτες με τη γυναίκα του ή κάτι τέτοιο;


ΟΙ ΠΑΡΑΛΙΓΟ
Ο τίτλος απλώς μεταφράζεται στα ελληνικά. Σχεδόν.

Η Ληστεία (Money)
Μια λέξη είχατε να μεταφράσετε, στην κυριολεξία! «Λεφτά», «Χρήματα», «Παραδάκι», «Ρευστό», έστω, πάλι μέσα θα πέφτατε! Έπρεπε σώνει και καλά να βάλετε στον τίτλο την κεντρική ιδέα του σεναρίου;

The Strangers: Ματωμένη Νύχτα (The Strangers: Prey at Night)
Αχχχ, τόσο κοντά! Ο ξένος τίτλος παραπέμπει σε θρίλερ, ο ελληνικός σε βιβλίο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Η Συμμορία του Τυφώνα (The Hurricane Heist)
Εντάξει, πέτυχαν τον τυφώνα τουλάχιστον!

Τρέξε! (Get Out)
Κοντά έπεσε, μην το κάνουμε και θέμα τώρα. Προστακτική το ένα, προστακτική και το άλλο!

Μη Σβήσεις το Φως (Lights Out)
Στην κυριολεξία, ο αγγλικός τίτλος σημαίνει το ακριβώς αντίθετο του ελληνικού! Αλλά έπρεπε να τον κάνουν πιο ταυτισιάρικο με την ψυχοσύνθεση του θεατή όταν βλέπει την ταινία! (Η λέξη «ταυτισιάρικος» είναι δικής μου έμπνευσης, μια αναζήτηση στο Google θα σας πείσει!)


ΟΙ ΥΠΕΡΑΠΛΟΥΣΤΕΥΜΕΝΕΣ
Η εύκολη λύση όταν δεν υπάρχει έμπνευση: κεντρικό αντικείμενο ταινίας + τρελό, συμφορά, γέλια, κλάματα, τρόμος.

Το Κουκλόσπιτο του Τρόμου (Incident in a Ghost Land)
Πάντα υπάρχει μια ταινία με κάτι «του τρόμου»! Πάντα!
Δεν κατάφεραν ούτε τον αγγλικό τίτλο να γράψουν σωστά στο site που μπήκα (Insident in the Ghostlad. Από τις 4 λέξεις του τίτλου, πέτυχαν μόνο το “in” -αυτό πρέπει να είναι κάποιο είδος ρεκόρ!)

Οικογενειακές Ιστορίες

Είμαι σχετικά εσωστρεφής και αντικοινωνικός χαρακτήρας από τη φύση μου. (Και να μην ήμουν, βέβαια, μισή ώρα στον έξω κόσμο είναι αρκετή για να αποκηρύξει κανείς το ανθρώπινο είδος και ν΄αρχίσει να ζει σε ένα λαγούμι σαν σουρικάτα.)

Δεν μπορώ την πολυκοσμία, καθώς όσο πιο πολύς ο κόσμος, τόσο πιο πολλές και οι πιθανότητες να πέσεις πάνω στον ηλίθιο που θα σου χαλάσει τη μέρα.
Δεν αντέχω το πολύ νταβαντούρι, τα γλέντια και τα πάρτι, διότι πάντα καταλήγω να κάθομαι αμίλητος σε μια γωνιά, μέχρι που αρχίζουν να κρεμάνε παλτά πάνω μου.
Οι κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως οι γάμοι, οι βαφτίσεις, οι κηδείες και τα μπαρ μίτζβα, μου προκαλούν άγχος διότι στην εκδήλωση συναισθήματος ανταγωνίζομαι άνετα ένα Ντάλεκ.
Τέλος, οι οικογενειακές μαζώξεις είναι το χειρότερό μου, όταν συμπεριλαμβάνουν κάτι ξεχασμένους συγγενείς που έχω να δω από τότε που υπήρχε η Γιουγκοσλαβία και που το TOP 3 των ερωτήσεών τους είναι το: «Πάχυνες;», «Κοπέλα έχεις;» και «Πότε θα παντρευτείς;»

Ίσως ευθύνεται για τα παραπάνω το ότι μεγάλωσα σε πολυμελή οικογένεια και σπάνια ήμουν μόνος στο σπίτι. Ήμασταν τέσσερα παιδιά, συν δύο οι γονείς, συν μια γιαγιά για κάποιο διάστημα -ένα χάντμπολ χαλαρά το παίζαμε αν βρίσκαμε αντίπαλο! Όλη αυτή η πολυκοσμία, λοιπόν, με έκανε να ζηλεύω τον Μακόλεϊ Κάλκιν όταν τον ξέχασαν οι δικοί του στο σπίτι κι ευχόμουν σε κάνα ταξίδι να με ξεχνούσαν κι εμένα πίσω, αλλά πού τέτοια τύχη;

Μια φορά μόνο με ξέχασαν και ήταν στην εκκλησία, στα βαφτίσια του αδερφού μου -ήταν η μέρα που επιβεβαίωσα ότι μάλλον δεν ήμουν το αγαπημένο τους παιδί!

Από την ευλογημένη μέρα που έμεινα μόνος στο σπίτι, λοιπόν, την έχω καταβρεί. Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, να βλέπω ό,τι θέλω, να βάζω τη μουσική και τις ταινίες όσο δυνατά μου αρέσει, να πηγαινοέρχομαι όποτε μου καπνίσει και να κυκλοφορώ με το βρακί ή χωρίς βρακί ή με ένα βρακί στο κεφάλι χωρίς να μου πει κανείς τίποτα. Με λίγα λόγια, έχω την άνεσή μου. (Επειδή ξέρω ότι αναρωτιέσαι, ναι, το έχω κάνει αυτό με το βρακί στο κεφάλι!)
Είναι μεγάλη υπόθεση, λοιπόν, το να έχεις τον προσωπικό σου χώρο και μόνο όποιος έχει ζήσει μόνος το καταλαβαίνει.  Γι’ αυτό και κάθε φορά που έρχονται οι γονείς μου στην Αθήνα, αποσυντονίζομαι πλήρως, διότι ο ερχομός τους σημαίνει ότι θα πρέπει να συνηθίσω πάλι στην παρουσία άλλων ανθρώπων στο σπίτι. Και στο ότι οι φυσιολογικοί άνθρωποι δεν περιφέρονται με το Sloggi στο κεφάλι.

Σε γενικές γραμμές, οι γονείς μου είναι σχετικά ήσυχοι άνθρωποι. Μόνη εξαίρεση είναι η τηλεόραση που βάζει ο πατέρας μου στη διαπασών και απολαμβάνουν τον Τροχό της Τύχης μαζί του και οι διπλανές πολυκατοικίες, οπότε βγαίνουν οι γείτονες στα μπαλκόνια και φωνάζουν: «Πες της ν’ αγοράσει φωνήεν!» Ή κάθε φορά που μιλάνε στο τηλέφωνο και συνέχεια φωνάζουν λες και μιλάνε με τον Μπετόβεν, με αποτέλεσμα να έχουν μάθει μέχρι το Μοσχάτο τα οικογενειακά μας, τα προσωπικά μας και τι έχει φυτέψει η μάνα μου στους κήπους αυτή τη σεζόν.

Το τηλέφωνο, εν τω μεταξύ, αποτελεί άλλο τεράστιο βραχνά και αγκάθι στον πισινό μου. Υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν με καλεί σχεδόν κανείς, πέρα από ελάχιστους συγγενείς και φίλους (κι εκείνη την ταλαίπωρη που προσπαθεί μάταια να με πείσει ν’ αγοράσω κάρτα υγείας).
Η αναγνώριση κλήσης, από την άλλη, με έχει σώσει από κάθε είδους τελεμάρκετινγκ, προμόσιον, γκάλοπ και κάργιες θείες.

Όταν είναι οι γονείς μου εδώ, όμως, δεν σταματά να χτυπάει το συφοριασμένο!
Και, φυσικά, μέχρι να θυμηθούν οι δικοί μου ποιο κουμπί πατάς για να μιλήσεις, έχει χτυπήσει πιο πολύ κι από το σήμαντρο του Άη Δημήτρη του Λουμπαρδιάρη την Ανάσταση και φωνάζουν από τα διπλανά διαμερίσματα: «Σήκωσέ το, το τιμημένο!»
Βασικά, για τον τρόπο με τον οποίο απαντάνε οι γονείς μου στο τηλέφωνο, έχω ήδη τοποθετηθεί στο Facebook, οπότε μην τα ξαναγράφω:

Συνεπώς, καταλήγω να απαντώ πάντα εγώ εξαρχής, για να γλιτώνουμε το μονόπρακτο! Αυτό σημαίνει ότι αναγκαστικά πρέπει να απαντήσω σε όλους. ΟΛΟΥΣ!
Βασανιστήριο επιπέδου Γκουαντάναμο για κάποιον που αποφεύγει τον κόσμο κι έχει ξεγράψει εδώ και δεκαετίες γύρω στο 90% του σογιού του, από ξαδέλφια και πάνω. (Πού και πού προσπαθεί ο πατέρας μου να με πείσει να πάω σε τίποτε γάμους ή βαφτίσια, χρησιμοποιώντας την ατάκα: «Κρίμα, ξαδελφάκι σου είναι!» Φυσικά, το “ξαδελφάκι” έχω να το δω από τότε που ο Πασχάλης τραγουδούσε ακόμα με τους Olympians. Και σε αντικριστά καθίσματα να καθόμασταν στο μετρό, δεν έπαιζε ν’ αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλο ούτε με το γενεαλογικό μας δέντρο καρφιτσωμένο στο κούτελο.)

Ας επανέλθω στους γονείς όμως, για το υπόλοιπο σόι επιφυλάσσομαι να μιλήσω σε άλλη ανάρτηση, αν κι έχω πια συγγενείς που ακολουθούν τη σελίδα στο Facebook ή γνωρίζουν το μπλογκ, οπότε δεν ξέρεις πότε θα γίνει η στραβή και θα μάθει η κάργια θεία ότι τη θεωρείς κάργια -ασχέτως αν κι αυτή θεωρεί κάργιες όλες τις υπόλοιπες!

Το θέμα με τους γονείς μου, λοιπόν, είναι ότι έχουν συνηθίσει τα πράγματα να γίνονται με τον Α τρόπο, ενώ εγώ, από την άλλη, θέλω να τα κάνω με τον Β. Και ο Β είναι ο σωστός, επειδή είναι ο δικός μου!

Μπαίνω πολλές φορές στο σπίτι, για παράδειγμα, και βλέπω ότι η μητέρα μου έχει αλλάξει τη θέση κάποιων αντικειμένων ή τα έχει μετακινήσει σε διαφορετική διάταξη, επειδή έτσι της φαίνονται καλύτερα. ΤΙ ΘΡΑΣΟΣ!
Στην αρχή έτρωγα φρίκη και τα μετακινούσα όλα στην αρχική τους θέση, αφού πρώτα έπαιρνα 5-6 γερές ανάσες μέσα σε χαρτοσακούλα, για να ξεπεράσω το σοκ! Πλέον, έχω αλλάξει τακτική. Την τρώω πάλι τη φρίκη, αλλά υποφέρω σιωπηλά και περιμένω να ξαναφύγουν για το νησί. Μα το Θεό, γύρω στα 3 δευτερόλεπτα από τη στιγμή που θα κλείσει η πόρτα, έχω αρχίσει ήδη να πηγαίνω από δωμάτιο σε δωμάτιο και να αλλάζω θέση στα αντικείμενα!

Η πραγματική απόγνωση έρχεται όταν ανοίγω ντουλάπες και ντουλάπια. Είμαι αυτό που οι ξένοι αποκαλούν: “Neat freak”. Έχω μανία να ταξινομώ τα πάντα, να τα τακτοποιώ ανά είδος ή χρώμα και, γενικά, να κρατώ τα πάντα οργανωμένα και συμμετρικά, αν γίνεται. Η μάνα μου, από την άλλη, είναι της σχολής: «αν χωράει, χώστο εκεί».
Εγώ διπλώνω τις πετσέτες του μπάνιου όμορφα και τις βάζω ανά χρώμα και μέγεθος, η μάνα μου τις διπλώνει όπως της έρθει και τις στιβάζει όπως να ‘ναι!
Χωρίζω τις μπλούζες σε λευκές και χρωματιστές, πρόχειρες και καλές, με γιακά, με κουμπιά και μακό. Η μάνα μου τις σιδερώνει, τις βάζει όλες σε μια στίβα και τις βάζει στην πρώτη εύκαιρη ντουλάπα!
Στην κουζίνα, όλα τα μπωλ και τα σκεύη τα τοποθετώ ανά σχήμα και μέγεθος. Τα ποτήρια ανά είδος, τα τρόφιμα σε ένα ντουλάπι, τα είδη κουζίνας σε άλλο.
Η μάνα μου, προφανώς, ανοίγει όλα τα ντουλάπια, τοποθετεί τα πάντα μέσα σε ένα κανόνι και μετά τα εκτοξεύει κι όπου πάνε!
Κάθε της κίνηση και μια μαχαιριά στον οπτικό φλοιό μου!

(Τώρα που τα ξαναδιαβάζω αυτά, έχω μεγάλη πετριά -το βρακί στο κεφάλι παίζει να είναι το μικρότερο από τα προβλήματά μου!)

Το κακό, όμως, ξεκινά από το γεγονός ότι οι γονείς μου βαριούνται όταν έρχονται εδώ και δεν έχουν τι να κάνουν. Κάθε φορά που βρίσκονται στην Αθήνα για οποιονδήποτε λόγο, τους πιάνει στερητικό σύνδρομο. Λογικό, αν έμενα κι εγώ μονίμως στο νησί κι είχα την άπλα μου και τον καθαρό μου αέρα και τη θάλασσα πιάτο μπροστά μου κάθε μέρα, θα με έπιανε αλλεργικό σοκ με το που θα άγγιζε το ποδάρι μου την τσιμεντένια αποβάθρα στον Πειραιά. Στο νησί έχουν τους κήπους τους, τα χωράφια τους, τις δουλειές τους. Εδώ έχουν μόνο τον ανάνταφλο που ταξινομεί τις πετσέτες του μπάνιου ανά απόχρωση.

Η μητέρα μου, συνήθως, καλύπτει το συναισθηματικό κενό της πλένοντας και σιδερώνοντας. Με το που θα φτάσει στην Αθήνα, θα βάλει πλυντήριο για να πλύνει τα ρούχα που φορούσαν στο πλοίο. Μετά θα τα απλώσει και θα πλύνει στο καπάκι τα ρούχα που έχω στις κρεμάστρες -καθαρά, βρόμικα, δεν έχει σημασία, αν είσαι στην κρεμάστρα, ΘΑ ΜΠΕΙΣ ΣΤΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ! Την επόμενη μέρα θα πλύνει τα χαλιά και τα χαλάκια. Μετά θα πλύνει τις πετσέτες του μπάνιου που χρησιμοποιήθηκαν την προηγούμενη μέρα και τα ρούχα που φορέσαμε τις δυο προηγούμενες μέρες και μετά θα κάνει μια παύση για να μαζέψει όσα στέγνωσαν και να τα σιδερώσει. Και μετά θα πλύνει τα σεντόνια, τις πετσέτες της επόμενης μέρας, τα σεμεδάκια, κάτι παπούτσια που βρήκε στη ντουλάπα και τα άπλυτα της διπλανής. Μα το Θεό, αν μπορούσε η μάνα μου, θα έβαζε και το πλυντήριο μέσα σε ένα άλλο πλυντήριο και θα το έπλενε κι εκείνο!

Ενδιάμεσα, θα κάνει παύση από τις πλύσεις -να ανασάνει και το πλυντήριο, που αν είχε μέλη, θα είχε ήδη φτιάξει σκοινί με τα σεντόνια που το μπουκώνει η μάνα μου και θα το είχε σκάσει από τον φωταγωγό!- και θα αρχίσει να καθαρίζει βεράντες, να ποτίζει και να μετακινεί γλάστρες πέρα δώθε. Τις γλάστρες που είχε βάλει στα δεξιά την προηγούμενη φορά που ήρθε, για παράδειγμα, τώρα θα τις μεταφέρει στ’ αριστερά και τούμπαλιν!

Ο πατέρας μου είναι το αντίθετο από τη μητέρα μου. Στο νησί έχει κάμποσες δουλειές να κάνει στο σπίτι και γεμίζει η μέρα του. Όταν έρχεται εδώ σκυλοβαριέται σε τέτοιο βαθμό, που πέφτει σε safe mode, ξαπλώνει στο κρεβάτι και τη βγάζει βλέποντας τηλεόραση.
Λίγες μέρες πριν φύγει, τον πιάνουν τύψεις που δεν έκανε τίποτα και αρχίζει να φτιάχνει στο σπίτι κάτι τελείως άκυρο. Για παράδειγμα, το μισό σπίτι μέσα είναι ετοιμόρροπο και στην προηγούμενη επίσκεψή του, ο πατέρας μου φαγώθηκε να ισιώσει το σίδερο που κρεμάμε τα σκοινιά της μπουγάδας. Το έκανε. Και στο καπάκι, βγήκε η μάνα μου έξω με τη μπουγάδα της ημέρας, άπλωσε δεκαεφτά χαλιά κι από το βάρος ξεκόλλησε όλος ο στόκος που έβαλε ο πατέρας μου και ξαναστράβωσε το σίδερο! Ακόμα γελάω!

Πέρα από την πλάκα (και τις σποραδικές φρίκες) πάντως, είναι καλό να έχεις παρέα στο σπίτι που και που, ακόμα και αν επιμένουν να κάνουν τα πάντα με τον δικό τους τρόπο. Δεν έχω και ιδιαίτερες απαιτήσεις πια από τους γονείς μου, άλλωστε. Στην ηλικία που είναι τώρα έχουν κάθε δικαίωμα να αράξουν και να κάνουν ό,τι θέλουν, όπως το θέλουν και όποτε μπορούν.

Αύριο που ξαναφεύγουν για το νησί,  θα επιστρέψουμε αμφότερες οι πλευρές στην καθημερινότητά μας. Έχω ήδη διαλέξει και το βρακί που θα φορέσω στο κεφάλι!

 

Reboot

Πριν ξεκινήσεις να διαβάζεις, θα πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι η συγκεκριμένη ανάρτηση είναι αυτοαναφορική. Θεωρητικά, βέβαια, τα περισσότερα κείμενά μου εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία, καθώς περιγράφουν κάτι κωμικοτραγικό που μου συνέβη στον δρόμο, στο μετρό, στο σπίτι, στο σούπερ μάρκετ κ.ο.κ. διότι -προφανώς- ολόκληρη η ζωή μου είναι πια μια φαρσοκωμωδία και δεν μπορώ ούτε ψωμί του τοστ να αγοράσω χωρίς να βιώσω κάποιο τραγελαφικό δράμα στο μεταξύ.
Αυτή τη φορά, όμως, δεν πρόκειται για τέτοια περίπτωση, ούτε θα αφηγηθώ κάτι με το οποίο θα μπορείς να ταυτιστείς. Θα μιλήσω μόνο για το μπλογκ αυτό. Σκασίλα σου, με λίγα λόγια!

Σε κατανοώ. Δυο βδομάδες τώρα προαναγγέλλω νέα ανάρτηση και περίμενες κάτι φαντασμαγορικό, υστερικό και παραφουσκωμένο, με πρωταγωνιστές δημόσιους υπαλλήλους, ακραία καιρικά φαινόμενα, εκνευριστικές γριές σε ουρές ταμείων και την Καίτη Γαρμπή. Και, αντί για την Καιτούλα, σου δίνω το λογοτεχνικό ισοδύναμο οδηγιών χρήσης μαλακτικού! Δεν υπάρχει τίποτε πιο βαρετό από αυτές τις αδιάφορες, ανούσιες διηγήσεις που πραγματεύονται, συνήθως, ένα θέμα που δεν αφορά κανέναν άλλο, παρά μόνο το πρόσωπο που τις γράφει.

Θυμίζουν εκείνα τα «inside jokes» που τα καταλαβαίνουν μόνο 2-3 άτομα στην παρέα σου, διότι αφορά κάτι που έζησαν μόνο εκείνα. Και όσο γελάνε κάθεσαι και κοιτάζεις σαν χάνος, μόνο και μόνο για να εισπράξεις την ατάκα: «Α, ναι! Έπρεπε να είσαι εκεί για να το καταλάβεις!» Αλλά δεν ήσουν εκεί, διότι κανείς δεν σε κάλεσε. Και κανείς δεν σε κάλεσε διότι οι άλλοι ΔΕΝ ΣΕ ΧΩΝΕΥΟΥΝ ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΚΡΥΦΑ ΚΑΙ ΛΕΝΕ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ ΑΣΤΕΙΑΚΙΑ ΠΟΥ ΜΕΤΑ ΤΑ ΤΡΙΒΟΥΝ ΣΤΗ ΜΟΥΡΗ ΣΟΥ, ΧΑΙΡΕΚΑΚΑ! Κι εσύ γελάς ευγενικά και βράζεις στο ζουμί σου και ξέρεις ότι θα περάσεις άλλο ένα βράδυ στο Photoshop, σβήνοντας τη φάτσα του Στάθη από όλες τις φωτογραφίες και κολλώντας τη δική σου στη θέση της, όσο στο iTunes παίζει στο repeat η πλήρης δισκογραφία της Lana Del Rey! «ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ, ΣΤΑΘΗ; ΕΙΜΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΚΟΥΛ ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΩ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ %$#@^ ΠΑΡΕΑΣ ΣΟΥ;»

*βαθιές ανάσες, πηγαίνει στο χαρούμενο μέρος στο μυαλό του*

Σαν σήμερα, λοιπόν, το 2007, γεννήθηκε το μπλογκ αυτό.
Εντάξει, όχι *αυτό* ακριβώς, μια και όλο το υλικό μεταφέρθηκε αυτούσιο εδώ από άλλη πλατφόρμα (κοινώς, μάζεψα τα κουβαδάκια μου και ήρθα σε άλλη παραλία, μια και η προηγούμενη μπαζώθηκε τελείως).
Επιλέχθηκε το theme, έπεσε το απαραίτητο ρετουσάρισμα και οι διορθώσεις στα άρθρα, έφαγαν σουτ και γύρω στις εικοσιτρείς χιλιάδες ηλίθιες αναρτήσεις με πανάρχαια ανέκδοτα, καθυστερημένα μπλογκοπαίχνιδα, λαϊκίστικα τσιτάτα και διάφορες άλλες -επώδυνες για τον εγκέφαλο- παπαριές τις οποίες ο εαυτός μου θεωρούσε λογοτεχνικά διαμάντια πριν 11 χρόνια.

30 Απριλίου 2007, ώρα 14.57 έγινε η δημοσίευση της πρώτης ανάρτησης εκεί.
30 Απριλίου 2018, ώρα 14.57 εγκαινιάζω το αναβιωμένο μπλογκ με αυτή την ανάρτηση, επειδή είμαι ρομαντικιά ψυχή και μου αρέσουν οι συμβολισμοί.

(Edit: μετά συνειδητοποίησα ότι δεν φαίνεται καν η ώρα δημοσίευσης στις αναρτήσεις του WordPress, οπότε πήγε στράφι ο ρομαντισμός  -οι συμβολισμοί με μάραναν…)

Reboot, λοιπόν.
Φυσικά, δεν ξεκινώ με τους καλύτερους οιωνούς, διότι αν υπάρχει ένα πράγμα που μας έχει μάθει ο κινηματογράφος, αυτό είναι ότι τα reboot συνήθως είναι καταδικασμένα σε αποτυχία μια και κανείς δεν θέλει αναμασημένες συνταγές, θηλυκούς Ghostbusters, χελωνονιντζάκια με μύτες και τον Τομ Κρουζ να κυνηγάει τη μούμια! Και μια και η Ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται, μπορεί σε 2-3 χρόνια να βαρεθώ πάλι να γράφω και να μαζέψει αράχνες κι αυτός ο ιστότοπος ή, ακόμα χειρότερα, καμιά διακοσαριά από εκείνα τα αυτόματα σχόλια για viagra, ακίνητα στην Καλιφόρνια και επιμηκύνσεις πέους που αφήνουν διάφορα bot -σημάδι ότι μια ιστοσελίδα έχει ψοφήσει οριστικά κι έχουν εμφανιστεί τα παράσιτα να φάνε το κουφάρι της!

Ή μπορεί, απλώς ν’ αρχίσω να γράφω μεγαλύτερες βλακείες απ’ ό,τι παλιότερα! Αν και ο μελλοντικός, πιο εξελιγμένος εαυτός μας πάντα θεωρεί τον παρελθοντικό του αντίστοιχο εντελώς κρετίνο, οπότε μπορεί σε 11 χρόνια από σήμερα να διαβάσω κι αυτή την ανάρτηση και ν’ αναφωνήσω: «Θεέ μου, τι κρύες μπαρούφες έγραφα πριν 11 χρόνια για τις ακόμα πιο κρύες μπαρούφες που έγραφα πριν 22 χρόνια!»
(Τώρα που το ξανασκέφτομαι, σε 11 χρόνια θα έχω πατήσει πια τα 52 και με το ζόρι θα βλέπω την οθόνη του υπολογιστή από το combo μυωπίας-πρεσβυωπίας-αστιγματισμού-γλαυκώματος, οπότε πιο εύκολο θα είναι να καθαρίσω φακές, παρά να διαβάσω τα λευκά γράμματα πάνω στο μαύρο φόντο.)

Θέλω να είμαι αισιόδοξος, όμως, καθώς η μέρα είναι σημαδιακή -αν κρίνω από κάποια άλλα σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν 30 Απριλίου. Για παράδειγμα, σαν σήμερα ξεκίνησε ο Χριστόφορος Κολόμβος τα εξερευνητικά ταξίδια του, οπότε μπορώ να το δω σαν ένα σημάδι για το νέο συγγραφικό ταξίδι που ξεκινώ κι εγώ. Βέβαια, το ότι γι’ αλλού τράβαγε ο Κολόμβος κι αλλού έβγαινε, μπορεί να είναι και σημάδι ότι θα καταλήξω στο τέλος να γράφω επικήδειους.
Επίσης, σαν σήμερα ψόφησε αυτοκτόνησε ο Χίτλερ (το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με το θέμα μας, απλώς είπα να σας θυμήσω το χαρμόσυνο μαντάτο!)
Τέλος, σαν σήμερα ιδρύθηκε από τον Anton LaVey η Εκκλησία του Σατανά στο Σαν Φρανσίσκο!
(Αυτό το τελευταίο μην το πάρετε σαν αρνητικό σημάδι. Τώρα που έχουν πέσει τα μισά μαλλιά μου κατάφερα να κοιταχτώ στον καθρέφτη και δεν βρήκα κάνα τριπλό εξάρι χαραγμένο στο κρανίο!)

Όπως και να έχει, κάθε αρχή είναι καλοδεχούμενη (εκτός από την αρχή καταρράκτη), οπότε χαιρετώ τους παλιούς, καλωσορίζω τους νέους και θα τα λέμε πιο συχνά. Ή όχι. Ή ποτέ ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΝΑ ΜΕ ΠΙΕΖΕΤΕ!

*βαθιές ανάσες, επιστρέφει στο χαρούμενο μέρος στο μυαλό του*

Κάρτα, μωρή άρρωστη!

Προχθές το βράδυ που πήγα να βγάλω λεφτά από το ΑΤΜ, συνειδητοποίησα ότι η κάρτα μου είχε λήξει μόλις την προηγούμενη ημέρα. Δυο φορές την έβαλα και το μηχάνημα την έφτυσε και τις δύο επιδεικτικά, λες και προσπαθούσα να το ταΐσω μπρόκολο. Τη δεύτερη φορά παρατήρησα το: «Η κάρτα σας έχει λήξει!» που έσκασε στην οθόνη. Είπα να δοκιμάσω και μια τρίτη, έτσι για το καλό, αλλά φοβήθηκα ότι θα μου εμφάνιζε και καμιά μούντζα, με το μήνυμα «έληξε, γκασμά, πόσες φορές θες να στο πω;» Μια ψυχρολουσία την έφαγα όσο να ‘ναι, καθώς το πορτοφόλι ήταν άδειο, αλλά κυρίως επειδή συνήθως η Eurobank φρόντιζε ως τώρα να μου στέλνει τη νέα κάρτα εγκαίρως και τώρα ένιωθα βαθύτατα προδομένος…

Μετά, φυσικά, θυμήθηκα ότι μάλλον δεν φταίει η Eurobank, διότι τελευταία έχω την τάση να μην ανοίγω καν τους φακέλους που μου στέλνουν. Αλλά μετά ξαναθυμήθηκα ότι ο λόγος που δεν ανοίγω πια τους φακέλους τους είναι ότι περιέχουν και τη μηνιαία εισφορά που μόνοι τους αποφάσισαν να χρεώνουν στην πιστωτική κάρτα που -επίσης μόνοι τους- αποφάσισαν να μου στείλουν και να ενεργοποιήσουν πριν καμιά δεκαετία. Οπότε, τελικά, ναι! Φταίει η Eurobank – ΣΚΡΟΦΑ, EUROBANK!

Αυτομάτως με έλουσε και κρύος ιδρώτας, διότι θυμήθηκα ότι μερικές φορές μου αρέσει να σκίζω ηδονικά τους φακέλους που μου στέλνουν -πιο ηδονικά κι από εκείνον τον τύπο στο Langoliers που καθόταν στα σκοτάδια και την κατάβρισκε κάνοντας τα χαρτιά λωρίδες! Γύρισα στο σπίτι πανικόβλητος κι έψαξα τους φακέλους των τελευταίων μηνών. Είχαν γλιτώσει δύο: ο ένας περιείχε την κλασική χαρτούρα (τον έσκισα ηδονικά, ασφαλώς) και ο άλλος τη νέα κάρτα, οπότε δόξασα τον Μαμωνά (προστάτη των Τραπεζών) και πήρα την κάρτα στα χέρια μου χαμογελώντας. Μόνο που το χαμόγελό μου πάγωσε σαν της Μαρινέλλας όταν διάβασα το αυτοκόλλητο πάνω της, το οποίο με ενημέρωνε ότι για την ενεργοποίησή της χρειαζόμουν… μια ενεργή κάρτα. Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια, λένε, κι εγώ κανονικά θα έπρεπε να είμαι σαρανταποδαρούσα, καθώς αποφάσισα να ξαναπάω μέχρι το ΑΤΜ και να δοκιμάσω να ενεργοποιήσω τη νέα κάρτα με τη ληγμένη, αγνοώντας το αυτοκόλλητο (και την κοινή λογική). Όπως ήταν αναμενόμενο, πήρα πούλο.

Ηττημένος, αποδέχτηκα το γεγονός ότι το πρωί θα έπρεπε να σύρω πάλι τα πόδια μου ως την τράπεζα και να μπω και μέσα αυτή τη φορά -που εγώ βαριέμαι να σηκωθώ από το κρεβάτι για να πάω να ξαπλώσω στον καναπέ και τώρα έπρεπε να περιμένω σε ουρά μαζί με 50 γριές που μέχρι να πούνε στον ταμία τι θέλουν, έχουν μπει και οι τόκοι της επόμενης χρονιάς. Παραδόξως, η τύχη μου χαμογέλασε το επόμενο πρωί, καθώς το κατάστημα ήταν άδειο. Αυτός που δεν χαμογέλασε, ήταν ο αγουροξυπνημένος υπάλληλος, του οποίου του έλαχε πρωί πρωί ο ηλίθιος. Αφού τον ενημέρωσα για το προσωπικό μου δράμα, μου ζήτησε ταυτότητα. Του την έδωσα και με κοίταξε για λίγο εξεταστικά.

Λογικό, διότι η ταυτότητά μου είναι από το 1990, τότε που είχα μαλλί μπούκλες και ήμουν μόλις 60 κιλά, οπότε στην φωτό μοιάζω περισσότερο με την Τάμτα, παρά με μένα!

Στο καπάκι μου ζήτησε και την επιστολή που ήρθε με την κάρτα. Εκεί, φυσικά, με ξανάλουσε ο χθεσινοβραδινός κρύος ιδρώτας, διότι ήμουν σίγουρος ότι την είχα πετάξει το προηγούμενο βράδυ -νισάφι πια, δεν αφήνω χαρτί στο σπίτι που να μην το κάνω οριγκάμι! Παρότι ήμουν σίγουρος ότι η επιστολή ήταν παντελώς άχρηστη, καθώς δεν ανέφερε κάτι που δεν ξέραμε ήδη, είπα να μην του χαλάσω το χατίρι και τον ενημέρωσα ότι θα πάω να τη βρω και θα επιστρέψω -είδα στο μάτι του τη λάμψη της γλυκειάς προσμονής στην υπόσχεσή μου αυτή. Η επιστολή ήταν στα σκουπίδια φυσικά, αλλά ευτυχώς σώα. Επιστροφή στην τράπεζα, λοιπόν, για τέταρτη φορά σε δυο μέρες, όπου πλησίασα το ταμείο για να με ενημερώσει ο αγουροξυπνημένος ότι είχε πέσει το σύστημα -διότι ΑΣΦΑΛΩΣ και θα έπεφτε τη μέρα που θα πήγαινα εγώ! Παρόλα αυτά, του έδωσα την επιστολή, την κοίταξε καλά καλά και μου την επέστρεψε λέγοντας το καταπληκτικό: «Ναι, σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι έτσι κι αλλιώς, θα πρέπει να καταθέσετε από την αρχή όλα τα χαρτιά, σαν να κάνετε αίτηση για νέα κάρτα».

Το μάτι μου πετάρισε λίγο, διότι ήταν προφανές ότι ο τύπος με τρόλλαρε -τι διάολο με έβαλε να του φέρω και την επιστολή, αφού ήξερε ότι ήταν άχρηστη; Καταπολέμησα την επιθυμία να τον αρπάξω από τον γιακά και να του κοπανήσω το κεφάλι στο γκισέ μέχρι να επανέλθει το σύστημα από τους κραδασμούς και τον ρώτησα τι χαρτιά χρειαζόμουν -αδίκως, διότι ήξερα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να θυμάμαι ούτε τα μισά μετά. Ο τύπος άρχισε να μου λέει για ταυτότητες και λογαριασμούς ΔΕΚΟ και βεβαιώσεις εφορίας και βεβαιώσεις ότι το κινητό μου είναι δικό μου κι όχι της Καλλιόπης από τα Φιλιατρά ξερωγώ και μόνο εξέταση ούρων δεν μου ζήτησε και να υπογράψει στο λεύκωμά μου της πρώτης γυμνασίου. Τα μάζεψα κι έφυγα σιχτιρίζοντας και χωρίς να μπορώ να καταλάβω για ποιο λόγο να μπω σε αυτή τη διαδικασία, αφού μπορούν κάλλιστα να δούνε ότι έχω ήδη λογαριασμό και να εξακριβώσουν ποιος είμαι, εκτός αν φοβούνται ότι είμαι ο σατανικός μου δίδυμος -όπως στις σαπουνόπερες.

Επέστρεψα σπίτι και αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου και με την τηλεφωνική εξυπηρέτηση της Eurobank, μια και η κανονική εξυπηρέτηση δεν μας έκατσε. Φυσικά, έπρεπε να θυμηθώ τον τετραψήφιο κωδικό που τους είχα δώσει πριν κάμποσα χρόνια και κάπου εκεί γέλασαν και τα κάδρα, καθώς εγώ με το ζόρι θυμάμαι το PIN του κινητού μου -κι αυτό έχω να το αλλάξω κι από το 2000 που πρωτοαγόρασα κινητό! Το γλέντι ξεκίνησε όταν η φωνή στο τηλέφωνο μού ζήτησε να πληκτρολογήσω το δεύτερο και το τέταρτο ψηφίου του κωδικού μου -έτσι, για τσαχπινιά!

Εδώ δεν μπορώ να τα θυμηθώ σε κανονική αλληλουχία, μωρή, τα θες και ψηφίο παρά ψηφίο;

Όπως ήταν αναμενόμενο, ο κωδικός που θυμόμουν δεν είχε καμιά σχέση με τον κωδικό που τους έχω δώσει. Μου τον ζήτησε δεύτερη φορά και έβαλα τα ΙΔΙΑ ψηφία και τη δεύτερη φορά, οπότε η φωνή σήκωσε τα ανύπαρκτα χέρια της ψηλά και με ενημέρωσε ότι θα με συνδέσει με άνθρωπο, διότι ούτε η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τη βλακεία που με δέρνει! Εξήγησα στην κοπελιά που απάντησε το δράμα μου (αυτό με την κάρτα, το ότι είμαι βλαμμένος το κατάλαβε μόνη της) και με ενημέρωσε κι εκείνη με τη σειρά της ότι δεν μπορούν να κάνουν κάτι και θα έπρεπε όντως να πάω στην τράπεζα και να καταθέσω τα χαρτιά από την αρχή, επειδή οι τράπεζες είναι απλώς σαδιστικοί οργανισμοί που ζούνε για να ρουφάνε τη ζωτική ενέργεια και τη θέληση των πελατών τους. Αυτό το τελευταίο ήταν δική μου προσθήκη, διότι σιγά μην το παραδεχόταν το minion της Eurobank! Στην αρχή είπα να το πάρω απόφαση ότι για το υπόλοιπο της ζωής μου θα μάζευα λεφτά ζητιανεύοντας στην Ομόνοια, αλλά αποφάσισα να το παλέψω και να ρωτήσω πάλι τι έγγραφα χρειαζόμουν. Κάποια τα είχα, ευτυχώς, κάποια τυπώνονταν εύκολα και σαν έξτρα μπόνους έπρεπε να περάσω και από τον ΟΤΕ για μια βεβαίωση για τον αριθμό κινητού (ώστε να είναι σίγουροι ότι έχω δώσει σωστό νούμερο και δεν θα πρήζουν τα παπάρια κάποιου άσχετου σε περίπτωση που τους χρωστάω καμιά δόση, προφανώς!)

Νέος ποδαρόδρομος, λοιπόν, μέχρι τον ΟΤΕ, για να ζητήσω βεβαίωση για το κινητό μου. Με το που μπήκα με υποδέχτηκε μια ουρά 45 ατόμων με μέσο όρο ηλικίας τα 180 έτη. Μπροστά μπροστά, δύο μεσήλικες βρίζονταν και κόντευαν ήδη να πιαστούν στα χέρια, επειδή ο ένας αργούσε υπερβολικά και ο άλλος μάλλον βιαζόταν να έρθει η σειρά του ν΄αργήσει κι εκείνος υπερβολικά. Άρχισα πάλι να σκέφτομαι την επαιτεία στην Ομόνοια ως πιο βιώσιμη λύση, όταν μου έκοψε και ρώτησα μια υπάλληλο αν περίμενα καλά εκεί που περίμενα. Η υπάλληλος με ενημέρωσε ότι η ουρά ήταν μόνο για τα ταμεία και μπορούσα να πάω σε όποιο άλλο γραφείο ήθελα. Οι ουρανοί άνοιξαν απότομα και μια στρατιά Χερουβείμ με στεφάνωσε με δάφνες, λέγοντας ότι είμαι ο Εκλεκτός!

Πήρα και τη βεβαίωση ότι το κινητό μου είναι το κινητό μου κι όχι αλλουνού και πήγα στο άλλο υποκατάστημα της τράπεζας, που είναι παραδίπλα -διότι στη Νέα Σμύρνη είμαστε πολύ large κι έχουμε από ένα υποκατάστημα της Eurobank σε κάθε γωνία, σαν τα περίπτερα ένα πράμα. Άσε που δεν είχα όρεξη να ξαναδώ και τα μούτρα του αγουροξυπνημένου. Φυσικά, ήταν μοιραίο το λάθος, διότι το συγκεκριμένο κατάστημα είναι κεντρικό κι έχει πάντα κόσμο, οπότε πήρα αναγκαστικά νουμεράκι και περίμενα κάνα δεκάλεπτο μέχρι να έρθει η σειρά μου και να με ενημερώσει η ταμίας ότι τα ταμεία είναι μόνο για ταμειακές συναλλαγές (duh!) και ό,τι μπορούσα να εξυπηρετηθώ σε όποιο άλλο γραφείο ήθελα τόση ώρα, χωρίς αναμονή. Ευτυχώς που η τράπεζα τους αναγκάζει να είναι ευγενικοί με τους πελάτες, αλλιώς παίζει και να ξεκαρδιζόταν στα μούτρα μου, δείχνοντάς με σε όλους με το δάχτυλο. Μάζεψα ό,τι απέμεινε από την υπομονή κα την αξιοπρέπειά μου κι έκατσα στο γραφείο ενός τύπου με σομόν πουκάμισο.

Εξήγησα και σε αυτόν το δράμα μου, του έδωσα το χαρτομάνι, την κάρτα, ταυτότητα, δίπλωμα οδήγησης, κάρτα μέλους του Public, μια τσίχλα και όρκο αιώνιας αγάπης και του είπα να ενεργοποιήσει την κάρτα μπας και τελειώσει ο εφιάλτης. Ο εφιάλτης, όμως, ήταν από εκείνους τους κινηματογραφικούς, που ξυπνάει ο άλλος και συνειδητοποιεί ότι ονειρεύεται ακόμα, διότι -φυσικά- είμαι τόσο αστρονομικά ηλίθιος, που αντί να τυπώσω και να πάω τη μια σελίδα του εκκαθαριστικού, πήγα και τύπωσα ολόκληρη τη φορολογική δήλωση που έκανα για το 2016 -που έχω φτάσει σαράντα, πανάθεμά με, κι ακόμα δεν έχω μάθει να ξεχωρίζω τι είναι τι! Κάπου εκεί είχα φτάσει στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού και ήμουν έτοιμος να ανέβω πάνω στο γραφείο σκούζοντας: «Γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι ραβασάκια», ανεμίζοντας το παντελόνι μου. Συμμάζεψα τα συντρίμμια της καταρρακωμένης μου ύπαρξης και πήρα πάλι την ανηφόρα ως το σπίτι, βλαστημώντας παράλληλα που δεν ξαναπήγα στην κοντινή τράπεζα, με τον αγουροξυπνημένο.

Τύπωσα το σωστό χαρτί, ελπίζοντας να είναι σωστό, και ξεκίνησα για την έκτη επίσκεψη σε τράπεζα μέσα σε δυο μέρες -άλλη μία και θα μου έδιναν δικά μου κλειδιά. Αυτή τη φορά ήμουν αποφασισμένος ότι αν είχα κάνει πάλι κάποιο λάθος, θα έφευγα ουρλιάζοντας, θα απαρνιόμουν τον σύγχρονο τρόπο ζωής και το χρηματοπιστωτικό σύστημα και θα πήγαινα να ζήσω κρυμμένος από την ανθρωπότητα μέσα σε έναν υπόνομο στο Κερατσίνι. Ο τύπος με το σομόν πουκάμισο κοίταξε το χαρτί, αγνοώντας ότι, αναλόγως τι θα μου απαντούσε, έπαιζε τη ζωή του κορώνα-γράμματα, και με ενημέρωσε ότι ήταν σωστό και δεν χρειαζόμουν κάτι άλλο! Στο σημείο αυτό, οι ουρανοί ξανάνοιξαν, εμφανίστηκε πάλι η στρατιά των Χερουβείμ, αλλά όταν με είδαν έκαναν μεταβολή μονολογώντας κάτι για υπερωρίες για τον άχρηστο. Ο υπάλληλος πάτησε καμιά δεκαριά πλήκτρα στον υπολογιστή και με ενημέρωσε ότι η ^%#%$@ η κάρτα ήταν πλέον ενεργοποιημένη.

Βγήκα τρεκλίζοντας από την τράπεζα κι έφτυσα τον κόρφο μου τρεις φορές, πήγα κατευθείαν στο ΑΤΜ, έβαλα την κάρτα και -επιτέλους- βγήκαν χαρτονομίσματα, τα οποία φίλησα με πάθος. Μέχρι που θυμήθηκα ότι παίζει να τα έχουν ακουμπήσει πάνω από τρία εκατομμύρια άπλυτα χέρια και σιχάθηκα. Επέστρεψα σπίτι και πέρασα στις υπομνήσεις του υπολογιστή την ημερομηνία λήξης της νέας κάρτας: Οκτώβριος του 2022. Ως τότε παίζει να μην έχω καν χρήματα στον λογαριασμό μου, βέβαια, αλλά καλύτερα να είμαι σίγουρος παρά να ξαναφάω τη φρίκη αυτή!

Well played, Eurobank. Well played.

Η καρδιά της δουλάρας

Κεφάλαιο 01 | Ντίος μίο…

Οι οπλές των αλόγων αντηχούσαν δυνατά στο λιθόστρωτο δρομάκι, καθώς η άμαξα που μετέφερε την Λουτσία στον προορισμό της τρανταζόταν σαν φυματικός που κατρακυλάει σε βουνοπλαγιά της Αυστρίας. Η Λουτσία κοίταξε δειλά από το μικρό παραθυράκι της άμαξας, τον τόπο που θα ήταν το νέο της σπιτικό για το υπόλοιπο της ζωής της. Έσφιξε νευρικά την παλιά, ξεχαρβαλωμένη βαλίτσα της, ενώ η άμαξα προσπερνούσε τους μεγάλους αχυρώνες, τους στάβλους με τα άλογα και τους παχυκεφαλόσαυρους και τα υπόλοιπα κτίσματα που πλαισίωναν την τεράστια έπαυλη των Ντε Λος Κούλος.

Η άμαξα έστριψε στο δρομάκι, το οποίο έκανε τον γύρο μιας μικρής, στρογγυλής πλατείας με γεράνια, τριανταφυλλιές και οκαρίνες, ακριβώς μπροστά στην κεντρική είσοδο της έπαυλης. Ο αμαξάς κατέβηκε και άνοιξε την πόρτα στη Λουτσία.
«Φτάσαμε, κοπελιά» της είπε με ξερό και παγωμένο ύφος, αποφεύγοντας να την κοιτάξει, λες κι είχε σκατά στη μούρη. Εκείνη σήκωσε τη βαλίτσα της και κατέβηκε δειλά από την άμαξα. Τα άλογα χλιμίντρισαν ανυπόμονα, σαν να βιάζονταν να επιστρέψουν στον στάβλο τους για το βραδινό τους μαστίγωμα. Η Λουτσία ύψωσε το κεφάλι της και κοίταξε την μεγαλοπρεπή έπαυλη, με ανοιχτό το στόμα.

Τέτοια πολυτέλεια δεν είχε δει ποτέ στη ζωή της. Η τριώροφη έπαυλη δέσποζε με τα τεράστια παράθυρά της με τα βιτρό, τις βαριές, δρύινες πόρτες της και τα πανάκριβα χειροτεχνήματα από νεφρίτη και βιμπράνιο, που κοσμούσαν τους τοίχους της. Οι φήμες έλεγαν, μάλιστα, ότι η έπαυλη είχε ακόμη και τρεχούμενο νερό και εσωτερικές τουαλέτες! Πήρε μια βαθιά ανάσα και κατάπιε μια χρυσόμυγα που τρύπωσε στο ανοιχτό της στόμα. Ακόμα και οι μύγες των Ντε Λος Κούλος ήταν μέσα στα λούσα! Το μικρό και ταπεινό χωριουδάκι της, στους πρόποδες του Ποποκατέπετλ δεν είχε τέτοιες ανέσεις και πολυτέλειες και ένιωθε τελείως έξω από τα νερά της, σαν παπάς καλεσμένος σε επιστημονικό συνέδριο.

Η βαριά πόρτα της έπαυλης άνοιξε κι εμφανίστηκε ένας υπηρέτης, ντυμένος με λευκά ρούχα και ένα φανταχτερό, κόκκινο γιλέκο που τον έκανε να μοιάζει με ρινόκερο. Η Λουτσία δεν είχε δει ποτέ ρινόκερο στη ζωή της, αλλά ήταν σίγουρη ότι κάπως έτσι έμοιαζαν. Ο υπηρέτης κρατούσε στα χέρια του ένα χρωματιστό παρασόλι και κάτω από το παρασόλι στεκόταν μια γυναίκα. Ψηλή, κομψή και αγέρωχη, ήταν σίγουρα η κυρία του σπιτιού, σκέφτηκε η Λουτσία. Ήταν ντυμένη με ένα πανάκριβο, πράσινο φόρεμα, στο χρώμα του ζαφειριού, η κατάλευκη, αλαβάστρινη επιδερμίδα της έμοιαζε με γιδοτύρι και τα καστανά μαλλιά της χύνονταν στους ώμους της με περίτεχνες πλεξούδες που έμοιαζαν με φρεσκοτηγανισμένα τσούρος.

Δίπλα στην κυρία του σπιτιού στεκόταν ένας άντρας που έκανε την καρδιά της Λουτσία να πεταρίσει σαν πετροχελίδονο που το χτυπάει τυφώνας στην Γουαδαλαχάρα. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με καστανά, μακριά μαλλιά που ξεκουράζονταν στους φαρδιούς, γεροδεμένους ώμους του, σαν νύμφες ξαπλωμένες στα βράχια του ποταμού Κολοράντο. Το πρόσωπό του έμοιαζε αρκετά με εκείνο της γυναίκας, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν πιθανότατα γιος της. Είχαν την ίδια μύτη, τα ίδια μελιά μάτια και φορούσαν την ίδια απόχρωση ρουζ, που τόνιζε ακόμη περισσότερο τα ζυγωματικά τους. Όμως εκείνος, σε αντίθεση με την αυστηρή και ολίγον τι ξινιόλα μάνα του, χαμογελούσε και το χαμόγελό του έκανε τη Λουτσία να ξεχάσει λίγο την ταραχή που την βυζοχτυπούσε την ώρα εκείνη.

– Φερνάντο, πήγαινε τα άλογα πίσω στον στάβλο και καθάρισε την άμαξα, είπε η γυναίκα αυστηρά και επιτακτικά. Θέλω αύριο το πρωί να είναι έτοιμη για να πάμε στην εκκλησία.
– Σι, σενιόρα! απάντησε ο άξεστος αμαξάς, σκύβοντας το κεφάλι του τόσο απότομα που η Λουτσία φοβήθηκε ότι θα έσπαγε ο σβέρκος του και θα αποκεφαλιζόταν ακαριαία.
– Εσύ πρέπει να είσαι η Λουτσία… είπε η κυρία του σπιτιού, κοιτάζοντας την μικροκαμωμένη κοπέλα εξεταστικά.
– Μάλιστα, κυρία, απάντησε εκείνη δειλά, με το βλέμμα της χαμηλωμένο από φόβο και δέος.
– Ονομάζομαι Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος και είμαι η κυρία του σπιτιού. Και αυτός είναι ο γιος μου, Ιγνάθιο Αντόνιο Φερντινάντο Λορέντζο Λάμας Ρικάρδο Μαρτίνεζ Αλεχάνδρο Εξπέκτο Πατρόνουμ Γκουέρνικα Χεζούς Ντε Λος Κούλος.
– Για συντομία, μπορείς να με αποκαλείς κύριο Ιγνάθιο Αντόνιο Φερντινάντο Λορέντζο Λάμας Ρικάρδο Μαρτίνεζ Αλεχάνδρο, όμως! πρόσθεσε εκείνος, συνεχίζοντας να χαμογελά.

Η Λουτσία ύψωσε στιγμιαία το βλέμμα της και τα μάτια της διασταυρώθηκαν με εκείνα του Ιγνάθιο Αντόνιο Φερντινάντο Λορέντζο Λάμας Ρικάρδο Μαρτίνεζ Αλεχάνδρο. Ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της, διακριτικό σαν την κραυγή ετοιμόγεννης σε μεξικάνικη φιέστα.
– Πήγαινε να βρεις την Γιολάντα, συνέχισε η κυρία, κι εκείνη θα σε τακτοποιήσει και θα σε ενημερώσει για τα καθήκοντά σου. Για αρχή θα την βοηθάς με τις δουλειές του σπιτιού, μέχρι να μάθεις τα κατατόπια. Στη συνέχεια θα είσαι η προσωπική υπηρέτρια της κόρης μου, την οποία θα γνωρίσεις αργότερα.
– Μάλιστα, κυρία! απάντησε δειλά η Λουτσία και σήκωσε τη βαλίτσα της για να ακολουθήσει την γυναίκα μέσα στο σπίτι.
– Πού νομίζεις ότι πηγαίνεις; απόρησε εκείνη, με μια κραυγαλέα, ενδόμυχη φρίκη στη φωνή της.
Η Λουτσία κοντοστάθηκε και κοίταξε με απορία, μια την κυρία, μια τον γιο της και μια τον υπηρέτη με τη στολή ρινόκερου.
– Το υπηρετικό προσωπικό ποτέ δεν χρησιμοποιεί την κεντρική είσοδο της έπαυλης, ανόητη! είπε με εμφανή αποδοκιμασία και περιφρόνηση η Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος, λες και είχε μπροστά της μια κατσαρίδα που της ζήτησε να δανειστεί την τιάρα της.
Η Λουτσία κοκκίνισε απότομα και η αμηχανία της έκανε τον Ιγνάθιο Πως-τον-λένε να σκάσει απότομα στα γέλια.
– Πήγαινε από την πίσω πόρτα! της είπε εκείνος, σχεδόν στοργικά. Η Γιολάντα θα είναι στην κουζίνα τώρα και θα σου εξηγήσει τα πάντα.
Μάνα και γιος γύρισαν να επιστρέψουν στο σπίτι.
– Πού ακούστηκε οι δούλες να μπαινοβγαίνουν στο αρχοντικό από την κεντρική είσοδο; άκουσε την κυρία του σπιτιού να μονολογεί καγχάζοντας.

Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της Λουτσία, η οποία έσφιξε την ξεχαρβαλωμένη βαλίτσα με τα λιγοστά υπάρχοντά της και άρχισε να περπατά στο λιθόστρωτο. Μια δουλάρα! Αυτό ήταν πλέον. Μια καταφρονεμένη ορφανή από ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ποποκατέπετλ, που θα περνούσε το υπόλοιπο της ζωής της υπηρετώντας αυτούς στους οποίους η τύχη είχε χαμογελάσει λίγο περισσότερο. Εντάξει, πολύ περισσότερο, διότι η Λουτσία είχε με το ζόρι δεύτερο βρακί να αλλάξει και απείχε κάμποσο από το να αποκτήσει έπαυλη, αλλά όπως και να είχε το πράγμα, η νέα της μοίρα ήταν αυτή πια.
Όταν έχασε και τους τρεις γονείς της σε εκείνη την τραγική κατάρρευση του ορυχείου βασάλτη, που στοίχισε τη ζωή σε τόσα άτομα και έριξε στο βαρύ πένθος το χωριό της για έξι ολόκληρες ώρες, ήξερε ότι το μέλλον της είχε αλλάξει οριστικά. Ένα μαύρο πέπλο έμοιαζε να την είχε σκεπάσει, λες και η νύχτα φτερνίστηκε πάνω της. Και όταν στη συνέχεια ο Πατήρ Μιγκέλ Άνχελ -ο πάστορας και ωτορινολαρυγγολόγος του μικρού τους χωριού- της είπε ότι είχε βρει μια πλούσια οικογένεια η οποία ήθελε να την πάρει στη δούλεψή της, ένιωσε σαν εκείνο το βαρύ πέπλο να είχε ανασηκωθεί λιγάκι από πάνω της.

Όμως, μπροστά στην σκληρή πραγματικότητα που αντίκριζε, το βαρύ πέπλο εμφανίστηκε πάλι. Η Λουτσία ήταν πια μια υπηρέτρια. Μια παραδουλεύτρα. Μια δούλα! Έστριψε αριστερά, έχοντας τον τοίχο της έπαυλης στο δεξί της χέρι. Δίπλα ακριβώς ήταν η είσοδος στα αμπέλια των Ντε Λος Κούλος, εκεί όπου παραγόταν για γενιές ολόκληρες το Ρεπουγνάντε, το διάσημο ημίγλυκο κρασί της οικογένειας, χάρη στο οποίο είχαν κερδίσει τα αμύθητα πλούτη τους. Λίγο πιο πέρα ξεκινούσαν και τα οχτώ στρέμματα με τις χασισοφυτείες της οικογένειας, τα οποία ουδεμία σχέση είχαν με τα προαναφερθέντα πλούτη. Ο Κυβερνήτης –πρώτος ξάδελφος της Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος- διαβεβαίωνε τις αρχές ότι η οικογένεια χρησιμοποιούσε την κάνναβη για ιατρικούς λόγους, πράγμα το οποίο προσυπόγραφε, άλλωστε, με ιατρική του γνωμάτευση και ο τοπικός γιατρός και μπατζανάκης της Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος.

Η πίσω πόρτα της έπαυλης οδηγούσε στη μεγάλη κουζίνα του αρχοντικού και διάφοροι υπηρέτες μπαινόβγαιναν από κει κουβαλώντας κιβώτια με λαχανικά, φρούτα και χειροβομβίδες. Η Γιολάντα, μια μεσήλικη, στρουμπουλή Μεξικάνα με ένα τεράστιο χαμόγελο, ετοίμαζε το μεσημεριανό γεύμα της οικογένειας, ξεστομίζοντας που και που διάφορες κατάρες στα ισπανικά, στους υπηρέτες που μπλέκονταν στα πόδια της.
– Ποια είσαι εσύ, τσικίτα; ρώτησε τη Λουτσία, στραγγαλίζοντας με στοργή μια κότα.
– Είμαι η Λουτσία, η νέα υπηρέτρια! απάντησε εκείνη.
– Ντίος μίο, πόσων χρόνων είσαι;
– Πριν λίγες μέρες έκλεισα τα δεκαεννέα. Αλλά μην ανησυχείτε, μπορεί να δείχνω μικροκαμωμένη και αδύναμη, αλλά μπορώ να αναλάβω και τις πιο δύσκολες δουλειές. Στο χωριό μου εγώ μεγάλωσα και τα έξι αδέλφια μου!
-Έξι αδέλφια, ε; Και που είναι τώρα;
Η Λουτσία έσκυψε το κεφάλι θλιμμένη.
– Αλίμονο, σκοτώθηκαν και τα έξι στην κατάρρευση του ορυχείου βασάλτη, μαζί με τους γονείς μου…
– Άι, άι, άι! αναφώνησε η Γιολάντα, πιάνοντας τα μάγουλα της Λουτσία. Φτωχό μου κορίτσι, τόσο νέα και έχεις βιώσει ήδη τόση τραγωδία! Μέσα σε μια στιγμή έχασες όλη σου την οικογένεια!
– Όχι όλη, η γιαγιά μου δεν σκοτώθηκε στο ορυχείο! απάντησε η Λουτσία.
– Πάλι καλά!
– Είχε ήδη πεθάνει δυο χρόνια πιο πριν. Την είχε ποδοπατήσει ένα κοπάδι από αγριόχηνες στην Τιχουάνα…
– Ντίος μίο! είπε η Γιολάντα και φίλησε τον μεγάλο, ασημένιο σταυρό που κρεμόταν από το λαιμό της, κοιτώντας πλαγίως την κατσικοπόδαρη που της είχε κουβαληθεί στην κουζίνα.
– Πού θα μείνω εγώ; ρώτησε η Λουτσία, σηκώνοντας τη βαλίτσα της.
Η Γιολάντα της έδειξε ένα μικρό κτίσμα λίγο πιο κάτω από την έπαυλη, δίπλα στους στάβλους.
– Εκεί είναι τα δωμάτια του υπηρετικού προσωπικού. Πήγαινε να ετοιμαστείς και έλα πάλι σε μένα να σου δείξω τα κατατόπια. Το δωμάτιό σου είναι στον πάνω όροφο, το τελευταίο στα αριστερά. Δεν είναι τίποτα το σπουδαίο, αλλά θα είσαι άνετα.

Το δωμάτιο, όντως, δεν ήταν κάτι το σπουδαίο. Ένα απλό κρεβάτι, ένα τραπεζάκι, μια καρέκλα, μια μικρή ντουλάπα και ένα προσευχητάρι στη γωνία, με γύψινα αγαλματίδια του Ιησού, της Μαρίας και του Νταρθ Βέιντερ. Λιτό και φτωχικό, ειδικά σε σύγκριση με το μέγαρο των Ντε Λος Κούλος. Σε εκείνη, όμως, φαινόταν σαν παλάτι. Στο παλιό της σπίτι, πίσω στο χωριό, κοιμούντουσαν οχτώ άτομα σε ένα κρεβάτι και άλλα τρία από κάτω. Τώρα είχε ένα κρεβάτι όλο δικό της, αυτό ήταν σίγουρα μια βελτίωση. Ακούμπησε τη μικρή, ξεχαρβαλωμένη βαλίτσα της στο κρεβάτι και έβγαλε από μέσα τα λιγοστά υπάρχοντά της. Τρία φουστανάκια, δύο φανελένια εσώρουχα, εφτά ζευγάρια κάλτσες, ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια, ένα πανωφόρι, ένα καλό φόρεμα για την εκκλησία, άλλο ένα καλό φόρεμα για το καζίνο, δυο ζακέτες, ένα παλτό, μια στολή δύτη, τρία μαντηλάκια, ένα φουσκωτό φλαμίνγκο, οχτώ πουλόβερ, ένα καπέλο για τον ήλιο, ένα καπέλο πορτατίφ, ένα ζευγάρι παντόφλες, τα πλεκτά της γάντια, μια μάσκα οξυγονοκόλλησης, μια νυχτικιά, ένα κάδρο με τους γονείς της και ένα κεντητό, διπλό πάπλωμα. Όλη της η ζωή χωρούσε σε μια ταπεινή βαλίτσα.

Έριξε μια ματιά από το παράθυρο. Το δωμάτιό της έβλεπε σε έναν καταπράσινο, ρομαντικό κήπο, γεμάτο αγάλματα, τριανταφυλλιές και τάφους. Κάποιος περπατούσε εκεί. Πλησίασε στο τζάμι, μέχρι που η μύτη της ακούμπησε πάνω του. Ήταν ο Ιγνάθιο Τάδε-Τάδε-Τάδε-ΚαιΤαΛοιπά και έμοιαζε να σπρώχνει κάτι στο παχύ γρασίδι. Ήταν ένα αναπηρικό αμαξίδιο και πάνω του καθόταν μια νεαρή κοπέλα, ακίνητη, αγέλαστη και κατάχλωμη σαν φασιανός. Η Λουτσία δεν είχε δει ποτέ φασιανό στη ζωή της, αλλά ήταν σίγουρη ότι κάπως έτσι έμοιαζαν.
– Ποια είναι η κοπέλα στο καροτσάκι; ρώτησε γεμάτη περιέργεια τη Γιολάντα, όταν επέστρεψε στην κουζίνα.
Η Γιολάντα δαγκώθηκε κι έκανε τον σταυρό της. Μετά έφτυσε τρεις φορές στον κόρφο της, πήγε σε ένα ντουλάπι, έβγαλε λίγο αλάτι από ένα μεταλλικό κουτί, το πέταξε πίσω από την πλάτη της και στη συνέχεια έφερε τρεις σβούρες, είπε το «Χαίρε Μαρία» τρεις φορές, φίλησε τον ασημένιο της σταυρό, έκανε κατακόρυφο και ήπιε οχτώ γουλιές νερό λέγοντας ανάποδα την αλφάβητο. Τέλος, γονάτισε και έκανε πέντε μετάνοιες. Μετά σηκώθηκε και κοίταξε την Λουτσία κατάματα.
– Τι με ρώτησες; Ξέχασα! είπε με κενό βλέμμα.
– Το κορίτσι στο καροτσάκι! είπε μεγαλόφωνα και ανυπόμονα η Λουτσία.
– Α, ναι! είπε συνομωτικά η Γιολάντα. Το κορίτσι αυτό είναι η απόδειξη ότι και όλα τα πλούτη του κόσμου να έχεις, αυτό δεν σου εγγυάται την ευτυχία. Είναι η Εσμεράλδα, αδελφή του κύριου Ιγνάθιο, η μικρή κόρη της Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος. Αυτή που θα υπηρετείς και θα φροντίζεις εσύ.
– Αλήθεια; είπε η Λουτσία προβληματισμένη. Τι της συνέβη;
– Κανείς δεν ξέρει! απάντησε η Γιολάντα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην πόρτα της κουζίνας. Δεν ήταν πάντα έτσι! Παλιά ήταν ολοζώντανη και χαρούμενη. Μέχρι που μια μέρα έπεσε στο κρεβάτι με βαρύ πυρετό. Δέκα μερόνυχτα ψηνόταν, σαν μοσχαρίσια μπριζόλα στη σχάρα.
– Τι έπαθε;
– Σοκολατίνα, λένε οι φήμες…
– Σοκολατίνα; απόρησε η Λουτσία. Την πάστα; Μήπως εννοείς σκαρλατίνα;
– Τι είναι αυτό; ρώτησε απορημένη η Γιολάντα.
– Οστρακιά! απάντησε η Λουτσία.
– Ντίος μίο, μη λες ανοησίες, τσικίτα! Δεν έφαγε ποτέ στρείδια και αχιβάδες! Αν ρωτήσεις εμένα, πάντως, η αρρώστια ήταν κατάρα από τον Θεό για τα κρίματα της οικογένειάς της! Η μικρή σώθηκε, αλλά από τότε δεν είναι η ίδια!
Η Γιολάντα πήρε ένα πανέρι με φρεσκοκομμένα ντούριαν και το πήγε στο κελάρι, αφήνοντας πίσω της σκεπτική την Λουτσία.
– Ντίος μίο… ψέλλισε εκείνη.

Συνεχίζεται στο επόμενο (duh!)

Κεφάλαιο 02 | Ντόντε έστα λα βιβλιοτέκα;

Η Λουτσία ξεσκόνιζε μια μεγάλη εβένινη βιλιοθήκη από μαόνι, σιγομουρμουρώντας ένα παλιό, μεξικάνικο νανούρισμα των Cannibal Corpse, που συνήθιζε να της τραγουδά η γιαγιά της κάθε βράδυ. Ο ήχος ενός κουδουνίσματος την έκανε να πεταχτεί τρομαγμένη. Ακουγόταν σαν κάποιος να χτυπά ένα καμπανάκι.
– Ω, ένας άγγελος πήρε τα φτερά του! μονολόγησε συγκινημένη.
– Ντίος μίο, γιατί κάθεσαι τσικίτα; της φώναξε η Γιολάντα, η οποία μπήκε φουριόζα στο γραφείο, κρατώντας έναν δίσκο. Δεν άκουσες το καμπανάκι;
– Τι σημαίνει; ρώτησε εκείνη σαστισμένη.
– Είναι η ώρα που η μεγάλη Κυρία παίρνει το τσάι της. Της έμεινε αυτή η συνήθεια από τότε που επισκέφτηκε τις Αγγλίες και είδε πώς ζούνε οι αριστοκράτες! Πάρε τον δίσκο και πήγαινέ τον στην κρεβατοκάμαρά της.
Η Λουτσία πήρε τον επίχρυσο δίσκο στα χέρια της. Είχε πάνω ένα όμορφο πορσελάνινο σερβίτσιο τσαγιού. Μια λεπτεπίλεπτη τσαγιέρα, το φλιτζάνι με το ασημένιο κουταλάκι, μια σαλιάρα, τη ζαχαριέρα και μια πιατέλα με φέτες από φρεσκοψημένο κέικ με αμύγδαλο, σμέουρα και στρουμφ και δροσερά σαντουιτσάκια αγγουριού με χαλαπένιο, πιπέρι καγιέν, σκορδοστούμπι και νιτρογλυκερίνη.
– Στην μεγάλη Κυρία αρέσει να τρώει κάτι ελαφρύ με το τσάι της! είπε η Γιολάντα.

Η Λουτσία ανέβηκε προσεκτικά τη μεγάλη σκάλα, με το χοντρό χαλί από τρίχες μυρμηγκοφάγου, έχοντας τα μάτια στραμμένα στον βαρύ δίσκο. Έφτασε στον δεύτερο όροφο, πέρασε την πρώτη πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο χορού, πέρασε τη δεύτερη πόρτα που οδηγούσε στη βιλιοθήκη, πέρασε την τρίτη πόρτα που οδηγούσε στη Νάρνια και έφτασε μπροστά από την πόρτα της Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος. Ακούμπησε τον δίσκο στο κομψό σεκρετέρ που βρισκόταν στο χωλ και χτύπησε την πόρτα απαλά με μια κουτουλιά.
– Πέρνα μέσα! ακούστηκε επιτακτική η φωνή της οικοδέσποινας.
Το δωμάτιο της ήταν τρεις φορές μεγαλύτερο από το δωμάτιο της Λουτσία. Μπορεί και δώδεκα, η Λουτσία δεν ήταν πολύ καλή στα μαθηματικά. Το ημίδιπλο κρεβάτι ήταν στρωμένο με μεταξωτά σεντόνια και ένα βαρύ πάπλωμα από πούπουλα αγριόχοιρου, ενώ σε κάθε πλευρά του είχε ένα περίτεχνο κομοδίνο γεμάτο κρυστάλλινα μπιμπελό, καδράκια και βάζα με μουμιοποιημένα κεφάλια. Μπροστά από το κρεβάτι βρισκόταν ένα μεγάλο, ξύλινο σεντούκι με όμορφα ξυλόγλυπτα στολίδια που απεικόνιζαν ιστορίες από την Αγία Γραφή και τον Χάρι Πόττερ, ενώ η Μαρία Ντολόρες στεκόταν μπροστά στην τουαλέτα της, με τον πελώριο καθρέφτη από γυαλί και άπλωνε πούδρα στο πρόσωπό της με μια βούρτσα καμινάδας.
– Θα πάρω το τσάι μου έξω, είπε η κυρία, χωρίς καν να γυρίσει να κοιτάξει τη Λουτσία. Μου αρέσει να πίνω τσάι με λεμόνι στο μπαλκόνι.

Η Λουτσία άφησε τον δίσκο έξω, στο τραπεζάκι και μπήκε πάλι μέσα.
– Με χρειάζεστε κάτι άλλο, κυρία; ρώτησε με το βλέμμα στραμμένο στο μαρμάρινο πάτωμα.
– Όχι, μπορείς να πηγαίνεις! απάντησε εκείνη. Θύμισέ μου το όνομα σου, Αδορασιόν-Γουαδαλούπη είπαμε σε λένε;
– Όχι, κυρία. Λουτσία!
– Αχ, ναι! Πάντα τα μπερδεύω αυτά τα δύο! Από αύριο Λουτσία, θέλω να αναλάβεις τις ανάγκες της κόρης μου, της Εσμεράλδα. Χρειάζεται ιδιαίτερη και προσεκτική φροντίδα, η υγεία της είναι αρκετά κλονισμένη τον τελευταίο καιρό.
– Μάλιστα, κυρία! Μου είπατε ότι θα τη γνώριζα αργότερα.
– Θα κανονίσω να σε συνοδεύσει στο δωμάτιό της ο Ιγνάθιο Αντόνιο Φερντινάντο Λορέντζο Λάμας Ρικάρδο Μαρτίνεζ Αλεχάνδρο, για μια πρώτη γνωριμία… είπε η Μαρία Ντολόρες και σηκώθηκε όρθια, με το φρεσκοασπρισμένο πρόσωπό της να αστράφτει με τη ζωντάνια παστής ρέγγας.

Η Λουτσία επέστρεψε στην κουζίνα, όπου η Γιολάντα ξεφλούδιζε άγριες αγκινάρες για το βραδινό της οικογένειας.
– Έλα να με βοηθήσεις, τσικίτα, το φαγητό δεν θα ετοιμαστεί μόνο του!
Η Λουτσία κοίταξε τις αγκινάρες και αναστέναξε.
– Αυτό ήταν το αγαπημένο φαγητό της θείας μου, της Κονσουέλα! είπε με νοσταλγία στο βλέμμα. Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή της!
– Άσε να μαντέψω, είπε η Γιολάντα. Σκοτώθηκε κι εκείνη στην κατάρρευση του ορυχείου βασάλτη!
– Ναι, εκείνη τη φριχτή μέρα που ο χρόνος σταμάτησε για έξι ολόκληρες ώρες στο χωριό μας… Το βράδυ είχαμε φιέστα και είχαμε ήδη πληρώσει την μπάντα των μαριάτσι, οπότε δεν γινόταν να το ακυρώσουμε!
– Αναρωτιέμαι πόσοι έχουν μείνει ζωντανοί σε αυτό το χωριό! είπε χαμηλόφωνα η Γιολάντα. Τέλος πάντων, έλα να βοηθήσεις, το βράδυ θα έχουμε μουσαφίρηδες και πρέπει να προλάβουμε.
– Ποιος θα έρθει; ρώτησε η Λουτσία πιάνοντας στα χέρια της μια άγρια αγκινάρα που προσπαθούσε να ξεφύγει από το καλάθι.
– Ααα, έχουμε λαμπρούς καλεσμένους απόψε! είπε η Γιολάντα σκύβοντας συνομωτικά στο αυτί της Λουτσία. Θα έρθει ο Δον Χόρχε Ρομέρο, ο μεγαλοτσιφλικάς του Ακαπούλκο, μαζί με τη λεγάμενη!
– Ποια είναι η λεγάμενη; ρώτησε η Λουτσία παραξενεμένη.
– Ντίος μία, κορίτσι μου, φώναξε δήθεν απηυδισμένη η Γιολάντα, τίποτε δεν ξέρεις πια; Η λεγάμενη είναι η Κονσεψιόν Ρομέρο, η κόρη του Δον Χόρχε και αρραβωνιάρα του κύριου Ιγνάθιο!
Το βλέμμα της Λουτσία σκοτείνιασε σαν κυριακάτικο, φθινοπωρινό πρωινό στις πάνω γειτονιές της Μανίλα.
– Είναι αρραβωνιασμένος ο κύριος Ιγνάθιο Χουάν Ραμόν Ρότσα Αλφρέντο πως-τον-λένε; ρώτησε συγκλονισμένη, λες κι είχε χαθεί κάποιο δικό της πρόσωπο, από αυτά που δεν είχαν ήδη ψοφολογήσει στο ορυχείο βασάλτη, δηλαδή.
Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό το τσίμπημα που ένιωθε στην καρδιά της. Για ποιον λόγο την είχε πειράξει αυτό το νέο; Σάμπως είχε ποτέ ελπίδες μαζί του; Ποιος θα γύριζε να κοιτάξει μια υπηρέτρια, μια άπορη κόρη που η σκληρή ανάγκη την είχε ρίξει στη βιοπάλη;
– Οι φήμες λένε ότι ο κύριος Ιγνάθιο, συνέχισε η Γιολάντα ακάθεκτη, δεν θέλει να παντρευτεί την σενιόρα Κονσεψιόν! Αλλά η μεγάλη Κυρία επιμένει να τον παντρέψει για να σμίξουν οι δύο οικογένειες. Οι Ντε Λος Κούλος θα γίνουν η πιο ισχυρή οικογένεια σε όλη τη Μεξικανική Αυτοκρατορία με αυτόν τον γάμο!

Η υπόλοιπη μέρα κύλησε με την ίδια βαρετή ρουτίνα που είχε συνηθίσει η Λουτσία από το ίδιο πρωί που είχε φτάσει στην έπαυλη. Γυάλισαν τα ασημικά, ασήμωσαν τα γυαλικά, σιδέρωσαν το λινό τραπεζομάντηλο για το τραπέζι, στόλισαν τη μεγάλη τραπεζαρία με βάζα γεμάτα τριαντάφυλλα, γαρδένιες, αζαλέες και σφυρίδες και στη συνέχεια κλείστηκαν στην κουζίνα για να ετοιμάσουν το πλουσιοπάροχο γεύμα. Ήταν τα πιο κουραστικά δεκατρία λεπτά που είχε ζήσει στη ζωή της η Λουτσία.
Ξαφνικά, το δεύτερο καμπανάκι στην κουζίνα χτύπησε δύο φορές. Δύο χτυπήματα. Αυτό σήμαινε ότι καλούσε ο κύριος Ιγνάθιο. Μετά ακολούθησαν άλλα τρία, πολύ σύντομα χτυπήματα και μετά τέσσερα πιο δυνατά. Αυτό σήμαινε ότι ήταν στον τρίτο όροφο, στο τέταρτο δωμάτιο, αυτό της Εσμεράλδα. Μετά ακολούθησαν άλλα δώδεκα γρήγορα χτυπηματάκια, τα οποία σήμαιναν ότι ήθελε το δωδέκατο μέλος του προσωπικού, δηλαδή τη Λουτσία!
– Δεν θα ήταν πιο εύκολο να φώναζαν από πάνω με ένα χωνί; ρώτησε η Λουτσία, με ένα μπλοκάκι στο χέρι, όπου ήταν σημειωμένα όλα τα κωδικά χτυπήματα, σε δώδεκα σελίδες.
– Άσε τις εξυπνάδες και βιάσου! της φώναξε η Γιολάντα. Ο Κύριος θέλει να σε συστήσει στη μικρή Κυρία!
Η Λουτσία ίσιωσε τα μαλλιά της και την ποδιά της και με καρδιά που χτυπούσε γρήγορα και ακανόνιστα -σαν τον κωδικό στο καμπανάκι όταν πιάνει κόψιμο τη Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος- κατευθύνθηκε στη μεγάλη σκάλα. Δεν ήξερε αν η αγωνία της ήταν για το ότι θα γνώριζε επιτέλους τη μυστηριώδη κοπέλα στο αναπηρικό αμαξίδιο, ή επειδή θα έβλεπε ξανά τον γραμμωμένο, πανέμορφο παίδαρο με τις πλατάρες και τις χερούκλες που μπορούσαν να τη μαλάξουν σαν φρέσκια ζύμη για τορτίγιες. Μάλλον το πρώτο.

Στάθηκε μπροστά από την πόρτα της Εσμεράλδα και χτύπησε απαλά με ένα ρόπαλο.
– Παρακαλώ; ακούστηκε μια αντρική φωνή από μέσα.
Η Λουτσία άνοιξε την πόρτα και μπήκε δειλά. Αντίκρυ της στεκόταν χαμογελαστός ο Ιγνάθιο και δίπλα του, καθιστή στο κρεβάτι της, η μικροκαμωμένη αδελφή του. Ήταν χλωμή και φαινόταν καταβεβλημένη, αλλά χαμογελούσε κι εκείνη.
– Εσύ πρέπει να είσαι η Λουτσία, είπε και η φωνή της ακούστηκε σαν το κελάρισμα ρυακιού σε ορεινό χωριουδάκι της Βαυαρίας. Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω!
– Παρομοίως, κυρία Εσμεράλδα! είπε η Λουτσία κι έκανε μια χαριτωμένη, αεράτη υπόκλιση. Μετά σηκώθηκε πάλι από το πάτωμα, όπου είχε πέσει μπρούμυτα.
– Η Λουτσία έρχεται από ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ποποκατέπετλ! είπε ο Ιγνάθιο στην αδελφή του.
– Πολύ όμορφα! απάντησε εκείνη. Θέλω να μου πεις τα πάντα γι’ αυτό, Λουτσία!
– Είναι χωριό. Και είναι μικρό. Και είναι στους πρόποδες του Ποποκατέπετλ, απάντησε εκείνη.
– Ακούγεται σαν ένα μαγικό μέρος! είπε η Εσμεράλδα ενθουσιασμένη.
– Α, είναι, κυρία! αποκρίθηκε η Λουτσία. Το 1826 ψηφίστηκε ο νούμερο ένα προορισμός για να βρεις φριχτό θάνατο!
– Εγώ θα σας αφήσω να γνωριστείτε, πρέπει να ετοιμαστώ για το δείπνο! είπε ο Ιγνάθιο. Εσένα θα σε βοηθήσει η Λουτσία να ετοιμαστείς!
– Ιγνάθιο, προσπάθησε να είσαι ευγενικός σήμερα με την Κονσεψιόν! είπε η Εσμεράλδα, πιάνοντας τον αδελφό της από το χέρι.
Εκείνος άφησε έναν αναστεναγμό να του ξεφύγει.
– Θα είμαι, όμως η μητέρα είναι γελασμένη αν νομίζει ότι αυτός ο γάμος θα γίνει!
Γύρισε να βγει από το δωμάτιο και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου η ματιά του διασταυρώθηκε με εκείνη της Λουτσία. Ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, που στη Λουτσία φάνηκε σαν ολόκληρος αιώνας –μπορεί και δεκαετία ακόμα!

– Λουτσία, άνοιξε την ντουλάπα μου και βοήθησέ με να βρω κάτι να φορέσω στο τραπέζι!
Η Λουτσία άνοιξε την ντουλάπα της Εσμεράλδα κα άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα ρούχα της. «Είναι όλα πολύ μικρά, δεν υπάρχει περίπτωση να χωρέσει το τραπέζι σε κανένα από αυτά!» σκέφτηκε.
– Πες μου, λοιπόν, Λουτσία, πώς σου φαίνεται η ζωή εδώ; Πρέπει να είναι σίγουρα πολύ διαφορετική από το χωριό σου…
– Ω, ναι, κυρία! Εκεί δεν έχουμε τις ανέσεις και τα πλούτη σας, χέζουμε σε μια τρύπα στην αυλή. Ο κόσμος είναι φτωχός και ταπεινός και κερδίζει το λιγοστό ψωμί του με μόχθο και κόπο. Όμως, όλοι τους είναι με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη!
– Μακάρι να μπορούσα να ζήσω σε ένα τέτοιο μέρος! είπε μελαγχολικά η Εσμεράλδα, κοιτώντας έξω από το παράθυρο τους ασφόδελους, τα κρινιάκια και το πούμα που κατασπάραζε έναν σταβλίτη.
– Γιατί το λέτε αυτό, κυρία; Εδώ έχετε όλα τα καλά του Θεού!
– Δεν έχω, όμως, την ελευθερία μου, Λουτσία. Είμαι σαν μια φυλακισμένη καρδερίνα μέσα σε χρυσό κλουβί. Έχω ό,τι επιθυμώ, αλλά δεν μπορώ να πετάξω!
– Ούτε στο χωριό μου θα μπορούσατε να πετάξετε, κυρία! Πιστέψτε με, το ξέρω γιατί το δοκίμασε μια ξαδέλφη μου λωλή πριν δυο χρόνια. Πήδηξε από την κορυφή του Ποποκατέπετλ κι ακόμα την ψάχνουν στον κρατήρα…
Η Εσμεράλδα χαμογέλασε συγκαταβατικά.
– Ω, Λουτσία, είσαι τόσο αθώα! είπε.

Η ατμόσφαιρα στην έπαυλη των Ντε Λος Κούλος το ίδιο βράδυ ήταν εορταστική. Το οίκημα ήταν κατάφωτο και παντού υπήρχαν ανθοδέσμες με φρεσκοκομμένα λουλούδια και λαχανικά. Το μεγάλο τραπέζι ήταν στρωμένο με κάθε επισημότητα –είχαν ακόμα και πετσέτες για να απλώνουν στα πόδια. Η Λουτσία δεν είχε ξαναγνωρίσει τέτοια χλιδή. Στο σπίτι της στο χωριό σκουπίζονταν με τα μανίκια τους και ό,τι έπεφτε στα πόδια τους το έτρωγαν τα γουρούνια.
Το δείπνο το είχε ετοιμάσει η Γιολάντα, η οποία είχε τη φήμη φημισμένης μαγείρισσας. Δεκάδες πιατέλες με εδέσματα και λιχουδιές και μπουκάλια με ακριβά κρασιά κάλυπταν την επιφάνεια του τραπεζιού, ενώ το μενού συμπλήρωναν τρία κύρια πιάτα και τέσσερα παρακατιανά.
Στην κορυφή του τραπεζιού, η Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος, ντυμένη με μια γαλάζια τουαλέτα με τούλια και φραμπαλάδες. Δίπλα της, στη μία άκρη η Εσμεράλδα και στην άλλη ο Ιγνάθιο, ντυμένος με ένα κομψό, σκούρο κουστούμι που τον έκανε να μοιάζει ακόμη πιο θελκτικός και αρρενωπός, ειδικά με τον τρόπο που σούφρωνε τα χείλη του όλο νάζι. Δίπλα στον Ιγνάθιο καθόταν η περιοβόητη αρραβωνιάρα, η Κονσεψιόν Ρομέρο. Η Λουτσία της έριξε μια κρυφή ματιά πίσω από την πόρτα. Εντάξει, δεν την έλεγες και άσχημη, ήταν συμβατικά όμορφη -αν σου άρεσαν οι πανύψηλες, δίμετρες καλλονές με κατακόκκινα, μακριά μαλλιά, σαρκώδη χείλη και αψεγάδιαστη επιδερμίδα. «Σιγά την πατσαβούρα!» σκέφτηκε η Λουτσία, μπήγοντας τα νύχια της στο ξύλινο πλαίσιο της πόρτας.
Στην άλλη κορυφή του τραπεζιού καθόταν ο Δον Χόρχε Ρομέρο, ένας ευθυτενής πενηντάρης με περιποιημένο, γκρίζο μούσι και δίπλα του η σύζυγός του, η Δόννα Σάλμα Χαγιέκ-Ρομέρο, την οποία έτσι κι αλλιώς την είχαν όλοι χεσμένη.

– Ο κύριος Ντε Λος Κούλος πού είναι; Δεν θα έρθει στο δείπνο; ρώτησε η Λουτσία την Γιολάντα. Δεν τον είδα καθόλου όλη μέρα.
– Ο κύριος δεν είναι πια ανάμεσα μας! είπε η Γιολάντα και φίλησε τον ασημένιο σταυρό που κρεμόταν στο στήθος της. Τον σκότωσε ένα τσιουάουα πριν από χρόνια…
– Ντίος μίο! μονολόγησε η Λουτσία. Δηλαδή, έχουμε κάτι κοινό με τον Ιγνάθιο. Έχουμε χάσει και οι δύο τον πατέρα μας!
– Και αυτό είναι και το μόνο κοινό που έχετε! είπε γελώντας δυνατά η Γιολάντα. Μπα, σε καλό σου, τσικίτα! Έχεις γούστο εσύ!
Η Γιολάντα επέστρεψε στην κουζίνα για να ετοιμάσει τη διάσημη φλαν της, με καραμελωμένα φουντούκια και πράσο, ενώ η Γιολάντα απέμεινε να κοιτάζει κρυφά τον Ιγνάθιο από την πόρτα. Τους χώριζε ένα δωμάτιο μόνο και φάνταζε σαν να τους χώριζαν κόσμοι ολόκληροι.
– Γιατί με αναστατώνει τόσο αυτός ο άντρας; Τι το ιδιαίτερο έχει; μονολόγησε χαϊδεύοντας απαλά το μπούστο της.

Συνεχίζεται στο επόμενο, αλλά κανείς δεν ξέρει πότε θα είναι αυτό, πάω διακοπές, μπίτσιζ.

Κεφάλαιο 03 | Με γουσταρία ούνα θερβέθα…

Το επίσημο δείπνο στην έπαυλη των Ντε Λος Κούλος εξελισσόταν περίφημα. Τα φαγητά ήταν όλα εξαίσια – ειδικά τα κρύα μυαλά πιθήκου – το εκλεκτό κρασί έρρεε άφθονο και οι ιστορίες ηρωισμού από τον Εμφύλιο είχαν την τιμητική τους. Ο Δον Χόρχε Ρομέρο είχε πολλά να διηγηθεί από τον πόλεμο –όλα ιστορίες που είχε ακούσει από άλλους, φυσικά, καθώς ο ίδιος παραήταν πλούσιος για να πάει να πολεμήσει με την πλέμπα. Δίπλα του, η Δόννα Σάλμα Χαγιέκ-Ρομέρο χαμογελούσε συγκαταβατικά και κουνούσε το κεφάλι της σαν καλή γλάστρα, ενώ η κόρη τους, Κονσεψιόν Ρομέρο, έτρωγε με τα μάτια της τον Ιγνάθιο. Εκείνος είχε παρατηρήσει από ώρα τις λάγνες ματιές που του έριχνε και αισθανόταν άβολα, καθώς δεν μοιραζόταν τα ίδια αισθήματα αγάπης και αφοσίωσης με εκείνην. Σίγουρα, θα της έριχνε ευχαρίστως έναν κρύο στα όρθια, αλλά παραήταν τζέντλεμαν για να την κοιτάζει στο τραπέζι σαν κανένα λιγούρι.

Η Κονσεψιόν πήρε ένα καλαμπόκι από την πιατέλα, το άλειψε με λίγη σάλτσα και, κοιτώντας με νόημα τον Ιγνάθιο, άρχισε να το σπρώχνει αργά αργά και αισθησιακά μέσα στο στόμα της, μέχρι που εξαφανίστηκε ολόκληρο στα βάθη του οισοφάγου της. Ο Ιγνάθιο γούρλωσε τα μάτια. Η Κονσεψιόν χαμογέλασε και έβγαλε το καλαμπόκι από το στόμα της, τελείως γυμνό από τα σπόρια του. Ο Ιγνάθιο ένιωσε χοντρές στάλες ιδρώτα να κυλάνε στα κωλομέρια του. Η Λουτσία, παρακολουθούσε τη σκηνή κρυμμένη πίσω από την πόρτα της τραπεζαρίας.
«Κοίτα την χαζή!» μονολόγησε. «Προσπαθεί να τον ρίξει με βαρετά ταχυδακτυλουργικά!»
– Τσικίτα, πού είσαι; Ήρθε η ώρα να σερβίρουμε το γλυκό! φώναξε από το βάθος του σπιτιού η Γιολάντα.
Η Λουτσία έτρεξε στην κουζίνα αναψοκοκκινισμένη, σαν καπουτσίνος ιερέας στα εγκαίνια σχολής χορού.
– Εγώ, πάντως, νομίζω ότι δεν ταιριάζουν! είπε σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά της.
– Ποιοι; ρώτησε η Γιολάντα, βγάζοντας το σερβίτσιο του γλυκού, μια σπάτουλα και ένα δραπανοκατσάβιδο από το συρτάρι.
– Ο κύριος Ιγνάθιο και αυτή η Κονσεψιόν! Δεν είναι καθόλου ταιριαστό ζευγάρι, πιστεύω ότι του αξίζει κάτι καλύτερο του κυρίου!
– Ντίος μίο, τρελάθηκες τσικίτα; Αν σε ακούσει η μεγάλη Κυρία να μιλάς έτσι, θα σε πετάξει στο δρόμο! Τι δουλειά έχουμε εμείς να ασχολούμαστε με τα αισθηματικά των αφεντικών; Εμείς είμαστε απλώς…
– Δούλες! απάντησε κοφτά η Λουτσία.
Η Γιολάντα έσκυψε από πάνω της και την κοίταξε με πατρική στοργή.
– Πρέπει να μάθεις τη θέση σου, τσικίτα! Μας χωρίζει ένα τεράστιο χάσμα από τα αφεντικά και όσο και αν δεν μας αρέσει, έτσι λειτουργεί ο κόσμος. Εκείνοι είναι από πάνω κι εμείς από κάτω. Και κάτω από μας είναι μόνο το χώμα που πατάμε και οι δικηγόροι.

Η Γιολάντα πήρε την τριώροφη φλαν με καραμελωμένα φουντούκια και πράσο και την ακούμπησε πάνω στο καροτσάκι σερβιρίσματος. Η Λουτσία ακολουθούσε από πίσω, με το βλέμμα στραμμένο στο πάτωμα.
Οσο σέρβιραν το γλυκό στους καλεσμένους, εκείνοι συνέχιζαν απτόητοι τη συζήτηση στο τραπέζι.
– Δον Χόρχε, μετά το γλυκό θα πάρουμε τον καφέ μας στη μεγάλη σάλα, όπου νομίζω πως θα ήταν και το κατάλληλο σημείο να καταλήξουμε πάνω στις λεπτομέρειες του επικείμενου γάμου! είπε η Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος.
– Μητέρα, δεν νομίζετε ότι αυτή είναι μια συζήτηση που θα πρέπει να κάνουμε πρώτα οι δυο μας; διαμαρτυρήθηκε ο Ιγνάθιο. Άλλωστε, πιστεύω πως είναι λίγο νωρίς να μιλάμε για γάμο. Είμαι σίγουρος πως και η δεσποινίς Κονσεψιόν συμφωνεί μαζί μου, έτσι δεν είναι αγαπητή μου;
Ο Ιγνάθιο στράφηκε προς την Κονσεψιόν, η οποία τον κοιτούσε λάγνα, περνώντας τη γλώσσα της αργά πάνω από τα χείλη της, ενώ παράλληλα πασάλειβε τη φλαν στο μπούστο της.
– Ανοησίες, Ιγνάθιο! τον διέκοψε με αυταρχικό τρόπο η μητέρα του. Αυτή είναι μια συζήτηση που αφορά εμένα και τον Δον Χόρχε. Άλλωστε, αυτός ο γάμος έχει αποφασιστεί εδώ και πολύ καιρό!
– Η μητέρα σου έχει δίκιο, Ιγνάθιο! έσπευσε να συμπληρώσει και ο Δον Χόρχε. Το μόνο που πρέπει να απασχολεί εσένα και την Κονσεψιόν είναι να είστε αγαπημένοι! Άλλωστε δεν πρόκειται να σας αφήσουμε τελείως έξω από τη συζήτηση! Το μόνο που θα αποφασίσουμε εμείς είναι η ημερομηνία του γάμου, οι καλεσμένοι, το γαμήλιο μενού, πού θα μείνετε μετά τον γάμο και τι δουλειά θα κάνουν τα τέσσερα παιδιά που θα αποκτήσετε!

Η Λουτσία άφησε το πιατάκι με το κομμάτι γλυκού μπροστά στον Ιγνάθιο και τον κοίταξε δειλά με την άκρη του ματιού της. Εκείνος άπλωσε το χέρι για να πιάσει το πιάτο και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, τα δάχτυλά του άγγιξαν τα δικά της. Η Λουτσία ένιωσε σαν να τη χτύπησε αστροπελέκι, σαν εκείνο που είχε χτυπήσει την προγιαγιά της τριάντα χρόνια πριν, στην κεντρική πλατεία του χωριού –αιωνία η μνήμη της.
– Νομίζω ότι πρέπει να διαμαρτυρηθώ! είπε δυνατά και σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι. Η Κονσεψιόν τρόμαξε και δύο καλαμπόκια έπεσαν με γδούπο μέσα από το φόρεμά της.
– Ιγνάθιο Αντόνιο Φερντινάντο Λορέντζο Λάμας Ρικάρδο Μαρτίνεζ Αλεχάνδρο Εξπέκτο Πατρόνουμ Γκουέρνικα Χεζούς Ντε Λος Κούλος, παραφέρεσαι! τον επέπληξε αυστηρά η μητέρα του, αλλά ήταν ήδη αργά. Μέχρι να πει όλο το όνομά του, εκείνος είχε ήδη χτυπήσει δυνατά την πόρτα του δωματίου του και είχε κάνει και ένα μπάνιο.
– Μην ανησυχείτε, αγαπητή μου! είπε χαμογελώντας ο Δον Χόρχε. Είναι ακόμη νέος και βράζει το αίμα του, θυμάμαι ότι κι εγώ στην ηλικία του πέρασα τη φάση της επανάστασης! Θα έρθει στα σύγκαλά του και θα καταλάβει ποιο είναι το συμφέρον μας!
Η Δόννα Σάλμα-Χαγιέκ Ρομέρο κούνησε το κεφάλι, συμφωνώντας με τον σύζυγό της. Άνοιξε το στόμα της για να προσθέσει κάτι, αλλά μετά θυμήθηκε ότι δεν είχε καθόλου ατάκες στο διήγημα.

Το ίδιο βράδυ στην κουζίνα, τα κουτσομπολιά έδιναν και έπαιρναν. Όλες οι υπηρέτριες είχαν μαζευτεί και μιλούσαν για το σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει. Ήταν δυνατόν η Γιολάντα να ξεχάσει να πασπαλίσει τη φλαν με ζάχαρη άχνη; Σε μια γωνία, η Λουτσία και η Γιολάντα μιλούσαν για το άλλο σκάνδαλο της βραδιάς.
– Άι καράμπα, δεν έχω ξαναδεί τον κύριο Ιγνάθιο να αντιμιλά έτσι στη μητέρα του! είπε η Γιολάντα και φίλησε τον μεγάλο, ασημένιο σταυρό της.
– Νομίζω ότι καλά έκανε, ο καθένας πρέπει να είναι ελεύθερος να αγαπήσει αυτόν που λέει η καρδιά του! είπε η Λουτσία και ένιωσε ένα σκίρτημα μέσα της.
– Jajajajajaja! γέλασε η Γιολάντα στα ισπανικά. Δεν χωράνε έρωτες κι αγάπες στον κόσμο των πλουσίων, τσικίτα! Αν είναι παχιά τα πορτοφόλια, τότε ταιριάζουν και τα υπόλοιπα!
– Στο χωριό μου γιορτάζαμε τον έρωτα με κάθε ευκαιρία! είπε η Λουτσία και σηκώθηκε, κοιτώντας νοσταλγικά έξω από το παράθυρο, τα άλογα που ποδαπατούσαν τον αμαξά. Εκεί δεν υπήρχαν προξενιά και κανονισμένοι γάμοι, έπαιρνες αυτόν που ήθελε η καρδιά σου!
– Στο χωριό σου δεν είχατε στον ήλιο μοίρα, όποιον και να παίρνατε, τα ίδια μίερδα θα ήταν! είπε κυνικά η Γιολάντα και σηκώθηκε να βάλει τα κουζινικά στη θέση τους.
Η Λουτσία ανέβηκε στο δωμάτιο της μικρής Κυρίας, για να την ετοιμάσει για το κρεβάτι. Η Εσμεράλδα καθόταν μπροστά στον καθρέφτη και χτένιζε τα μαλλιά της με μια βούρτσα από ελεφαντόδοντο ελέφαντα. Φαινόταν χλωμή και κατάκοπη, αλλά όταν μπήκε η Λουτσία στο δωμάτιο, το πρόσωπό της φωτίστηκε σαν πυρκαγιά σε ορφανοτροφείο του Μπαγκλαντές.
– Θα το κάνω εγώ αυτό, κυρία! είπε η Λουτσία και πήρε τη βούρτσα στα χέρια της. Δεν πρέπει να κουράζεστε!
– Πώς σου φάνηκε η δεσποινίδα Κονσεψιόν; ρώτησε η Εσμεράλδα κοιτώντας συνομωτικά τη Λουτσία μέσα από τον καθρέφτη.
– Τι λόγος μου πέφτει εμένα, κυρία; αποκρίθηκε η Λουτσία αμήχανα, αποφεύγοντας το βλέμμα της.
– Είναι λίγο ξυλάγγουρο, δεν είναι; είπε πάλι η Εσμεράλδα και άφησε ένα πνιχτό γέλιο να βγει από το στόμα της.
Η Λουτσία γέλασε κι εκείνη αυθόρμητα και σχεδόν το μετάνιωσε αμέσως και δαγκώθηκε. Ώρα ήταν να μάθει τίποτα η μεγάλη Κυρία και να την πετάξει στον δρόμο.
– Μην ανησυχείς, Λουτσία! την καθησύχασε η Εσμεράλδα. Θέλω να με βλέπεις σαν φίλη σου και όχι σαν κόρη της εργοδότριάς σου! Κοντά μου μπορείς να μιλάς ελεύθερα και να είσαι ο εαυτός σου!

Η Λουτσία κοίταξε την ταλαιπωρημένη κοπέλα στον καθρέφτη και χαμογέλασε ζεστά.
– Ευχαριστώ, κυρία! Έχω πολύ καιρό να θεωρήσω κάποιον φίλο μου! Είχα δυο πολύ καλούς φίλους στο χωριό μου, τον Κάρλος και τη Σαντάνα! Κάναμε τα πάντα μαζί! Βόλτες στην εξοχή, βραδιές χορού στην ταβέρνα του χωριού, νυχτερινές θυσίες βρεφών στον Παζούζου, δεν υπήρχε εκδήλωση που να μην τη μοιραζόμασταν!
– Και πού είναι τώρα οι φίλοι σου; ρώτησε η Εσμεράλδα, αν και ενδόμυχα μέσα της ήταν σίγουρη ότι ήξερε την απάντηση.
– Αλίμονο, σκοτώθηκαν στην κατάρρευση του ορυχείου βασάλτη! είπε η Λουτσία και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της.
Η Εσμεράλδα ένιωσε την ανάγκη να ρωτήσει πόσα άτομα ακριβώς βρίσκονταν στο ορυχείο την ώρα που κατέρρευσε, αλλά συγκρατήθηκε.
Αφού τακτοποίησε την Εσμεράλδα στο κρεβάτι της και την σκέπασε προσεκτικά με το κομψό πάπλωμα από αμίαντο, η Λουτσία την καληνύχτησε και βγήκε σιωπηλή από το δωμάτιο. Κοντοστάθηκε στον διάδρομο και ένιωσε ένα ζευγάρι μάτια να την κοιτάζουν.
Γύρισε απότομα και αντίκρισε τον Ιγνάθιο. Αμέσως ανακουφίστηκε, γιατί αν έβλεπε πίσω της μόνο ένα ζευγάρι μάτια, θα τσίριζε.
– Καλησπέρα, κύριε, χρειάζεστε κάτι; ρώτησε η Λουτσία συνεσταλμένα, ενώ η καρδιά της χτυπούσε σαν καμπαναριό που γκρεμίζεται σε σεισμό στη Νότια Ντακότα.
– Κανούργια ταυτότητα και ένα εισιτήριο για Ευρώπη! είπε εκείνος χαριτολογώντας.
– Για το εισιτήριο δεν μπορώ να βοηθήσω, αλλά πίσω στο χωριό μου έχω έναν τρίτο ξάδελφο πλαστογράφο, που κάνει καλή δουλειά! απάντησε η Λουτσία εμπιστευτικά.
– Αστειεύομαι, Λουτσία, μην ανησυχείς!
– Με συγχωρείτε, δεν το κατάλαβα! Αν ενδιαφέρεστε, πάντως, ο ξάδελφός μου είναι από τους τυχερούς που επέζησαν από την κατάρρευση του ορυχείου! Να ‘ναι πάντα καλά!
Την ίδια στιγμή, πίσω στο χωριό στους πρόποδες του Ποποκατέπετλ, ο τρίτος ξάδελφος της Λουτσία έπεσε νεκρός από ανεύρυσμα.

– Τι πιστεύεις εσύ, Λουτσία; Θα έπρεπε να παντρευτώ την Κονσεψιόν Ρομέρο;
Η Λουτσία κοκκίνησε σαν φρεσκοβρασμένος αστακός σε ταβέρνα της Σικελίας.
– Δεν μου πέφτει λόγος εμένα, κύριε, στα οικογενειακά σας… ψέλλισε ντροπαλά.
– Αν ήσουν στη θέση μου, όμως, τι θα έκανες; Θα δεχόσουν να παντρευτείς μια άγνωστη μόνο και μόνο επειδή σου το επιβάλλει η μητέρα σου;
Η Λουτσία ένιωσε να ζεσταίνεται υπερβολικά. Χαμήλωσε ακόμη πιο πολύ το βλέμμα και κόντεψε να πέσει με το κούτελο στη μοκέτα.
– Εγώ πιστεύω ότι οφείλουμε να σεβόμαστε τους γονείς μας, κύριε Ιγνάθιο…
– Μάλιστα! απάντησε εκείνος.
– …αλλά ακόμη περισσότερο οφείλουμε να σεβόμαστε αυτά που νιώθει η καρδιά! συνέχισε η Λουτσία, υψώνοντας δειλά το βλέμμα προς τον γιο της αφεντικίνας της, τον άνθρωπο που την είχε αναστατώσει από την πρώτη στιγμή που τον ακτίκρισε.
Ο Ιγνάθιο πλησίασε ακόμη πιο κοντά στη Λουτσία, τόσο κοντά που εκείνη σχεδόν μπορούσε να διακρίνει τις μπανέλες του σουτιέν του, κάτω από το λινό πουκάμισο που φορούσε. Μια ανεπαίσθητη οσμή αντρικής κολόνιας, ιδρώτα και φρέσκου μάραθου γαργάλησε τα ρουθούνια της και οι χτύποι της καρδιάς της έγιναν ακόμη πιο γρήγοροι και ακανόνιστοι. Τα πάνω κουμπιά του πουκαμίσου ήταν ανοιχτά και η θέα του δασύτριχου, γυμνασμένου στέρνου του την αναστάτωσε ακόμη πιο πολύ.
– Άρα… συνέχισε εκείνος, πιστεύεις ότι αν η καρδιά μου ανήκει σε κάποια άλλη, τότε οφείλω να την ακολουθήσω;
Η Λουτσία ξεροκατάπιε και τον κοίταξε στα μάτια.
– Ναι! Πιστεύω ότι αν αγαπάτε κάποια, τότε πρέπει να δοθείτε σε εκείνην. Να δοθείτε παράφορα, μανιασμένα! είπε δυνατά κι έκλεισε τα μάτια περιμένοντας να παραδοθεί πλήρως στο απαγορευμένο πάθος της.
– Αυτό θα κάνω τότε, Λουτσία! Σε ευχαριστώ! ακούστηκε η φωνή του Ιγνάθιο από το βάθος του διαδρόμου.
Η Λουτσία άνοιξε τα μάτια και τον είδε να στέκεται μπροστά στην πόρτα του δωματίου του.
– Καληνύχτα, Λουτσία! της είπε χαμογελαστά, κλείνοντας το μάτι και στη συνέχεια χάθηκε στο δωμάτιό του.
Η Λουτσία κατέβηκε κουτρουβαλώντας τις σκάλες, λες και την κυνηγούσε Ντεμέντορ. Έτρεξε έξω από την έπαυλη και κλείστηκε στο δωμάτιό της, ακουμπώντας με όλο της το βάρος πάνω στην πόρτα. Άρα η καρδιά του Ιγνάθιο Χούλιο Ιγκλέσιας Λα Ίσλα Μπονίτα Ντε Λος Τάδε ανήκε σε κάποιαν άλλη; Ώστε ένιωθε κι εκείνος για τη Λουτσία το ίδιο; Πώς, όμως, θα μπορούσε να σταθεί αυτός ο έρωτας; Πώς θα γεφύρωναν το τεράστιο χάσμα που τους χώριζε; Έπεσε στο κρεβάτι της κι απόμεινε να κοιτάζει το ταβάνι, λες κι εκεί θα την αποκαλύπτονταν όλες οι απαντήσεις στα ερωτήματα που τη βασάνιζαν…

Συνεχίζεται, εκτός αν κοπεί λόγω χαμηλών ratings.

Κεφάλαιο 04 | Ουν άνιο δε αμόρ…

Η Λουτσία κοιμήθηκε με μεγάλη δυσκολία το βράδυ εκείνο. Συνεχώς στριφογύριζε στο κρεβάτι της, προσπαθώντας μάταια να βολευτεί και να βρει μια άνετη και ξεκούραστη στάση. Όταν πια κατάφερε να την πάρει ο ύπνος, με το ένα πόδι πίσω από το σβέρκο και το άλλο δεμένο από τον πολυέλαιο, πάλι η ανάπαυλά της δεν κράτησε πολύ. Τη βασάνιζαν περίεργα, ακατανόητα όνειρα που δεν ήξερε τι σήμαιναν. Στην αρχή είδε τους γονείς τους να τη χαιρετάνε χαμογελαστοί, λίγο πριν χαθούν κάτω από μια κατολίσθηση. Μετά είδε τον εαυτό της πεσμένο στο πάτωμα να σφουγγαρίζει, με τον Ιγνάθιο να στέκεται όρθιος μπροστά της γελώντας σαν μανιακός. Τέλος, είδε ότι έτρεχε μέσα σε ένα καταπράσινο λιβάδι με παπαρούνες, μέχρι που εμφανίστηκε μπροστά της ένα ολόλευκο άλογο, με χρυσή χαίτη και μάτια που αστραποβολούσαν. Όταν πλησίασε το άλογο για να το χαϊδέψει, εκείνο μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε μπαλαλάικα και της ζήτησε ένα τσιγάρο.
Ξύπνησε κάθιδρη και αναστατωμένη. Τι σήμαιναν, άραγε, αυτά τα όνειρα; Μήπως της έλειπαν οι γονείς της; Μήπως ο Ιγνάθιο την έβλεπε σαν μια κοινή υπηρέτρια με ταπεινή καταγωγή, ανάξια της αγάπης του; Και τι μπορεί να σήμαινε το ολόλευκο άτι με τη χρυσή χαίτη που μεταμορφώθηκε σε μπαλαλάικα; Γιατί μπαλαλάικα και όχι τρομπόνι ή φλάουτο;

Όταν βρήκε τη Γιολάντα στην κουζίνα, της διηγήθηκε αμέσως όλα τα όνειρα που είδε την προηγούμενη νύχτα.
– Άι, τσικίτα, νομίζω πως έχω κάτι που μπορεί να μας βοηθήσει να τα εξηγήσουμε! της είπε εκείνη.
Έτρεξε στη σερβάντα που φυλούσαν τα τραπεζομάντηλα, τις πετσέτες και το πτώμα του Τζίμι Χόφα και έβγαλε ένα μεγάλο βιβλίο από το συρτάρι. Το έφερε όλο καμάρι και το έδειξε στην Λουτσία.
– Τι είναι αυτό; ρώτησε εκείνη όλο περιέργεια.
– Είναι ο ονειροκρίτης της γιαγιάς μου, της Μαρία Χοακίνα! Έχει μέσα την εξήγηση κάθε ονείρου! Η γιαγιά μου πίστευε πολύ στα όνειρα και πολλά από αυτά που ονειρεύτηκε η ίδια βγήκαν αληθινά!
– Σοβαρά; Δεν γνώριζα ότι έχεις προγόνους με τέτοιες ικανότητες!
Η Γιολάντα έφτυσε τον κόρφο της. Ένα κομματάκι κρεμμύδι πετάχτηκε στο μάτι μιας υπηρέτριας που περνούσε από πίσω.
– Εγώ είμαι Χριστιανή, τσικίτα, δεν πιστεύω σε τέτοιες μαγγανείες! είπε και φίλησε τον μεγάλο, ασημένιο σταυρό της.
– Και γιατί κράτησες το βιβλίο τότε;
– Είναι οικογενειακό κειμήλιο και δεν μπορούσα να το αποχωριστώ! Αλλά από μικρή πίστευα ότι ο ίδιος ο Σατανάς είχε μπει μέσα στη γιαγιά μου και της έδινε αυτές της δυνάμεις! Ντιάμπλο! είπε γουρλώνοντας τα μάτια.
Η Λουτσία πήρε το βιβλίο στα χέρια της και χάιδεψε το χοντρό εξώφυλλο από δέρμα ιππόκαμπου. Παρατήρησε ένα μικρό κάψιμο στη μία άκρη.
– Από τι έγινε αυτό; ρώτησε.
– Α, τίποτα, η γιαγιά μου κρατούσε το βιβλίο στα χέρια της όταν την κάψαμε ζωντανή στην πλατεία του χωριού! απάντησε νωχελικά η Γιολάντα, βάζοντας τον καφέ να βράσει.

Η Λουτσία στραβοκατάπιε και ξεφύλλισε το βιβλίο, ψάχνοντας ανάμεσα στα λήμματα.
– Άλογο! αναφώνησε ενθουσιασμένη.
Η Γιολάντα τράβηξε μια καραμπίνα που ήταν στερεωμένη στην άκρη του τραπεζιού και στράφηκε προς την πόρτα.
– Όχι, στο βιβλίο εννοώ! την καθησύχασε η Λουτσία. Βρήκα το άλογο, θα διαβάσω τι σημαίνει!
Έσυρε το δάχτυλό της πάνω στις κιτρινισμένες σελίδες με αδημονία.
– Εδώ είμαστε! “Αν δεις λευκό άλογο στον ύπνο σου, τότε είναι καλό σημάδι.” Αχ, τι καλά! Το άκουσες, Γιολάντα; Είναι καλό σημάδι! Γράφει κι άλλα! “Αν το άλογο είναι λευκό με χρυσή χαίτη και μεταμορφωθεί σε μπαλαλάικα λίγο πριν σου ζητήσει τσιγάρο, τότε μεγάλη συμφορά θα χτυπήσει εσένα και όσους αγαπάς, η καρδιά σου θα σκοτεινιάσει σαν να την κατάπιε το έρεβος και χίλια δυο κακά θα σε βρούνε!”
Η Λουτσία πέταξε το βιβλίο στο πάτωμα τρομαγμένη.
– Παραήταν συγκεκριμένη η περιγραφή, δεν νομίζεις; ρώτησε τη Γιολάντα.
– Στο είπα, τσικίτα, η γιαγιά μου ήταν πολύ καλή! Δεν την κάψαμε άδικα την πούτα!

Η Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος καθόταν καθιστή στη βεράντα του δωματίου της όταν η Λουτσία ήρθε να της σερβίρει το πρωινό της: φρυγανιές με μαρμελάδα δαμάσκηνο, φρεσκοτηγανισμένα τσούρος με μέλι, πορτοκαλάδα, γαλλικό καφέ και κοκορέτσι. Χωρίς καν να γυρίσει να κοιτάξει τη νεαρή κοπέλα, της μίλησε κοφτά.
– Σήμερα θα συνοδεύσεις την κόρη μου στην πόλη, έχει ραντεβού με τον γιατρό. Μετά το πρωινό θα ανέβεις στο δωμάτιό της να την ετοιμάσεις και θα σας μεταφέρει ο αμαξάς.
– Με την άμαξα; ρώτησε η Λουτσία.
– Όχι, ηλίθια, με το ποταμόπλοιο! φώναξε αναστατωμένη η Μαρία Ντολόρες.
Η Λουτσία έσκυψε το κεφάλι και δάγκωσε τα χείλη της. Η προσβολή την πείραξε λίγο, αλλά χάρηκε που θα έφευγε για λίγο από την έπαυλη που ήταν κλεισμένη όλη μέρα. Θα έβλεπε, επιτέλους, από κοντά και την πόλη του Μεξικού. Ίσως όσο η νεαρή κυρία της βρισκόταν στον γιατρό, να προλάβαινε να επισκεφτεί και τα φημισμένα μπουρδέλα της.
– Θα σας συνοδεύσει και ο γιος μου, ο οποίος έχει μια επαγγελματική συνάντηση με τους τοπικούς εμπόρους κάνναβ… τσίλι πιπεριάς! συνέχισε η Μαρία Ντολόρες.
– Ο κύριος Ιγνάθιο; αναφώνησε όλο χαρά η Λουτσία, σαν κουτάβι που κάποιος του πέταξε χειροβομβίδα.
– Έχω κι άλλον γιο και δεν το ξέρω, ανόητη; Τι έχεις πάθει σήμερα; φώναξε πάλι η Μαρία Ντολόρες και της έκανε νόημα να φύγει.
Η Λουτσία είχε χαρεί τόσο πολύ από τα νέα, που δεν την ένοιαξε καν η τελευταία προσβολή της αφεντικίνας της. Άλλωστε, είχε ήδη φτύσει στον καφέ της από πριν.
Ανέβηκε όλο χαρά στο δωμάτιο της Εσμεράλδα και χτύπησε απαλά την πόρτα με έναν πολιορκητικό κριό.
– Περάστε! ακούστηκε από μέσα η καταπονημένη φωνή της μικρής Κυρίας.
– Καλημέρα, κυρία Εσμεράλδα! είπε η Λουτσία σχεδόν τραγουδιστά. Θα σας βοηθήσω να βγείτε από το κρεβάτι και μετά το πρωινό θα σας βοηθήσω να ντυθείτε για τον γιατρό!
– Πολύ χαρούμενη σε βλέπω σήμερα, Λουτσία! Τι τρέχει;
– Τίποτε δεν τρέχει, κυρία! απάντησε εκείνη με ένα πλατύ χαμόγελο. Είναι απλώς μια πανέμορφη μέρα! Άνοιξε το παράθυρο και μια δυνατή ριπή ανέμου την εκτόξευσε στον απέναντι τοίχο. Η τεράστια χοάνη ενός ανεμοστρόβιλου ξήλωνε συθέμελα το αγρόκτημα που βρισκόταν στον απέναντι λόφο. Ήταν, πράγματι, μια πανέμορφη μέρα!

Αφού κόπασε η καταιγίδα, η Λουτσία περίμενε στην κεντρική είσοδο της έπαυλης να έρθει το ποταμόπλοιο. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε ο Ιγνάθιο, ο οποίος έσπρωχνε το αναπηρικό αμαξίδιο της μικροκαμωμένης αδελφής του. Ήταν τόσο κομψός και γοητευτικός, που η Λουτσία ντράπηκε για τη στολή υπηρέτριας που φορούσε.
– Καλημέρα, Λουτσία! είπε ο Ιγνάθιο χαμογελώντας.
– Καλημέρα, κύριε! ανταπάντησε εκείνη.
Ο Ιγνάθιο πήρε στα στιβαρά του μπράτσα την Εσμεράλδα και την ανέβασε στην άμαξα. Αυτά τα μπράτσα του! Πόσο θα ήθελε να τα νιώσει πάνω της η Λουτσία, να τη μαλάζουν σαν ζυμάρι, να μετράνε κάθε πόντο του κορμιού της, να τη χτυπάνε χάμω σαν το
– Λουτσία; διέκοψε τις σκέψεις της η φωνή της Εσμεράλδα.
– Μάλιστα, κυρία;
– Δεν θα μπεις στην άμαξα;
Κοκκίνισε από ντροπή και ανέβηκε στο ιππήλατο όχημα, ενώ ο αμαξάς έδωσε εντολή στα άλογα να ξεκινήσουν, χτυπώντας στον αέρα το μαστίγιό του.
Η διαδρομή ήταν μαγευτική. Η έρημος, το ξεραμένο από τον ήλιο χορτάρι, τα απογυμνωμένα οστά των ζώων που είχαν πεθάνει από τη δίψα, οι κάκτοι και οι κροταλίες, ήταν όλο τόσο υπέροχα –μια πραγματική φιέστα, μια ωδή στη Ζωή!
Η Λουτσία δεν τολμούσε να κοιτάξει τον Ιγνάθιο στα μάτια. Προτίμησε να κρατάει το βλέμμα της χαμηλωμένο, στον καβάλο του.
– Τι θα κάνεις εσύ, Ιγνάθιο; έσπασε τη σιωπή η Εσμεράλδα.
– Θα πάω να συναντήσω τους συνεργάτες της μητέρας! απάντησε εκείνος. Δεν νομίζω να μου πάρει πολλή ώρα, σήμερα θα μαστιγώσω μόνο τον έναν. Θα σας βρω αργότερα στο ζαχαροπλαστείο της σενιόρας Χούλια και θα φύγουμε.
– Λουτσία, εσύ τι θα κάνεις; ρώτησε ξανά η Εσμεράλδα.
– Εγώ; Εγώ… θα περιμένω μαζί σας στον γιατρό, κυρία! είπε εκείνη δειλά.
– Ανοησίες! είπε ο Ιγνάθιο. Η εξέταση θα κρατήσει αρκετή ώρα, μπορείς αν θες να γυρίσεις λίγο την πόλη! Θα σου αρέσει!
– Δεν ξέρω, κύριε! αποκρίθηκε εκείνη, σκύβοντας πάλι το κεφάλι. Είμαι απλώς ένα άβγαλτο κορίτσι από ένα μικρό χωριό στους πρόποδες του Ποποκατέπετλ, δεν ξέρω πολλά από μεγάλες πόλεις!
– Θα σου δώσω εγώ οδηγίες, μην ανησυχείς! της είπε ο Ιγνάθιο κι έκλεισε το μάτι του παιχνιδιάρικα.
Πώς της άρεσε όταν το έκανε αυτό. Ήταν σαν ένα σινιάλο που μόνο οι δυο τους έβλεπαν. Και όποιος άλλος τύχαινε να είναι μπροστά εκείνη τη στιγμή.

Η άμαξα διέσχισε τον πλατύ, κεντρικό δρόμο της πόλης του Μεξικού, δημιουργώντας ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης που έπεφτε νωχελικά στα μούτρα των ζητιάνων. Σταμάτησε μπροστά σε ένα μεγάλο, πετρόχτιστο σπίτι με πολλά παράθυρα. Ήταν η κλινική, το στολίδι της πόλης. Χτισμένη σχεδόν εξ’ ολοκλήρου χάρη στις ευγενικές χορηγείες της οικογένειας Ντε Λος Κούλος, ήταν εξοπλισμένη με τα πιο υπερσύγχρονα ιατρικά εργαλεία, όπως τρυπάνια για διάτρηση κρανίου, σύριγγες για κλύσμα, πριόνια και μια πλήρη συλλογή από γυάλινα μάτια. Υπεύθυνος για την κλινική ήταν ο τοπικός γιατρός και μπατζανάκης της Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος, ένας κοντόχοντρος, φαλακρός και ασθματικός ανθρωπάκος, με μικροσκοπικά, μαύρα μάτια που γυάλιζαν σαν κακαράντζες κατσίκας στην απαλή βροχή του Σαν Φρανσίσκο.
– Καλώς την αγαπημένη μου ασθενή! είπε ο γιατρός αντικρίζοντας την Εσμεράλδα. Έβγαλε ένα μαντήλι και σκούπισε το μέτωπό του που έσταζε ιδρώτα.
– Καλημέρα, γιατρέ! Ήρθαμε για τις καθιερωμένες μας εξετάσεις! είπε ο Ιγνάθιο και σήκωσε απαλά την αδελφή του στα χέρια, για να την αφήσει πάνω στο κρεβάτι.
– Κι εσύ ποια είσαι; ρώτησε ο γιατρός, κοιτάζοντας εξεταστικά την Λουτσία με τα μικροσκοπικά μάτια του, που θύμιζαν νυφίτσα.
– Είμαι η Λουτσία, η νέα υπηρέτρια… απάντησε εκείνη κι ένιωσε μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά της, λες και κάποιος άνοιξε ένα παράθυρο πίσω της και άφησε τον παγωμένο αέρα του Ιουνίου να μπει μέσα.
– Λοιπόν, αφήστε με τώρα με την ασθενή μου! Σε μια ωρίτσα θα έχουμε τελειώσει! αναφώνησε ο κοντόχοντρος γιατρός, καθώς άφηνε πάνω σε ένα τραπεζάκι ένα στηθοσκόπιο, ένα πιεσόμετρο και ένα γαλλικό κλειδί.
Ο Ιγνάθιο και η Λουτσία βγήκαν έξω, όσο ο γιατρός γέμιζε ένα βαζάκι με κόκκινα μυρμήγκια.
– Εγώ πρέπει να φύγω, Λουτσία, θα σας συναντήσω σε δύο ώρες στο ζαχαροπλαστείο. Η Εσμεράλδα γνωρίζει πού είναι!
– Μάλιστα, κύριε!
Οι ματιές τους συναντήθηκαν πάλι για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Μπορεί να ήταν και δύο κλάσματα, η Λουτσία δεν ήταν ποτέ καλή στην Τριγωνομετρία.
– Ξέρεις, Λουτσία… είπε ο Ιγνάθιο και κοντοστάθηκε στην πόρτα. Ένα ελαφρύ αεράκι κούνησε παιχνιδιάρικα τα μακριά, καστανά μαλλιά του και στη συνέχεια σήκωσε μια αγελάδα και την πέταξε πάνω στη στέγη του ορφανοτροφείου.
– Μάλιστα, κύριε; ρώτησε εκείνη με αδημονία και πλησίασε.
– Σκέφτηκα πολύ σοβαρά αυτό που μου είπες τις προάλλες. Ότι αν η καρδιά μου ανήκει σε κάποια, τότε πρέπει να παραδοθώ στο πάθος. Και αποφάσισα αυτό ακριβώς να κάνω! Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να παντρευτώ την Κονσεψιόν Ρομέρο, διότι υπάρχει κάποια άλλη!
Η καρδιά της Λουτσία χτυπούσε σαν παλαβή, τόσο έντονα που νόμιζε ότι θα ξεριζωνόταν από το στήθος της και θα έπεφτε στο πάτωμα σαν φρεσκοψαρεμένο σαλάχι του Ατλαντικού.
– Θέλω να κάνεις κάτι για μένα, Λουτσία! Εδώ πιο κάτω είναι ένα ανθοπωλείο. Θα το βρεις πολύ εύκολα. Στρίβεις αριστερά από το μαναβικό και ακριβώς δίπλα στον σιδερά είναι ένα σπίτι με μπλε παράθυρα. Εφτά χιλιόμετρα πιο κάτω είναι το ανθοπωλείο. Θα σου δώσω χρήματα και θέλω να αγοράσεις το πιο όμορφο μπουκέτο με λουλούδια που υπάρχει! Θα το δώσω στην αγάπη μου!
– Τι λουλούδια θέλετε να πάρω; ρώτησε εκείνη με αδημονία.
– Πάρε όποια λουλούδια αρέσουν σε σένα! είπε ο Ιγνάθιο και της χαμογέλασε τόσο γλυκά, που τρεις διαβητικοί στη διπλανή πτέρυγα έπεσαν νεκροί στο πάτωμα.

Η Λουτσία με το ζόρι κρατήθηκε να μην πέσει στο πάτωμα κι αρχίσει να σπαρταράει σαν φώκια, από τον ενθουσιασμό της. Όποια λουλούδια άρεσαν σε εκείνη! Πόσο πιο ξεκάθαρα να της το πει; Την έστελνε να αγοράσει το μπουκέτο που θα της χάριζε αργότερα, ίσως σε κάποια κρυφά συνάντηση μέσα στην έπαυλη, μακριά από όλα τα αδιάκριτα βλέμματα. Ίσως εκεί που θα μπορούσε επιτέλους να τον σφίξει στην αγκαλιά της και να ρουφήξει τη βαρβατίλα του σαν πεταλούδα που ρουφάει το νέκταρ από ένα κουνουπίδι. Η Λουτσία δεν είχε δεν ποτέ κουνουπίδι, αλλά ήταν σίγουρη ότι ήταν το πιο ευωδιαστό άνθος!
Ο Ιγνάθιο έφυγε για την επαγγελματική του συνάντηση με τους υπόλοιπους χασισέμπορες και η Λουτσία, σαν να είχε φτερά στα πόδια, βρέθηκε αμέσως στο ανθοπωλείο. Ήταν το πιο όμορφο, χρωματιστό μαγαζί που είχε δει στη ζωή της. Παντού υπήρχαν γλάστρες και βάζα με υπέροχα άνθη: γαρίφαλα, τριαντάφυλλα, εικοσάφυλλα, μενεξέδες και γλαδιόλες, κρινάκια και μαργαρίτες, πανσέδες, μεντεσέδες, αζαλέες και χίλια δυο άνθη που η Λουτσία δεν είχε δει καν στη ζωή της.
– Θέλω ένα μπουκέτο από αυτά! είπε χαρούμενη στην ανθοπώλισσα.
– Αυτά είναι μπουρίτος! απάντησε εκείνη, πιάνοντας προστατευτικά το πιάτο με το μεσημεριανό της.
Όταν πέρασε η ώρα, η Λουτσία επέστρεψε στην κλινική για να βοηθήσει την Εσμεράλδα να ντυθεί. Ο γιατρός έπλενε τα χέρια του σε μια λεκάνη με νερό.
– Πώς είμαι, γιατρέ; ρώτησε η Εσμεράλδα, όσο η Λουτσία τη βοηθούσε να κάτσει στο αμαξίδιό της.
– Η κατάστασή σου παραμένει σταθερή, Εσμεράλδα! απάντησε εκείνος. Δυστυχώς, δεν βλέπω σημάδια βελτίωσης, όμως το θετικό είναι ότι δεν έχεις χειροτερέψει.
Το πρόσωπο της Εσμεράλδα σκοτείνιασε.
– Δηλαδή, δεν πρόκειται να σηκωθώ ποτέ από αυτή την καρέκλα; ρώτησε, σχεδόν απαρηγόρητη.
– Μην το λέτε αυτό, κυρία! πετάχτηκε η Λουτσία. Ο Θεός είναι μεγάλος!
– Ο Θεός; Χα! κάγχασε ο γιατρός και σκούπισε πάλι το μέτωπό του. Εδώ, μικρή μου, πιστεύουμε στην Επιστήμη, όχι στον Θεό! Η Επιστήμη είναι αυτή που σώζει τους ανθρώπους, η ιατρική Έρευνα, η ακούραστη και επίπονη μελέτη της ανθρώπινης Παθολογίας!
Η πίσω πόρτα του δωματίου άνοιξε και εμφανίστηκε μια νοσοκόμα.
– Γιατρέ, η ασθενής του δωματίου 5 έχει πάλι αιμόπτυση! είπε ανήσυχα.
– Δώστε της να καταπιεί άλλες πέντε βδέλλες και αν δεν βελτιωθεί η κατάστασή της, θα της αφαιρέσουμε όλα τα δόντια! απάντησε εκείνος ατάραχος και στη συνέχεια στράφηκε πάλι στη Λουτσία.
– Επιστήμη, μικρή μου! φώναξε. Επιστήμη!
Ο γιατρός βγήκε από το δωμάτιο και η Λουτσία έσπρωξε το αμαξίδιο της Εσμεράλδα στον διάδρομο.
– Δεν ξέρω τι λέει η νυφίτσα, εγώ είμαι σίγουρη ότι θα ξαναπερπατήσετε, κυρία! έσκυψε και είπε συνομωτικά στο αυτί της.

Το ταξίδι της επιστροφής ήταν το ίδιο ήσυχο με εκείνο του πηγαιμού.
– Λουλούδια για την Κονσεψιόν; ρώτησε η Εσμεράλδα βλέποντας το όμορφο μπουκέτο με ασφόδελους και μπάμιες που είχε αγοράσει η Λουτσία.
– Λουλούδια για κάποια! απάντησε ο Ιγνάθιο και έκλεισε το μάτι συνομωτικά στη Λουτσία.
«Πάλι το σινιάλο!» σκέφτηκε εκείνη και έσφιξε τα μπούτια της.
Μόλις έφτασαν στην έπαυλη, η Λουτσία έτρεξε στην κουζίνα να βρει τη Γιολάντα και να της διηγηθεί τα πάντα.
– Άι, τσικίτα, εσύ θα το χάσεις το μυαλό σου στο τέλος! Μην τυχόν και σου ξεφύγει τίποτα στις άλλες υπηρέτριες, γιατί να είσαι σίγουρη ότι θα το μαρτυρήσουν της μεγάλης Κυρίας και θα σε μαστιγώσει στη μέση του δρόμου!
– Υπάρχει κάτι ανάμεσά μας, Γιολάντα! Υπήρχε από την πρώτη στιγμή!
– Ντίος μίο! Σύνελθε, κοπέλα μου! Σε ποιο σύμπαν είναι δυνατόν ο σενιόρ Ιγνάθιο Αντόνιο Φερντινάντο Λορέντζο Λάμας Ρικάρδο Μαρτίνεζ Αλεχάνδρο Εξπέκτο Πατρόνουμ Γκουέρνικα Χεζούς Ντε Λος Κούλος, ο άρχοντας, να παντρευτεί μια δούλα;
– Στο σύμπαν όπου η αγάπη βλέπει πέρα από τίτλους και αξιώματα! είπε δυνατά η Λουτσία. Στο σύμπαν όπου ο έρωτας αρκεί για να γεφυρώσει κάθε χάσμα! Η αγάπη δεν νοιάζεται για τον πλούτο και τη δόξα! Η αγάπη θέλει δύο για να ζεσταθεί, να παλέψει με το κρύο, να στεριώσει, να σταθεί! Ο Ιγνάθιο Μπαρθελόνα Χούλιο Ιγκλέσιας Ροναλντίνιο δεν νοιάζεται για την καταγωγή μου!
– Εσύ έχεις τρελαθεί τελείως! φώναξε η Γιολάντα και φίλησε τον ασημένιο σταυρό της, ο οποίος από τα πολλά φιλιά είχε ήδη αρχίσει να κάνει λακούβα στο κέντρο του. Θυμήσου το όνειρο, τσικίτα! Τα κακά που σου επιφυλάσσει το μέλλον!
– Εσύ είπες ότι δεν πιστεύεις στα όνειρα!
– Είπα ότι πιστεύω πως τα στέλνει ο Εξαποδώ! Ελ Ντιάμπλο! είπε φέρνοντας τους δύο δείχτες των χεριών της στους κροτάφους.
Η Λουτσία δεν ήθελε να ακούσει τίποτα. Το ίδιο βράδυ ξάπλωσε με τεράστια αδημονία και λαχτάρα. Πότε θα της έδινε το μπουκέτο ο Ιγνάθιο; Πότε θα της ομολογούσε τον έρωτά του; Έκανε πάλι ανήσυχο ύπνο. Αυτή τη φορά, όμως, δεν έβλεπε όνειρο. Είχε φάει πολύ λουκάνικο στο βραδινό.
Ένας ξαφνικός θόρυβος την ξύπνησε. Κάτι ακούστηκε έξω από το παράθυρο του δωματίου της. Ένα απαλό χτύπημα, ένα θρόισμα των θάμνων που βρίσκονταν κάτω από το παράθυρο. Ήταν εκείνος; Είχε έρθει να την προϋπαντήσει κρυφά, μέσα στο σκοτάδι; Σηκώθηκε και έριξε στους ώμους της μια λεπτεπίλεπτη εσάρπα από τομάρι πολικής αρκούδας. Πλησίασε στο παράθυρο και το άνοιξε διάπλατα.
– Ιγνάθιο; ψιθύρισε χαμηλόφωνα, τόσο σιγανά που κι εκείνη με το ζόρι άκουσε τη φωνή της.
Ξαφνικά, ένας δυνατός κρότος την έκανε να πεταχτεί τρομοκρατημένη. Άνοιξε τα μάτια της διάπλατα, γεμάτη τρόμο, αντικρίζοντας ένα θέαμα πιο φριχτό από ο,τιδήποτε είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή της. Άνοιξε το στόμα για να ουρλιάξει, αλλά η φωνή της δεν κατάφερε να βγει. Πισωπάτησε απότομα και έπεσε στο πάτωμα με φόρα, καλύπτοντας το πρόσωπό της για να μην βλέπει άλλο το ανοσιούργημα που την πλησίαζε απειλητικά. Και μετά… σκοτάδι.

Συνεχίζεται, αλλά ποιος ξέρει πότε; Έτσι, για να μείνετε με το cliffhanger…

Κεφάλαιο 05 | Κορίνα σαλβάχε…

Στην έπαυλη των Ντε Λος Κούλος ήταν όλοι αναστατωμένοι. Το πτώμα της Λουτσία το είχε βρει η Γιολάντα, η οποία ξύπνησε τους πάντες με τις κραυγές της. Όλοι είχαν πάθει σοκ. Το μεγαλύτερο σοκ το έπαθαν όταν συνειδητοποίησαν ότι το πτώμα της Λουτσία δεν ήταν καθόλου πτώμα τελικά και, όταν ανασηκώθηκε, η Γιολάντα άρχισε πάλι τις κραυγές, έσπασε μια καρέκλα και προσπάθησε να παλουκώσει την Λουτσία στην καρδιά.
– Ήταν τελείως πεθαμένη, γιατρέ! είπε η Γιολάντα στον γιατρό και μπατζανάκη της Μαρία Ντε Λος Κούλος, ο οποίος είχε έρθει εσπευσμένα στην έπαυλη για να εξετάσει το πτώμα που δεν ήταν πτώμα.
– Απλή περίπτωση νεκροφάνειας, αγαπητή μου! είπε εκείνος, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Ξέρετε πόσους ασθενείς μου έχω θάψει ζωντανούς;
– Μα ήταν παγωμένη! πετάχτηκε και μια άλλη υπηρέτρια από την άκρη του δωματίου. Δεν την έπιασα εγώ, την έπιασε ο αμαξάς και μας το είπε.
– Αλήθεια λέει! πετάχτηκε και ο αμαξάς. Έπιασα και τα δυο της βυζιά και λίγο μπούτι και ήταν κρύα σαν πάγος!
– Ας μην υπερβάλλουμε! πετάχτηκε ο Ιγνάθιο, ο οποίος τόση ώρα παρακολουθούσε με ανησυχία την Λουτσία, η οποία ήταν τυλιγμένη με μια μπουχάρα. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό και η Λουτσία ήταν πεσμένη στο πάτωμα όλη νύχτα, ήταν λογικό να ξεπαγιάσει!
– Νομίζω ότι πρέπει να αφήσουμε την ίδια να μας εξηγήσει τι της συνέβη! διέκοψε ο γιατρός. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχει μια λογική εξήγηση πίσω από όλα!
– Ήταν φριχτό! άρχισε να φωνάζει υστερικά η Λουτσία. Ένα φριχτό, παραμορφωμένο πλάσμα, με απαίσια κίτρινα μάτια, που άπλωσε το σκελετωμένο χέρι προς το μέρος μου και προσπάθησε να ξεσκίσει τις σάρκες μου!
– Ελ τσουπακάμπρα! ψιθύρισε η Γιολάντα και σταυροκοπήθηκε και με τα δύο χέρια.
– Είδατε; Απολύτως λογική εξήγηση! Είναι θεότρελη! είπε ο γιατρός, ψάχνοντας μέσα στην ιατρική του τσάντα για το κλύσμα με υδράργυρο, μια πειραματική θεραπεία κατά της σχιζοφρένειας, που είχε επινοήσει ο ίδιος.

Στο άκουσμα όσων είπε η Λουτσία, ο Ιγνάθιο χλώμιασε και πισωπάτησε προς τα πίσω. Η μητέρα του ξέσπασε, φανερά εκνευρισμένη.
– Όλη αυτή η αναστάτωση πρωινιάτικα, για τη φαντασιοπληξία μιας υπηρέτριας; Είναι προφανές ότι αυτή η ανόητη είδε έναν εφιάλτη κι έπεσε από το κρεβάτι της! Επιστρέψτε όλοι στις δουλειές σας αμέσως κι εσύ –είπε, απευθυνόμενη παγερά στη Λουτσία- φρόντισε το πρωινό μου να είναι έτοιμο σε δέκα λεπτά!
Οι πάντες έφυγαν από το ταπεινό δωμάτιο της Λουτσία. Ο γιατρός έβαλε απογοητευμένος το κλύσμα πίσω στην τσάντα του. Όταν το δωμάτιο άδειασε τελείως, η Γιολάντα πλησίασε τη Λουτσία.
– Ντίος μίο, τσικίτα! Έστειλες την ψυχή μου στην Κούλουρη και δεν ξέρω καν πού είναι αυτό!
– Σου το ορκίζομαι, Γιολάντα, ότι είδα στα αλήθεια το φριχτό αυτό ανοσιούργημα! Ήταν σκαρφαλωμένο στο παράθυρό μου και ήταν ό,τι πιο τρομαχτικό έχω δει στη ζωή μου!
– Πάψε, τσικίτα! Είναι προφανές ότι ήταν ο ίδιος ο Διάβολος! Ελ ντιάμπλο! είπε η Γιολάντα και σχημάτισε δυο κέρατα στους κροτάφους της, με τους δείκτες της. Σου είπα ότι δεν έπρεπε να ασχοληθείς με τα όνειρα και αυτές τις μαγγανείες!
– Και αν ο ονειροκρίτης βγήκε αληθινός, Γιολάντα; Αν αυτό το τέρας είναι η μεγάλη συμφορά για την οποία με προειδοποίησε το όνειρο που είδα;
Η Γιολάντα έβγαλε τον ασημένιο σταυρό της και άρχισε να αυτομαστιγώνεται με αυτόν στην πλάτη, σκούζοντας.

Η Λουτσία ετοιμάστηκε στα γρήγορα κι έτρεξε στην κουζίνα να βάλει το νερό στη φωτιά, για τον πρωινό πατσά της Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος. Στον μεγάλο διάδρομο της έπαυλης συνάντησε τον Ιγνάθιο, ο οποίος ήταν ακουμπισμένος σε έναν τοίχο, σαν πανέμορφος φύκος με στιβαρά μπράτσα. Έμοιαζε σκεπτικός, σχεδόν ανήσυχος και μόλις είδε την Λουτσία, την πλησίασε γρήγορα.
– Πες μου περισσότερα για αυτό που είδες χθες το βράδυ, Λουτσία!
– Ήταν… ήταν απλώς η φαντασία μου, κύριε! είπε εκείνη χαμογελώντας νευρικά, σαν σχοινοβάτης που τον έχει πιάσει λόξυγγας στα μισά της διαδρομής.
– Ξέρουμε και οι δύο πολύ καλά ότι δεν ήταν η φαντασία σου, Λουτσία! είπε εκείνος και την άρπαξε τρυφέρα από το μπράτσο, μέχρι που κόπηκε η κυκλοφορία του αίματος.
Το άγγιγμά του την έκανε να ανατριχιάσει σύγκορμη, σαν να της πέταξαν παγωμένη σουμάδα στα μούτρα.
– Πώς… πώς το ξέρετε; ρώτησε εκείνη με ένα τρέμουλο στα χείλη.
– Το έχω δει κι εγώ αυτό το πλάσμα, Λουτσία! είπε εκείνος και γούρλωσε τα μάτια του. Θέλω να μου πεις από πού ήρθε! Προς τα πού πήγε; Πόσο μεγάλο ήταν; Σου μίλησε καθόλου; Τι ωροσκόπο έχει;
Τα απανωτά ερωτήματα του Ιγνάθιο τάραξαν τη Λουτσία ακόμη περισσότερο.
– Δεν… δεν ξέρω! Μόλις το είδα έπεσα κάτω κι έχασα τις αισθήσεις μου, δεν θυμάμαι τίποτε άλλο, δεν ξέρω τι έγινε μετά! Σας παρακαλώ, πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά μου, η Γιολάντα με περιμένει στην κουζίνα.
Τραβήχτηκε απότομα κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Ο Ιγνάθιο έμεινε να την κοιτάζει αμίλητος και στη συνέχεια ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες και έτρεξε στο δωμάτιο της αδελφής του. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και μετά ακούστηκαν από μέσα δυνατές ομιλίες, κλάματα και καστανιέτες.

Η Λουτσία πέρασε την υπόλοιπη μέρα κάνοντας δουλειές μέσα στην έπαυλη. Πρώτα έπλυνε τα τζάμια, στη συνέχεια καθάρισε τα χαλιά και μετά ξεσκόνισε τα δενδρύλλια κάνναβης. Φοβόταν να βγει έξω από το κτίριο. Φοβόταν ακόμη και να κοιτάξει έξω από το παράθυρο, μήπως και έβλεπε πάλι εκείνο το φρικαλέο μίασμα να καραδοκεί απειλητικά. Καθώς πλησίαζε το σούρουπο, έτρεμε στην ιδέα ότι έπρεπε να διασχίσει το σκοτεινό δρομάκι μέχρι το δωμάτιό της και μετά να περάσει άλλη μία νύχτα εκεί μέσα.
– Γιολάντα, θα σε πείραζε να κοιμηθούμε μαζί απόψε; ρώτησε με αγωνία τη συναδέλφισσά της.
Εκείνη την κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια και τακτοποίησε το πληθωρικό μπούστο της.
– Τι έχεις στο μυαλό, τσικίτα; ρώτησε λάγνα.
– Φοβάμαι πολύ να κοιμηθώ στο δωμάτιό μου! είπε εκείνη, κοιτάζοντας το κενό. Τρέμω μην επιστρέψει το τέρας!
– Α, ναι, αυτό! είπε η Γιολάντα απογοητευμένη και έβαλε πίσω στο συρτάρι τον αυγογδάρτη και τον πλάστη.
– Το τέρας είναι αληθινό, Γιολάντα! Μου το είπε ο Δον Ιγνάθιο!
– Ντίος μίο! Απλώς θέλει να σε τρομάξει, τσικίτα! Νομίζεις ότι υπάρχουν τέρατα και τέτοιες ανοησίες;
– Μα, εσύ πιστεύεις ότι υπάρχει ο Διάβολος! είπε η Λουτσία παραξενεμένη.
– Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΣΕ ΠΕΙΣΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ! ούρλιαξε η Γιολάντα, ανεμίζοντας τον ασημένιο σταυρό της σαν λάσο. Ένα άλογο χλιμίντρισε στον στάβλο.
Το καμπανάκι της Εσμεράλδα χτύπησε ξαφνικά και η Λουτσία πετάχτηκε από την καρέκλα της.
– Τι να θέλει η μικρή Κυρία τέτοια ώρα; αναρωτήθηκε χαμηλόφωνα.
Ανέβηκε βιαστικά τις σκάλες και περπάτησε στον μακρύ διάδρομο. Κοντοστάθηκε στην πόρτα της Εσμεράλδα και έριξε μια ματιά στο βάθος του διαδρόμου, προς τη μεριά που βρισκόταν το δωμάτιο του Ιγνάθιο. Μια κρυφή λαχτάρα ανακίνησε τα μέσα της, καθώς αναρωτήθηκε τι μπορεί να έκανε εκείνη τη στιγμή το αντικείμενο του πόθου της. Άραγε ετοιμαζόταν να πλαγιάσει; Έβγαζε τα ρούχα του για να κοιμηθεί άνετα, με τα μεταξωτά σεντόνια να θωπεύουν αισθησιακά τις καμπύλες του αρρενωπού κορμιού του; Πόσο τα ζήλευε αυτά τα σεντόνια η Λουτσία! Πόσο θα ήθελε να αγκαλιάσει το γυμνό του κορμί και να τυλιχτεί γύρω του σαν στρουθοκάμηλος! Η Λουτσία δεν είχε δει ποτέ στρουθοκάμηλο στη ζωή της, αλλά ήταν σίγουρη ότι κάπως έτσι κοιμούνται. Χτύπησε την πόρτα της Εσμεράλδα και άκουσε την αδύναμη φωνή της να την καλεί μέσα.

– Με καλέσατε, Κυρία; ρώτησε ακόμα αναψοκοκκινισμένη σαν σόμπα KumtelΤΜ από τις προηγούμενες σκέψεις της.
– Νομίζω ότι θα πέσω νωρίς για ύπνο σήμερα, Λουτσία. Νιώθω καταβεβλημένη! απάντησε εκείνη χαμογελαστά.
Όση ώρα η Λουτσία βοηθούσε την Εσμεράλδα να βγάλει τα ρούχα της και να φορέσει την κομψή νυχτικιά της από αμίαντο και τρίχες σουρικάτας, εκείνη έμοιαζε σκεπτική. Μια δυο φορές την είδε η Λουτσία με την άκρη του ματιού της να ανοίγει το στόμα προσπαθώντας να πει κάτι –ή να ρευτεί- αλλά γρήγορα να αλλάζει γνώμη.
– Σας προβληματίζει κάτι, Κυρία; αποφάσισε να ρωτήσει εκείνη πρώτη.
– Άκουσα για το συμβάν το πρωί, Λουτσία! Είσαι καλά; απάντησε εκείνη.
– Μια χαρά, Κυρία, μην ανησυχείτε! Ήταν κάτι περαστικό! Απλώς μια λιποθυμία!
– Άκουσα ότι είδες κάτι που σε τρόμαξε. Είναι αλήθεια;
Η Λουτσία μαζεύτηκε κάπως.
– Ήταν απλώς της φαντασίας μου, Κυρία! Μην ανησυχείτε! Το έχει η οικογένειά μου! Ο τρίτος μου ξάδελφος είχε συνέχεια τέτοιες παραισθήσεις. Μια νύχτα είδε ένα ιπτάμενο, φωτεινό αντικείμενο να τραβάει μια αγελάδα από το έδαφος! Ρίξαμε κάτι γέλια όταν μας το είπε την επόμενη μέρα! Ο ξάδελφος Φοξ πάντα μας έφτιαχνε τη διάθεση!
– Μπορείς να περιγράψεις αυτό που είδες;
Η Λουτσία ανασηκώθηκε αμήχανη και έσκυψε το κεφάλι. Γιατί της έκανε και αυτή τόσες ερωτήσεις; Μήπως είχε δει κι αυτή το πλάσμα, σαν τον αδελφό της; Χαμογέλασε αμήχανα και έτρεξε προς τη διπλή ντουλάπα από ξύλο τουλίπας.
– Έχει λίγη ψύχρα απόψε, Κυρία! Καλύτερα να σας βγάλω και μια ακόμη κουβέρτα να έχετε κοντά σας, μήπως και το δαγκώσετε το βράδυ!
– Καταλαβαίνω ότι δεν θες να το συζητήσεις, Λουτσία, αλλά θέλω να ξέρεις ότι μπορείς να μου πεις τα πάντα! Δεν θα σε θεωρήσω φαντασιόπληκτη!
Η Λουτσία έσκυψε και άρχισε να ψάχνει με μανία μέσα στα μεγάλα συρτάρια, ανακατώνοντας τα πάντα και παριστάνοντας ότι δεν άκουσε την Εσμεράλδα.
– Λουτσία! είπε εκείνη βιαστικά και κάπως ανήσυχα. Δεν είναι ανάγκη να το κάνεις αυτό, δεν κρυώνω!
Ξαφνικά, το χέρι της Λουτσία ακούμπησε κάτι απαλό και εύθραυστο. Ανασήκωσε ένα πάπλωμα και είδε από κάτω κρυμμένη μια ανθοδέσμη. Γούρλωσε τα μάτια, καθώς αυτή η ανθοδέσμη από ασφόδελους και μπάμιες της φαινόταν πολύ γνώριμη! Ήταν η ίδια που είχε αγοράσει για τον Δον Ιγνάθιο. Εκείνη που σκόπευε να δώσει στην…
Πετάχτηκε όρθια σοκαρισμένη και έφερε το χέρι της στο στόμα. Γύρισε απότομα και κοίταξε με τρόμο την Εσμεράλδα.
– Λουτσία; τη ρώτησε εκείνη ανήσυχη.
– Καληνύχτα, Κυρία! μόλις θυμήθηκα ότι υποσχέθηκα στη Γιολάντα να τρίψω τους κάλους της με τη ράσπα! είπε και έτρεξε έξω από το δωμάτιο.

Έφτασε στον πάτο της σκάλας με το κεφάλι και στη συνέχεια έτρεξε και κρύφτηκε μέσα στο μπάνιο των επισκεπτών. Ακούμπησε πάνω στην κλειστή πόρτα και άρχισε να παίρνει βαθιές ανάσες, λες και ετοιμαζόταν να γεννήσει πουλάρι. Μετά κοίταξε μπροστά και γούρλωσε τα μάτια με φρίκη, καθώς αντίκρισε τον μπάτλερ να κάθεται πάνω στη λεκάνη και να την κοιτάζει με αντίστοιχο τρόμο!
– Σε παρακαλώ, μην πεις τίποτε στη Μεγάλη Κυρία, αν μάθει ότι χρησιμοποιώ αυτό το μπάνιο θα με βάλει πάλι στη μέση της Ανθρώπινης Σαρανταποδαρούσας! ψέλλισε εκείνος.
– Μην ανησυχείς! Το μυστικό σου είναι ασφαλές! είπε η Λουτσία και βγήκε το ίδιο απότομα όπως μπήκε, αλλά λίγο πιο αηδιασμένη από πριν.
Τι σήμαινε αυτό που αντίκρισε στο δωμάτιο της Εσμεράλδα; Για ποιο λόγο να έχει κρυμμένη στο συρτάρι της την ανθοδέσμη που ο Ιγνάθιο προόριζε για την αληθινή του αγάπη; Έσφιξε τα μάτια της με αποστροφή, στη σκέψη και μόνο ότι…
– Αδύνατον! μονολόγησε. Προφανώς η ανθοδέσμη προοριζόταν για εκείνη, επειδή είναι η αγαπημένη του αδελφή! Αυτό είναι όλο! Ξεφύσηξε ανακουφισμένη.
Και τότε για ποιο λόγο να την κρατήσουν κρυμμένη; Αν ήταν κάτι τόσο αθώο όσο η ένδειξη της αδελφικής του αγάπης, για ποιο λόγο να μην της δώσει την ανθοδέσμη στα φανερά;
– Ίσως δεν προοριζόταν γι’ αυτήν τελικά, αλλά όντως για μένα! μονολόγησε πάλι η Λουτσία. Αλλά να κινδύνευσε να τον δει η μητέρα του να την κρατά και να την έκρυψε στο πρώτο σημείο που βρήκε! Ξεφύσηξε πάλι ανακουφισμένη.
Μα, αν αυτό συνέβη, τότε γιατί να μην πει απλώς ψέματα στη μητέρα του ότι η ανθοδέσμη προοριζόταν για την Κονσεψιόν Ρομέρο; Για ποιο λόγο να την κρύψει σαν κάτι το παράνομο;
– Μπορεί να είναι απλώς ηλίθιος και να μη σκέφτεται γρήγορα! Μπορεί να έχει εγκεφαλική βλάβη! μονολόγησε για τρίτη φορά και ξεφύσηξε πάλι.
– Μπορείς να φύγεις από την πόρτα, επιτέλους, για να βγω; ακούστηκε η φωνή του μπάτλερ από πίσω. Έχει αρχίσει και ζέχνει εδώ μέσα!

Η Λουτσία επέστρεψε στο δωμάτιό της συγκλονισμένη. Ήταν τόσο απορροφημένη στις διαταραγμένες σκέψεις της, που δεν της πέρασε καν από το μυαλό το ανοσιούργημα της προηγούμενης νύχτας και ο φόβος της. Ήθελε μόνο να βυθιστεί στον ύπνο και να σταματήσει να σκέφτεται και σίγουρα το επόμενο πρωί θα ξεκαθάριζαν όλα.
Της ήταν αδύνατο να κοιμηθεί, όμως. Στο μυαλό της στριφογύριζαν συνεχώς εικόνες με τον Ιγνάθιο, την Εσμεράλδα και ένα μπωλ σταφίδες και ένιωθε το στομάχι της να ανακατεύεται. Πώς μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο με την ίδια του την αδελφή; Την ανήμπορη, άρρωστη αδελφή του, που ήταν καθηλωμένη σε καροτσάκι; Και οι σταφίδες πού κόλλαγαν; Μετά θυμήθηκε εκείνα τα λόγια της Γιολάντα, ότι η αρρώστια της Εσμεράλδα ήταν τιμωρία του Θεού για τα κρίματα της οικογένειας; Για ποια κρίματα να μιλούσε η Γιολάντα; Οι Ντε Λος Κούλος ήταν τίμιοι και εργατικοί έμποροι ναρκωτικών και όπλων, όπως η μισή Δημοκρατία του Μεξικό, δεν είχαν βλάψει ποτέ κανέναν!
Την ίδια στιγμή, έξι χιλιόμετρα πιο μακριά, τα τσιράκια των Ντε Λος Κούλος έκαιγαν ζωντανή μια πενταμελή οικογένεια μέσα στο αγρόκτημά της, επειδή μια κατσίκα τους είχε μασουλήσει ένα φύλλο κάνναβης…
Άλλαξε πλευρό και κοίταξε το σκοτάδι έξω από το παράθυρό της. Και τότε θυμήθηκε! Σηκώθηκε δειλά, τύλιξε το σώμα της με ένα σάλι -κληρονομιά από τη μακαρίτισσα τη γιαγιά της που είχε πεθάνει από δυσεντερία τρεις μέρες πριν την κατάρρευση του ορυχείου βασάλτη- και πλησίασε διστακτικά προς το παράθυρο. Κοίταξε έξω, αλλά δεν είδε τίποτα. Μετά άνοιξε τα παραθυρόφυλλα και άρχισε να βλέπει. Όλα ήταν ήσυχα και φυσιολογικά. Ο άνεμος κουνούσε τα κλαδιά των δέντρων απαλά, ο αμαξάς χαϊδευόταν έξω από το παράθυρο της Γιολάντα, τα άλογα ρουθούνιζαν στους στάβλους και δυο νυχτερίδες πετούσαν παιχνιδιάρικα πάνω από το παραμορφωμένο, σκελετωμένο πλάσμα με τα απαίσια κίτρινα μάτια.
– Θεέ μου! τσίριξε πνιχτά η Λουτσία, καθώς έφερε τα χέρια της στο στόμα της, για να μην την ακούσει κανείς.
Το τέρας είχε επιστρέψει και παραπατούσε μέσα στα σκοτάδια του μεγάλου κήπου με τις τριανταφυλλιές, τις πεόνιες και τις τσιπούρες. Η Λουτσία κόλλησε το πρόσωπό της στο τζάμι, το οποίο θάμπωσε από τη γρήγορη ανάσα της. Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να φωνάξει κάποιον, αλλά κάτι της φάνηκε παράξενο στις κινήσεις του πλάσματος. Έμοιαζε περισσότερο αποπροσανατολισμένο και φοβισμένο, παρά απειλητικό. Σαν να έψαχνε κάτι μέσα στο σκοτάδι. Το είδε να πλησιάζει στο σιντριβάνι του κήπου και να πίνει νερό και στη συνέχεια να κοιτάζει προς τα ψηλότερα παράθυρα της έπαυλης των Ντε Λος Κούλος.

– Τι είσαι και τι αναζητάς; αναρωτήθηκε και αποφάσισε να παρακολουθήσει το αποκρουστικό πλάσμα.
Έτρεξε στο συρτάρι της και έψαξε να βρει την κάμερά της, αλλά μετά θυμήθηκε ότι δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα. Φόρεσε ένα πανωφόρι κι ένα κατωφόρι, κάλυψε το κεφάλι της με μια κεντητή εσάρπα και βγήκε δειλά από το δωμάτιό της. Στάθηκε στην εξώπορτα του μικρού κτιρίου που στέγαζε τα δωμάτια των υπηρετών και παρακολουθούσε το πλάσμα, το οποίο κοιτούσε ακόμη τα παράθυρα της έπαυλης, λες κι έψαχνε κάποιο συγκεκριμένο.
– Δεν ξέρω τι με τραβάει πάνω του, αλλά πρέπει να πλησιάσω! μονολόγησε και έσυρε τα τρομαγμένα βήματά της προς τη μεριά του κήπου.
Το πλάσμα τεντώθηκε απότομα και αφουγκράστηκε τον αέρα, λες κι είχε πιάσει τη μυρωδιά της.
– Να πάρει, διάλεξα λάθος μέρα να φάω μπρόκολο! είπε τρομαγμένη η Λουτσία.
Στάθηκε σε απόσταση εκατό μέτρων, περίπου, από το τέρας. Μπορεί να ήταν και δώδεκα μέτρα, εξακολουθούσε να είναι κακή στην Άλγεβρα. Αυτό που είχε σημασία ήταν ότι το τέρας μπορούσε κάλλιστα να βρεθεί πάνω της με έναν δρασκελισμό. Ή ογδονταέξι.
– Ποιος… ποιος είσαι; Θες βοήθεια; ψιθύρισε η Λουτσία κι ένιωσε την καρδιά της να χοροπηδά σαν Βέλγος σε rave party.
Το πλάσμα πετάχτηκε τρομαγμένο και γύρισε προς το μέρος της. Η Λουτσία μπορούσε να δει καθαρά τα κιτρινωπά μάτια του να την κοιτάζουν εξεταστικά. Το πρόσωπό του έμοιαζε με ανθρώπινο, αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν παραμορφωμένα. Το ένα μάτι βρισκόταν ψηλότερα από το άλλο και το άλλο χαμηλότερα από το πρώτο. Η μύτη του ήταν πλακουτσωτή και στραβή, το στόμα του συσπασμένο και πλατύ και μια σειρά από φριχτά, στραβά δόντια πρόβαλλε από αυτό. Το κεφάλι του είχε το σχήμα ώριμου περγαμόντου, το οποίο το έχει ποδοπατήσει αγέλη από κογιότ. Το δέρμα του ήταν ωχρό και γεμάτο φολίδες και πληγές και τα χέρια του δυσανάλογα μεγάλα, με μακριά δάχτυλα, ενώ ολόκληρο το σώμα του ήταν σκελετωμένο. Κατά τ’ άλλα, ήταν μια χαρά.
Η Λουτσία πισωπάτησε τρομοκρατημένη, καθώς το πλάσμα έκανε ένα απότομο άλμα και βρέθηκε μπροστά της, με το πρόσωπό του κολλημένο στο δικό της. Μύριζε άσχημα, σαν ένα μίγμα ιδρώτα, κοπριάς και τυρόγαλου.
– Δεν θέλω να σου κάνω κακό! ψέλλισε η Λουτσία με τα μάτια κλειστά.
Το πλάσμα άπλωσε το χέρι του προς την έπαυλη των Ντε Λος Κούλος και έβγαλε μια ακαταλαβίστικη κραυγή.
– Μμμμ… μμααα!
– Μα; ρώτησε η Λουτσία παραξενεμένη.
– Μμμμμμμμμαααα! είπε πάλι εκείνο με την ίδια ένταση.
– Μαρούλι; ρώτησε η Λουτσία.
Το τέρας κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
– Μαλλί; ξαναρώτησε εκείνη.
Η απόκριση του τέρατος ήταν η ίδια.
– Μαδέρι; Μαλιμπού; Μακιαβελισμός; Μαστίγιο; Μάστερ Σεφ;
– ΜΜΜΜΜΜΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! φώναξε το πλάσμα σχεδόν τρομαγμένο και η Λουτσία τσίριξε και έπεσε κάτω.
– Θα σκάσετε, επιτέλους, νυχτιάτικα; Υπάρχει κόσμος που δουλεύει το πρωί! ακούστηκε η φωνή της Γιολάντα από μακριά.

Η Λουτσία ανασηκώθηκε και είδε ότι το πλάσμα είχε εξαφανιστεί μέσα στις σκιές. Ένα φως άναψε στο δωμάτιο του Ιγνάθιο και μια σιλουέτα φάνηκε στο τζάμι. Η Λουτσία κρύφτηκε πίσω από το σιντριβάνι για να μην τη δει. Το φως έσβησε πάλι και ησυχία απλώθηκε παντού. Η Λουτσία έκανε να σηκωθεί και το χέρι της ακούμπησε κάτι μεταλλικό, που βρισκόταν πεσμένο δίπλα στο σιντριβάνι –εκεί όπου πριν λίγο είχε σκύψει το πλάσμα για να πιει νερό. Ήταν ένα ασημένιο μενταγιόν, το οποίο έμοιαζε ακριβό. Μέσα είχε δύο φωτογραφίες. Η Λουτσία άνοιξε το στόμα διάπλατα από έκπληξη. Η μία φωτογραφία ήταν του Ιγνάθιο και η άλλη της Εσμεράλδα!
– Τι διάολο συμβαίνει εδώ πέρα; αναρωτήθηκε φωναχτά. Ελπίζω να φτάσω στη λύση του μυστηρίου πριν να είναι πολύ αργά!

Ολοκληρώνεται στο επόμενο, οπότε με το ζόρι προλαβαίνει η Λουτσία…

Κεφάλαιο 06 | Τένγκο ουν πένε πεκένιο!

Η Λουτσία κρατούσε τον δίσκο με το πρωινό της Μαρία Ντολόρες Ντε Λος Κούλος και ανέβαινε τη μεγάλη σκάλα νευρικά. Τα γεγονότα της προηγούμενης βραδιάς την είχαν συγκλονίσει και χιλιάδες βασανιστικά ερωτήματα βασάνιζαν το μυαλό της με ερωτήσεις. Είχε το μενταγιόν ακόμα κρυμμένο στην τσέπη της και το ένιωθε να την καίει σαν θράκα με πανσέτες.
– Άφησε το δίσκο εδώ και μετά στρώσε το κρεβάτι μου! είπε ψυχρά η Μαρία Ντολόρες, καθισμένη στο μπαλκόνι της με την πίπα κρακ στο χέρι.
– Μάλιστα, κυρία! απάντησε η Λουτσία και άφησε μπροστά στην αφεντικίνα της το δίσκο με τα φρεσκοψημένα ψωμάκια σίκαλης, τη μαρμελάδα λουκάνικο και το αρωματικό βούτυρο από γάλα αγριόχηνας.
Έτρεξε στο κρεβάτι και άρχισε να τακτοποιεί τα σκεπάσματα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να τακτοποιήσει και τον χαμό μέσα της.
«Ίσως το μενταγιόν να έπεσε από την Εσμεράλδα όσο έκανε τη βόλτα της στον κήπο και να το βρήκε το τέρας!» σκέφτηκε και τίναξε με δύναμη το μεταξωτό σεντόνι. Η απότομη κίνηση τρόμαξε τη Μαρία Ντολόρες, η οποία αναποδογύρισε την κούπα με τον καφέ της πάνω στο τραπεζάκι.
– Ανόητη! Κοίτα τι έκανα εξαιτίας σου! φώναξε θυμωμένη.
– Με συγχωρείτε, κυρία! Θα το καθαρίσω αμέσως! είπε τρομαγμένη η Λουτσία κι έπεσε στα γόνατα. Τράβηξε ένα λευκό σώβρακο από την τσέπη της και άρχισε να σκουπίζει τον καφέ. Την ίδια στιγμή, το μενταγιόν έπεσε με εκκωφαντικό πάταγο στο παχύ, απορροφητικό χαλί. Η Μαρία Ντολόρες γύρισε και κοίταξε το μεταλλικό αντικείμενο και αμέσως τα μάτια της έγιναν ολοστρόγγυλα σαν πυραμίδες.
– Τι είναι αυτό; Τι δουλειά είχε στην τσέπη σου; ρώτησε τη Λουτσία, σηκώνοντας το ασημένιο αντικείμενο από το χαλί.
Η Λουτσία έμεινε να την κοιτάζει άφωνη και κατακίτρινη σαν τα δόντια Λιθουανού ναύτη σε φαλαινοθηρικό.
– Αυτό μοιάζει πολύ ακριβό! Πώς βρέθηκε στα χέρια μιας δούλας; συνέχισε κατηγορηματικά η Μαρία Ντολόρες και άνοιξε το μικρό μενταγιόν. Στη θέα των δύο φωτογραφιών έγινε έξω φρενών και άρχισε να φωνάζει.

Ο σαματάς έκανε όλο το υπηρετικό προσωπικό να μαζευτεί τρομαγμένο έξω από το δωμάτιο της Μαρία Ντολόρες, με ποπ κορν.
– Ντίος μίο; Τι γίνεται εκεί μέσα; ρώτησε η Γιολάντα.
– Είσαι μια ελεεινή κλέφτρα! ακούστηκε η φωνή της Μαρία Ντολόρες από μέσα.
Ο Ιγνάθιο εμφανίστηκε στον διάδρομο, σπρώχνοντας το καροτσάκι της Εσμεράλδα.
– Τι συμβαίνει; Τι είναι όλη αυτή η φασαρία; ρώτησε εκείνη ανήσυχη.
Η πόρτα της Μαρία Ντολόρες άνοιξε απότομα και ολόκληρο το υπηρετικό προσωπικό πετάχτηκε τρομαγμένο.
– Μητέρα, τι συμβαίνει; ρώτησε ο Ιγνάθιο. Το βλέμμα του έπεσε στη Λουτσία, η οποία στεκόταν στο βάθος με το πρόσωπό της κρυμμένο στα χέρια, κλαίγοντας με λυγμούς.
– Βρήκα αυτό στην τσέπη αυτής της κλέφτρας! είπε η Μαρία Ντολόρες και ύψωσε το μενταγιόν στο πρόσωπο του Ιγνάθιο.
Εκείνος και η Εσμεράλδα χλώμιασαν απότομα.
– Σας το ορκίζομαι, Κυρία, δεν το έκλεψα! Το βρήκα στον κήπο και θα το έδινα στον κύριο Ιγνάθιο! Δεν είμαι κλέφτρα! είπε η Λουτσία κλαίγοντας.
– Λες ψέματα, βρομοθήλυκο! φώναξε ξανά η Μαρία Ντολόρες και μετά στράφηκε προς τον προσωπικό της μπάτλερ. Ετοίμασέ μου αμέσως τον Τροχό!
Οι πάντες πισωπάτησαν και άφησαν ένα επιφώνημα τρόμου να βγει από το στόμα τους.
– Μητέρα, δεν νομίζετε ότι υπερβάλλετε λίγο; είπε η Εσμεράλδα δειλά. Το μενταγιόν είναι δικό μου και το έχασα λίγο καιρό πριν, ίσως η Λουτσία λέει την αλήθεια!
– Σας το ορκίζομαι σε ό,τι έχω ιερό, κυρία! φώναξε η Λουτσία. Το βρήκα στον κήπο, δεν θα έκλεβα ποτέ, κατάγομαι από τίμια οικογένεια τυμβωρύχων!
– ΠΑΨΕ! ούρλιαξε με όλη της τη δύναμη η Μαρία Ντολόρες. Ένα κομμάτι σοβάς έπεσε από το ταβάνι, πάνω σε μια μικρόσωμη υπηρέτρια.
– Μπήκες μέσα στο σπίτι μου και τόλμησες να κλέψεις από μένα! Τώρα θα δεις τι παθαίνουν οι κλέφτες εδώ μέσα!
Η Μαρία Ντολόρες κατέβηκε στον κάτω όροφο και ο υπηρέτης της την ακολούθησε τρέχοντας. Από πίσω ακολούθησαν και όλοι οι υπόλοιποι, με τον αμαξά να τραβάει τη Λουτσία από το χέρι.
– Κύριε, σας παρακαλώ! ψιθύρισε εκείνη στον Ιγνάθιο με δάκρυα στα μάτια. Χθες το βράδυ είδα ξανά το τέρας! Το μενταγιόν έπεσε από εκείνο!
Ο Ιγνάθιο κοντοστάθηκε απότομα.
– Ιγνάθιο, δεν μπορούμε να αφήσουμε να συνεχιστεί αυτό! είπε η Εσμεράλδα, πιάνοντάς τον από το χέρι.
– Τι μπορούμε να κάνουμε, Εσμεράλδα; Ξέρεις τη μητέρα! Ξέρεις καλά πώς θα αντιδράσει αν μάθει την αλήθεια!

Μαζεύτηκαν όλοι στον προαύλιο χώρο της έπαυλης, μπροστά στην κυκλική πλατεία με τις τρανταφυλλιές, τα γεράνια και τις οκαρίνες. Η Μαρία Ντολόρες, ο Ιγνάθιο, η Εσμεράλδα, η Γιολάντα, ο υπηρέτης με την κόκκινη στολή, ο αμαξάς, μια υπηρέτρια, μια άλλη υπηρέτρια, μια τρίτη υπηρέτρια, ο κηπουρός, άλλη μια υπηρέτρια δίπλα στον κηπουρό, δυο υπηρέτριες ακόμα, οι δύο σωματοφύλακες της Μαρία Ντολόρες και, τέλος, μια υπηρέτρια. Οι Ντε Λος Κούλος είχαν πολλές υπηρέτριες.
Ο υπηρέτης με την κόκκινη στολή έσυρε από την αποθήκη ένα μεγαλόσωμο αντικείμενο καλυμμένο με μουσαμά, το οποίο ήταν στηριγμένο σε μια μικρή πλατφόρμα με ρόδες.
– Ο Τροχός! ψιθύρισε η Γιολάντα.
– Ο Τροχός! ψιθύρισε και ο αμαξάς.
– Ο Τροχός! ψιθύρισε η υπηρέτρια.
– Ο Τροχός! ψιθύρισε και η άλλη υπηρέτρια.
Δεκαέξι “ο Τροχός” αργότερα, ο υπηρέτης τράβηξε τον μουσαμά και αποκαλύφθηκε. προς έκπληξη όλων, ο τροχός.
Η Λουτσία πλησίασε τρομαγμένη και κοίταξε από κοντά το ξύλινο, κυκλικό κατασκεύασμα. Η πρόσοψη του τροχού ήταν χωρισμένη σε έξι ίσες φέτες, πάνω σε κάθε μία από τις οποίες ήταν γραμμένη και διαφορετική τιμωρία για τον εκάστοτε παραβάτη. Η Λουτσία διάβασε με τη σειρά κάθε φράση και ανατρίχιασε σύγκορμη: “Εκατό καμτσικιές στην πλάτη”, “Μαρκάρισμα με πυρωμένο σίδερο”, “Δέσιμο σε ξύλινο στύλο για τρεις μέρες”, “Εξορία στη Phantom Zone”, “Εκατό ραβδίσματα στις πατούσες” και “Δοκίμασε ξανά!”
– Το πιο ικανοποιητικό είναι ότι θα γυρίσεις εσύ τον Τροχό! Θα επιλέξεις μόνη σου την τιμωρία σου, κλέφτρα! αναφώνησε η Μαρία Ντολόρες.
Η Λουτσία κοίταξε τους πάντες με δάκρυα στα μάτια. Η Γιολάντα έσκυψε το κεφάλι της συντετριμμένη.
– Σας λέω την αλήθεια! εκλιπάρησε μια τελευταία φορά. Δεν το έκλεψα το μενταγιόν, το βρήκα! Δεν είχα σκοπό να το κρατήσω!
– Είσαι μια βρομιάρα κλέφτρα και ψεύτρα! Θα τιμωρηθείς όπως σου πρέπει και στη συνέχεια θα επιστρέψεις πίσω στο άθλιο χωριό απ’ όπου μας κουβαλήθηκες!
– Χίλιες φορές πίσω στο φτωχικό χωριό μου, παρά εδώ, περιτριγυρισμένη από ύαινες! φώναξε ξεσπώντας η Λουτσία και όλοι έβγαλαν ένα επιφώνημα έκπληξης.
– Ωωω, τι σου είπε! ακούστηκε περιπαιχτικά από μια αντρική κάπου μέσα στο πλήθος.
– ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΣ, ΒΡΟΜΟΘΗΛΥΚΟ; ΒΛΑΧΑ, ΒΛΑΧΑΡΑ, ΑΜΟΡΦΩΤΗ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ! ούρλιαξε η Μαρία Ντολόρες και άρπαξε το μαστίγιο από τη ζώνη του αμαξά.
Με μια απότομη κίνηση του καρπού της, το μαστίγιο έσκισε τον αέρα και πέτυχε στο κούτελο την υπηρέτρια που είχε φάει τον σοβά στο κεφάλι προηγουμένως.
– Διάολε, πώς δουλεύει αυτό; ρώτησε η Μαρία Ντολόρες.
Η Λουτσία δεν έκατσε με σταυρωμένα τα χέρια. Άρπαξε τον μεγάλο τροχό και τον έσπρωξε με δύναμη εναντίον της Μαρία Ντολόρες. Ο τροχός καταπλάκωσε την ίδια υπηρέτρια.
– Μα φύγε κι εσύ από τη μέση, κούκλα μου, δεν βλέπεις ότι ενοχλείς; είπε η Γιολάντα.
– Πώς τολμάς; ούρλιαξε η Μαρία Ντολόρες και ύψωσε ξανά το μαστίγιο.
Δυνατά ποδοβολητά αλόγων διέκοψαν τη διαμάχη. Οι πάντες στράφηκαν προς τον δρόμο που οδηγούσε στην έπαυλη. Μια ομάδα από οπλισμένους αναβάτες συνόδευε μια πολυτελή άμαξα. Η άμαξα σταμάτησε λίγα μέτρα από τη Μαρία Ντολόρες και η πόρτα άνοιξε. Από μέσα εμφανίστηκε ο Δον Χόρχε Ρομέρο με τη σύζυγο και την κόρη του.
– Τι λαμπρή υποδοχή είναι αυτή; Μας περιμένατε; ρώτησε εκείνος γελώντας δυνατά.
– Δον Χόρχε! είπε η Μαρία Ντολόρες, ισιώνοντας μια τούφα από τα μαλλιά της. Μας συγχωρείτε για το θέαμα. Μια από τις υπηρέτριες έκλεψε ένα πολύτιμο αντικείμενο και αυθαδίασε και ήμουν έτοιμη να της διδάξω ένα μάθημα!
– Μην ενοχλείστε από την παρουσία μας! είπε ο Δον Χόρχε. Συνεχίστε, τίποτε καλύτερο από λίγο θέαμα πριν από μια σοβαρή συζήτηση.
Η Κονσεψιόν Ρομέρο πλησίασε τον Ιγνάθιο και έσκυψε αισθησιακά στο αυτί του.
– Καλημέρα, μι αμόρ! του είπε λάγνα κι έχωσε τη γλώσσα της μέχρι το τύμπανο.

– Αρκετά! φώναξε εκείνος κι έσπρωξε την Κονσεψιόν μακριά του.
– Ντίος μίο! αναφώνησε η Δόννα Σάλμα Χαγιέκ, όλο ενθουσιασμό που της δόθηκε, επιτέλους, ατάκα.
– Τι συμπεριφορά είναι αυτή, Ιγνάθιο; Απολογήσου αμέσως! απαίτησε η Μαρία Ντολόρες.
Η Εσμεράλδα τον έπιασε από το χέρι και κούνησε το κεφάλι της δεξιά αριστερά ανήσυχη.
– Λυπάμαι, Εσμεράλδα! Δεν μπορώ να το κάνω άλλο αυτό! είπε εκείνος. Στη συνέχεια στράφηκε στη μητέρα του. Η Λουτσία λέει την αλήθεια, μητέρα! Το μενταγιόν το βρήκε στον κήπο, ανήκε σε μένα και την Εσμεράλδα. Το φορέσαμε στον γιο μας, τη μέρα που μας ανάγκασες να τον παρατήσουμε στο δάσος!
Ένα ομαδικό επιφώνημα έκπληξης και φρίκης ακούστηκε μέσα στο πλήθος. Η Μαρία Ντολόρες χλώμιασε σαν αυγοτάραχο.
– Δεν σας είπα να το παρατήσετε στο δάσος το εξάμβλωμα! σύριξε μέσα από τα δόντια της. Σας είπα να το σκοτώσετε και να το θάψετε!
Η Λουτσία άκουγε έκπληκτη.
– Ώστε… ώστε είναι αλήθεια; Εσείς και η Εσμεράλδα… ψέλλισε συγκλονισμένη.
– Ναι, είναι αλήθεια. Αγαπώ την Εσμεράλδα και το πλάσμα που είδες ήταν ο γιος μας! απάντησε ο Ιγνάθιο.
– Ίιιιιιιου! είπε αηδιασμένη η Λουτσία.
– Δεν χρειάζεται να δίνεις εξηγήσεις στη δούλα! φώναξε η Μαρία Ντολόρες. Σε διέταξα να σκοτώσεις εκείνο το φριχτό πλάσμα και να διακόψεις αυτό το παράλογο ειδύλλιο! Η Κονσεψιόν θα γίνει γυναίκα σου! Οι δύο οικογένειες πρέπει να ενωθούν!
– Μπαμπά, δεν τον θέλω πια! Κοιμάται με την αδελφή του! παραπονέθηκε η Κονσεψιόν.
– Πάψε, ανόητη! φώναξε εκείνος. Κι εγώ με τη μητέρα σου αδέλφια είμαστε, είναι ο καλύτερος τρόπος να κρατήσουμε τα γονίδια της οικογένειας καθαρά!
– ΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΟΥ! ξαναείπε αηδιασμένη η Λουτσία.
– Εσύ, όμως, βγήκες φυσιολογική και γι’ αυτό σε κρατήσαμε! είπε τρυφερά ο Χόρχε Ρομέρο στην κόρη του, η οποία άρχισε να κουνάει την ουρά της χαρούμενα.

– Θα δώσω διαταγή στους φρουρούς να πάνε στο δάσος με καραμπίνες και να σκοτώσουν οριστικά αυτό το έκτρωμα που αφήσατε ελεύθερο! είπε η Μαρία Ντολόρες.
– Όχι, μητέρα! Είναι το παιδί μας! εκλιπάρησε η Εσμεράλδα. Όσο δύσμορφο και αν είναι, εξακολουθώ να τον αγαπώ και θέλω να τον μεγαλώσω!
– Για όνομα του Θεού! Τι παραλογισμός είναι αυτός; φώναξε η Λουτσία ανεβαίνοντας στον πεσμένο ξύλινο τροχό. Η καταπλακωμένη υπηρέτρια έβγαλε ένα τελευταίο βογγητό. Πού ακούστηκε δύο αδέλφια να κάνουν παιδί μεταξύ τους; Πώς είναι δυνατόν να το θεωρείτε φυσιολογικό; Το παιδί σας γεννήθηκε τερατώδες και καταδικασμένο να ζει κυνηγημένο, δεν το βλέπετε; Αν αυτή είναι η ζωή των πλουσίων, τότε χαίρομαι που γεννήθηκα σε μια φτωχή οικογένεια! Τουλάχιστον εμείς δεν βλέπουμε ερωτικά τους συγγενείς μας! Εκτός από τον θείο Πάολο, που τον λιθοβολήσαμε στην πλατεία του χωριού.
– Ας σωπάσει κάποιος αυτή τη δούλα! ξέσπασε η Μαρία Ντολόρες.
Ο αμαξάς πλησίασε απειλητικά τη Λουτσία και την άρπαξε από το χέρι. Με ένα δυνατό χαστούκι την πέταξε μέσα σε ένα παρτέρι και στη συνέχεια πήρε το μαστίγιό του και το τίναξε με δύναμη. Το μαστίγιο σταμάτησε στον αέρα. Οι πάντες γούρλωσαν τα μάτια τρομοκρατημένοι. Έξι υπηρέτριες λιποθύμησαν. Ο αμαξάς γύρισε δειλά το κεφάλι του και είδε την άκρη του μαστιγίου σφιχτά κλεισμένη στη χούφτα ενός φριχτού, παραμορφωμένου πλάσματος με κίτρινα μάτια.
– Ντίος μίο κι οι άγιοι πάντες! μουρμούρισε η Γιολάντα και κατάπιε τον ασημένιο σταυρό της, μαζί με την αλυσίδα.
-ΜΜΜΜΜΜΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! ούρλιαξε το πλάσμα και με μια σβέλτη κίνηση άρπαξε τον αμαξά από το λαιμό. Με το άλλο χέρι έπιασε σφιχτά το μπράτσο του αμαξά και το πίεσε μέχρι που ακούστηκαν οστά να σπάνε. Ξερίζωσε με μανία το χέρι, το πέταξε πάνω στην κατάπληκτη Μαρία Ντολόρες και στη συνέχεια έσπασε τον σβέρκο του αμαξά σαν να ήταν σπιρτόξυλο.

– Όλοι μέσα στο σπίτι! ούρλιαξε ο υπηρέτης και το πλήθος άρχισε να τρέχει τρομαγμένο.
Οι σωματοφύλακες του Ρομέρο έβγαλαν τα περίστροφά τους και τα έστρεψαν προς το πλάσμα.
– Όχι! Μην τον σκοτώσετε! φώναξε η Εσμεράλδα και σηκώθηκε από το καροτσάκι της.
– Κυρία! Περπατάτε! αναφώνησε έκπληκτη η Λουτσία κι έτρεξε προς το μέρος της.
– Θαύμα! Είναι ένα θαύμα! φώναξε η Εσμεράλδα.
Αμέσως μετά, μια σφαίρα την βρήκε στο κούτελο. Το άψυχο κορμί της έπεσε στην αγκαλιά του απαρηγόρητου Ιγνάθιο.
– Εσμεράλδα! Αγάπη μου! είπε εκείνος κλαίγοντας και τη φίλησε στα χείλη.
– Ίιου! ακούστηκε η Λουτσία.
– ΟΧΙΙΙΙΙ! ούρλιαξε η Μαρία Ντολόρες συντετριμμένη και στράφηκε προς το μέρος απ’ όπου ήρθε ο πυροβολισμός.
– Υποθέτω πως ο γάμος μπορεί να γίνει τώρα χωρίς άλλα κωλύματα! είπε ο Δον Χόρχε, κρατώντας ένα περίστροφο, η κάνη του οποίου κάπνιζε ακόμη.
– ΜΜΜΜΑΑΑΜΜΑΑΑΑΑ! ούρλιαξε ξανά το τέρας και χίμιξε εναντίον του.
Ο Δον Χόρχε άρπαξε τη γυναίκα του και την πέταξε μπροστά στο πλάσμα για αντιπερισπασμό. Η Κονσεψιόν άρχισε να ουρλιάζει, καθώς το πλάσμα έμπηξε τους αντίχειρές του μέσα στα μάτια της Δόννα Σάλμα Χαγιέκ και συνέθλιψε το κρανίο της σαν καρύδι.
Ο Ιγνάθιο σηκώθηκε και το βλέμμα του σπινθηροβολούσε από μίσος.
– Όχι, Ιγνάθιο! Έλα μέσα μαζί μας! τον ικέτεψε η Μαρία Ντολόρες.
– Εσύ το προκάλεσες αυτό! της είπε παγερά και πήγε να κυνηγήσει τον Χόρχε Ρομέρο.
– Τσικίτα! Όχι! φώναξε η Γιολάντα στη Λουτσία, η οποία στράφηκε προς τη μεριά που έφυγε ο Ιγνάθιο.
– Λυπάμαι, Γιολάντα, μα τον αγαπώ ακόμα! Δεν μπορώ να τον αφήσω να πάθει κακό! είπε εκείνη κι έτρεξε ξοπίσω του.
– Κάψτε την έπαυλη! Κάψτε τα αμπέλια, τα χωράφια, τα πάντα! Τους θέλω όλους νεκρούς! έδωσε ο Χόρχε Ρομέρο διαταγή στους άντρες του λίγο πριν μπει στην άμαξα με την κόρη του.
– Πατέρα! Σκότωσες τη μητέρα και θεία! είπε με αναφιλητά η Κονσεψιόν Ρομέρο.
– Έχω άλλες τρεις αδελφές, διάλεξε όποια θες για μάνα σου! είπε εκείνος κοφτά.

Η άμαξα έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω στο πλακόστρωτο δρομάκι, ενώ πίσω στο κτήμα των Ντε Λος Κούλος, οι άντρες του Ρομέρο πυροβολούσαν τα παράθυρα της έπαυλης και άναβαν πυρσούς.
Η Γιολάντα είχε μαζέψει όλο το υπηρετικό προσωπικό μέσα στην κουζίνα και είχε οπλίσει τους πάντες.
– Παλέψτε για τη ζωή σας! είπε, ενώ έδενε μια κόκκινη μπαντάνα στο κούτελο. Τα αφεντικά δεν νοιάστηκαν ποτέ για εμάς, δεν θα πεθάνουμε κι εμείς για εκείνους!
Ο Ιγνάθιο, καβάλα πάνω σε ένα λευκό άλογο, κάλπαζε γρήγορα πίσω από την άμαξα του Χόρχε Ρομέρο. Πιο πίσω, η Λουτσία καβάλα σε ένα δεύτερο άλογο, ακολουθούσε τον έρωτα της ζωής της γεμάτη αγωνία.
– Πιο γρήγορα! φώναξε ο Χόρχε Ρομέρο στον αμαξά του.
Ένας κρότος ακούστηκε στην οροφή της άμαξας, η οποία ταρακουνιόταν πάνω στο πλακόστρωτο. Ένας βρηχυθμός και μια δυνατή κραυγή ακολούθησαν. Ο Χόρχε Ρομέρο κοίταξε από το παράθυρο της άμαξας. Ο αμαξάς καθόταν ακόμη στη θέση του. Το κεφάλι του, από την άλλη βρισκόταν τριάντα μέτρα πιο πίσω, μέσα σε έναν θάμνο.
– Καράμπα! φώναξε ο Χόρχε Ρομέρο.
Ένα σκελετωμένο, ματωμένο χέρι εμφανίστηκε από ψηλά και τον άρπαξε από το λαιμό. Τα άλογα χλιμίντρισαν φρενιασμένα και έκαναν μια ξαφνική στροφή, παρασέρνοντας την άμαξα, η οποία γύρισε απότομα κι έφερε τρεις τούμπες πάνω στο πλακόστρωτο, μέχρι που έγινε κομμάτια πάνω στον χοντρό κορμό μιας πικροδάφνης.
Η Κονσεψιόν Ρομέρο σύρθηκε τραυματισμένη από τα χαλάσματα. Ο Χόρχε Ρομέρο είχε εκτιναχτεί στην άκρη του δρόμου.
Το άλογο του Ιγνάθιο έφτασε στο σημείο και πριν ακόμα σταματήσει, εκείνος πήδηξε με τη χάρη ουκρανέζας σφυροβόλου και προσγειώθηκε με τον κώλο, λίγα μέτρα από τον Ρομέρο.
– Σκότωσες την Εσμεράλδα, κάθαρμα! είπε με μίσος.
– Θα σας σκοτώσω όλους! απάντησε εκείνος και σηκώθηκε αργά, φτύνοντας αίμα προς τη μεριά του Ιγνάθιο. Έφερε το χέρι του στη μέση και άρχισε να ψαχουλεύει ανήσυχος. Κοίταξε με τρόμο την άδεια θήκη του πιστολιού του.
Το πιστόλι είχε προσγειωθεί πλάι στην κομματιασμένη άμαξα, ανάμεσα στον Ιγνάθιο και την Κονσεψιόν. Οι δυο τους κοίταξαν πρώτα το πεσμένο όπλο και μετά κοιτάχτηκαν στα μάτια.
– Μην το κάνεις! είπε σχεδόν ικετευτικά ο Ιγνάθιο.
– Τι να μην κάνω; ρώτησε η Κονσεψιόν.
Ο Ιγνάθιο κοίταξε το πεσμένο όπλο και στη συνέχεια το κοίταξε κι εκείνη.
– Μη, Κονσεψιόν! είπε ξανά ο Ιγνάθιο.
– Τι μη; Δεν καταλαβαίνω, ξαναρώτησε εκείνη.
– ΤΟ ΠΙΣΤΟΛΙ, ΜΩΡΗ ΗΛΙΘΙΑ! ΠΙΑΣΕ ΤΟ ΠΙΣΤΟΛΙ! ούρλιαξε ο Χόρχε Ρομέρο.

Η Κονσεψιόν χίμηξε μποστά με τη σβελτάδα γριπιασμένης αντιλόπης, ενώ ο Ιγνάθιο έκανε ένα άλμα για να τη σταματήσει. Οι δυο τους βρέθηκαν πεσμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, με το πιστόλι καλυμμένο από τα σώματά τους.
– Λυπάμαι, Ιγνάθιο! είπε η Κονσεψιόν και ανασήκωσε το χέρι της, στο οποίο κρατούσε το πιστόλι.
Την ίδια στιγμή κατέφτασε η Λουτσία με το άλογό της. Πρώτα έφτασε το άλογο και μετά η Λουτσία, η οποία το κυνηγούσε.
– Μην το κάνεις, Κονσεψιόν! φώναξε η Λουτσία.
– Σκότωσέ τον και μετά σκότωσε κι αυτή τη σκρόφα! είπε ο Ρομέρο.
Η Κονσεψιόν έστρεψε το πιστόλι προς τη Λουτσία.
– Εεεε, πρώτα αυτόν σου είπε! φώναξε εκείνη και κρύφτηκε πίσω από το άλογο.
Την ίδια στιγμή, τα συντρίμμια της άμαξας ανασηκώθηκαν απότομα κι από κάτω πετάχτηκε το πλάσμα, το οποίο άρπαξε το χέρι της Κονσεψιόν και τη σήκωσε στον άερα.
– ΜΠΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! είπε το πλάσμα, κοιτάζοντας τον Ιγνάθιο. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και το χάιδεψε απαλά στο μάγουλο.
– Ναι, εγώ είμαι! Και θα σε πάρω στο σπίτι! του είπε τρυφερά.
Την ίδια ώρα, η έπαυλη καιγόταν συθέμελα.
– Σε παρακαλώ! Όχι την κόρη μου! είπε φοβισμένος ο Χόρχε Ρομέρο προς το πλάσμα. Κάνε ό,τι θες σε μένα, αλλά όχι στην κόρη μου!
– Εσύ δεν δίστασες να σκοτώσεις τη μητέρα του! είπε ο Ιγνάθιο με μίσος. Για ποιο λόγο να λυπηθεί αυτός την κόρη σου;
– Δεν είστε σαν κι αυτόν, Ιγνάθιο! είπε η Λουτσία και πλησίασε δειλά. Εσείς δεν είστε τέρατα! Ε… όχι και οι δύο, δηλαδή!
Το πιστόλι έπεσε από το χέρι της Κονσεψιόν και το σήκωσε ο Ιγνάθιο. Το έστρεψε αμέσως προς τον Χόρχε Ρομέρο.
– Όχι, Ιγνάθιο! Η εκδίκηση δεν θα σου δώσει καμιά ικανοποίηση! είπε ξανά η Λουτσία. Αν τον σκοτώσεις δεν θα είσαι καλύτερος από εκείνον!
Η συγκινητική και καθόλου κλισέ φράση της Λουτσία έκανε το Ιγνάθιο να χαμηλώσει το χέρι του. Στράφηκε προς τη Λουτσία και την κοίταξε στα μάτια. Τώρα που την καλόβλεπε, δεν ήταν κι άσχημη, χαλαρά της τον σφύριζε. Στη συνέχεια στράφηκε προς το πλάσμα.
– Άφησέ την! Γυρίζουμε σπίτι!
Το πλάσμα άφησε την Κονσεψιόν να πέσει στο χώμα, με ένα μουγκρητό ικανοποίησης. Στράφηκαν και οι τρεις τους προς τα άλογα. Ένας δυνατός κρότος ακούστηκε και πάγωσαν όλοι. Η Κονσεψιόν Ρομέρο στράφηκε αργά προς τον πατέρα της. Τον κοίταξε με δάκρυα στα μάτια και στη συνέχεια ξέρασε πηχτό, κατακόκκινο αίμα. Κοίταξε προς τα κάτω, έφερε τα χέρια της στην τεράστια τρύπα που βρισκόταν στο στομάχι της και στη συνέχεια έπεσε στο έδαφος. Ένα καλαμπόκι κατρακύλησε από την τρύπα.
– Σκότωσες την κόρη μου κι εγώ σκότωσα τη δική σου! ακούστηκε η φωνή της Μαρία Ντολόρες, η οποία περπατούσε αργά στον πλακόστρωτο δρόμο, με μια καραμπίνα στα χέρια.

– Κονσεψιόν… ψιθύρισε εκείνος κι έπεσε στα γόνατα.
Η Μαρία Ντολόρες πλησίασε απειλητικά.
– Μητέρα, άφησε κάτω την καραμπίνα! ικέτεψε ο Ιγνάθιο.
– Πάψε και γύρνα στο σπίτι! Οι άντρες του Ρομέρο είναι νεκροί! Εγώ θα αναλάβω και αυτούς! Από ποιον να ξεκινήσω; Τον μπάσταρδο που μου πήρε ό,τι είχα; Το εξάμβλωμα που γέννησε η αδελφή σου; Ή την αντιπαθητική δούλα;
– Η αντιπαθητική δούλα σίγουρα έρχεται τελευταία συγκριτικά! είπε η Λουτσία χαμογελώντας αμήχανα.
– Μητέρα, δεν σκέφτεσαι καθαρά! Άφησε κάτω το όπλο, τέλειωσαν όλα!
– Έχεις δίκιο! είπε η Μαρία Ντολόρες και έστρεψε την καραμπίνα προς το πλάσμα. Πίεσε τη σκανδάλη και το όπλο ξέρασε φωτιά και θάνατο.
-Όχιιι! φώναξε ο Ιγνάθιο και έβαλε το σώμα του ανάμεσα στον γιο και τη μητέρα του. Η βολή τον βρήκε κατάστηθα κι έπεσε αιμόφυρτος στα χέρια του πλάσματος.
– Όχιιι! φώναξε και η Μαρία Ντολόρες.
– Όχιιι! φώναξε και η Λουτσία.
– ΜΜΝΓΝΓΚΚΚΜ! φώναξε και το πλάσμα.
Ο Χόρχε Ρομέρο βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε. Όρμησε κατά πάνω της Μαρία Ντολόρες και άρπαξε την καραμπίνα με το χέρι του. Οι δυο τους έπεσαν στο χώμα και πάλεψαν. Το πλάσμα χίμηξε από πάνω τους, αρπάζοντας τη Μαρία Ντολόρες από το χέρι και τον Ρομέρο από το κεφάλι. Οι τρεις τους μπλέχτηκαν σε ένα βίαιο σουσέλ προσπαθώντας να πάρουν στα χέρια τους το θανατηφόρο όπλο.
Η Λουτσία πισωπάτησε τρομαγμένη και στράφηκε προς το άλογο. Όποιος και να ήταν ο νικητής αυτής της μάχης, εκείνη δεν είχε ελπίδες να επιζήσει αν παρέμενε στο σημείο. Ανέβηκε πάνω στο άλογο και άρχισε να καλπάζει με μανία.
Η Μαρία Ντολόρες, ο Χόρχε Ρομέρο και το Πλάσμα συνέχισαν να παλεύουν με μανία. Η καραμπίνα έπεσε με δύναμη στο έδαφος και εκπυρσοκρότησε. Η σφαίρα χτύπησε το γεμάτο ντεπόζιτο της άμαξας και ακολούθησε τεράστια έκρηξη. Οι τρεις τους χάθηκαν μέσα σε μια μπάλα φωτιάς που τους καρβούνιασε ακαριαία.
Λίγο αργότερα, όλα τα ίχνη αυτής της συμπλοκής είχαν σβήσει, εκτός από την καμμένη έπαυλη, τα καρβουνιασμένα αμπέλια και τα δεκάδες πτώματα που βρίσκονταν παντού. Η Λουτσία κατέβηκε από το άλογο και πλησίασε τα απομεινάρια του άλλοτε επιβλητικού μεγάρου, τα οποία κάπνιζαν ακόμη.
– Ντίος μίο… ψιθύρισε συντετριμμένη.
– Τσικίτα; ακούστηκε μια φωνή από πίσω της.
Γύρισε τρομαγμένη και αντίκρισε τη Γιολάντα. Από πίσω της στεκόταν το υπόλοιπο υπηρετικό προσωπικό.
– Γιολάντα! Κομπάρσοι χωρίς όνομα! Ζείτε ακόμη! αναφώνησε χαρούμενη η Λουτσία!
– Όλοι, εκτός από τον αμαξά! είπε η Γιολάντα.
– Αααα… όχιιι, τι λες; Πω πω, κρίμααα… είπε χαμηλόφωνα και καθόλου σαρκαστικά η Λουτσία.
– Ο Ιγνάθιο; Το τέρας; ρώτησε η Γιολάντα.
Η Λουτσία χαμήλωσε το βλέμμα της.
– Είναι όλοι νεκροί. απάντησε.
– Μη στενοχωριέσαι, τσικίτα! Η ζωή συνεχίζεται! είπε η Γιολάντα και την αγκάλιασε σφιχτά.
– Τι θα απογίνουμε τώρα; ρώτησε μια υπηρέτρια.
– Θα έρθετε μαζί μου! Επιστρέφω στο χωριό μου στους πρόποδες του Ποποκατέπετλ! απάντησε περιχαρής η Λουτσία.
– Εκεί δεν είναι που ψοφάνε όλοι; ρώτησε μια άλλη υπηρέτρια χαμηλόφωνα τη διπλανή της.
– Θα ξεκινήσουμε από την αρχή, χωρίς αφεντικά πάνω από το κεφάλι μας! συνέχισε η Λουτσία. Φτωχοί, αλλά ευτυχισμένοι!
– Όχι και τόσο φτωχοί! είπε γελώντας η Γιολάντα και παραμέρισε. Πίσω της βρίσκονταν τρεις μεγάλοι σάκοι γεμάτοι με τα ασημικά, τα κοσμήματα και τα χρήματα των Ντε Λος Κούλος. Δεν νομίζω να τα χρειαστούν πια όλα αυτά!
Οι πάντες άρχισαν να γελάνε δυνατά μεταξύ τους, σαν κιτς τέλος επεισοδίου σε καρτούν των 80s.

Λίγες μέρες αργότερα, μια ομάδα από ταλαιπωρημένους πρώην υπηρέτες βάδιζε στην κεντρική πλατεία του μικρού χωριού της Λουτσία. Εκεί την περίμενε μια ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη, καθώς την υποδέχτηκε η οικογένειά της και όλοι όσοι νόμιζε χαμένους στην κατάρρευση του ορυχείου βασάλτη.
– Απ’ ό,τι φαίνεται, της εξήγησε ο Πατήρ Μιγκέλ Άνχελ -ο πάστορας και ωτορινολαρυγγολόγος του μικρού τους χωριού- όταν το ορυχείο κατέρρευσε, εγκλωβίστηκαν όλοι σε ένα σπήλαιο που τους κράτησε ασφαλείς! Για καλή τους τύχη υπήρχε κι ένα υπόγειο ποτάμι με φρέσκο νερό, οπότε ανασύρθηκαν και οι 520 σώοι και αβλαβείς!
– Μα… βρίσκονταν 615 στο ορυχείο τη στιγμή της κατάρρευσης! είπε προβληματισμένη η Λουτσία.
– Έμειναν τέσσερις μήνες κάτω, μι κοραθόν. Έπρεπε να φάνε και κάτι! απάντησε ο Πατήρ Μιγκέλ Άνχελ.
– Τα πάντα τέλειωσαν αισιώς, τσικίτα! είπε η Γιολάντα στη Λουτσία.
– Το όνειρο βγήκε αληθινό για τους Ντε Λος Κούλος! αποκρίθηκε εκείνη. Τους βρήκαν χίλιες συμφορές για τα κακά που έκαναν κι εμείς είμαστε πια ελεύθερες και πλούσιες και μπορούμε να ζήσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας ευτυχισμένες!
– Ναι, τσικίτα! απάντησε η Γιολάντα. Τα καλύτερα τώρα έρχονται!
Τρεις νύχτες αργότερα, το Ποποκατέπετλ εξερράγη χωρίς προειδοποίηση και πέθαναν όλοι ελεεινά στον ύπνο τους.

Τέλος

Έρωτας και μυστήριο στο Ησυχαστήριο

Κεφάλαιο 01 | Σκιές στο περιστύλιο, σε γνώρισα Απρίλιο

Ήταν ένα φθινοπωρινό πρωινό του Απρίλη, όπως όλα τα προηγούμενα. Ο ήλιος χάιδευε με τις ζεστές του αχτίδες τα ματοτσίνορα της Ντολόρες, τα χελιδόνια έβηχαν παιχνιδιάρικα ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων και δυο άστεγοι αλληλομαχαιρώνονταν για ένα μισογεμάτο μπουκαλάκι κονιάκ, δίπλα σε έναν κάδο. Όλα ήταν το ίδιο ειδυλλιακά και όμορφα όπως κάθε μέρα. Το βλέμμα της Ντολόρες, όμως, ήταν θλιμμένο πίσω από τα κοκάλινα, κόκκινα γυαλιά της και το σκυθρωπό της πρόσωπο καθρεφτιζόταν μουντό και άχρωμο στις μικρές λακούβες με τα τοξικά απόβλητα.

Δεν υπήρχε λόγος να είναι χαρούμενη. Η ηλιόλουστη μέρα δεν της έλεγε τίποτε. Καθώς περνούσε μπροστά από το φλεγόμενο ορφανοτροφείο, από τα παράθυρα του οποίου πηδούσαν παιδιά ουρλιάζοντας, σκεφτόταν πως είχε χρόνια να δει κάτι το συναρπαστικό να συμβαίνει γύρω της. Ήταν εγκλωβισμένη σε μια αδιάφορη ζωή, μια αδιάφορη δουλειά και μια αδιάφορη κωμόπολη 3 εκατομμυρίων κατοίκων. Το μεγαλύτερο όνειρό της -να μετακομίσει σε μια μεγαλούπολη και ν΄ανοίξει το δικό της κατάστημα Νάνου Donuts- φάνταζε όλο και πιο μακρινό, καθώς περνούσε ο καιρός.

Το μόνο που της προσέφερε μια μικρή διέξοδο από τη ρουτίνα και τη μονοτονία, ήταν οι βραδιές καραόκε στο αγαπημένο της στέκι, το Blue Oyster Bar. Όχι μόνο είχε την ευκαιρία να τραγουδήσει και να ξεχάσει τη μιζέρια της, αλλά το μπαρ ήταν πάντα τίγκα στους άντρες. Η Ντολόρες λάτρευε τη μουσική. Από τότε που ήταν μικρό, αμούστακο κοριτσάκι φορούσε τα ακουστικά της και άκουγε για ολόκληρες ώρες ντεθ μέταλ, εκκλησιαστική μουσική από τη Σαρδηνία και Στράτο Διονυσίου. Είχε πάντα πολύ εκλεπτυσμένα γούστα. Το μεγαλύτερο όνειρό της, άλλωστε, ήταν να γίνει κι εκείνη διάσημη τραγουδίστρια, όπως η Μονσερά Καμπαγιέ, η Νάνα Μούσχουρη και η Πωλίνα.

Απόψε, όμως, δεν θα είχε την ευκαιρία να τραγουδήσει ξανά τις μεγαλύτερες επιτυχίες των Bananarama και της Cher στο Μπλε Στρείδι. Έπρεπε να δουλέψει. Έπρεπε να περάσει όλη τη μέρα, στην βαρετή, ανούσια δουλειά της. Είχε ήδη κλείσει τρία χρόνια ως νοσοκόμα στο Ησυχαστήριο Βαριά Διαταραγμένων Ψυχάκηδων, το οποίο δέσποζε επιβλητικό και μυστηριώδες στην κορυφή του λόφου, έξω από τη μικρή κωμόπολη με τα 6 εκατομμύρια σπίτια, τα 38 σχολεία, τα 146 νοσοκομεία και τα 15 εμπορικά κέντρα. Ήταν μια συνηθισμένη δουλειά, χωρίς συγκινήσεις. Είχε την ευθύνη των 180 ψυχικά διαταραγμένων ασθενών που βρίσκονταν έγκλειστοι στο Ησυχαστήριο. Τίποτε το ιδιαίτερο. Μερικοί κατά συρροήν δολοφόνοι, ένας δυο βιαστές, κάμποσοι παρανοϊκοί σαδιστές και μια πτέρυγα γεμάτη πρώην παίκτες του Fame Story.

– Καλημέρα, Ντολόρες! ακούστηκε μια τσιριχτή φωνή δίπλα της, στα αποδυτήρια. Ήταν η Σάντρα Ντι, η συνάδελφος νοσοκόμα, η οποία μόλις τελείωνε τη βάρδια της.
– Καλημέρα Σάντρα Ντι. Είχαμε τίποτε το ασυνήθιστο το βράδυ; ρώτησε η Ντολόρες, σίγουρη από πριν για την απάντηση.
– Τίποτε το περίεργο, χρυσό μου! απάντησε η Σάντρα Ντι, κατεβάζοντας το φερμουάρ της λευκής ποδιάς της, αποκαλύπτοντας ένα κατακόκκινο σουτιέν που ταίριαζε άψογα με το σπασουάρ που φορούσε. Τα συνηθισμένα. Ο τρόφιμος στο δωμάτιο 16 προσπάθησε να δαγκώσει πάλι το αυτί του νοσοκόμου, η βορειοδυτική πτέρυγα έκανε άλλη μία απόπειρα απόδρασης και η Άσπα Τσίνα μεταφέρθηκε πάλι στην απομόνωση γιατί τσακώθηκε με τη συγκάτοικό της. Δεν καταλαβαίνω αυτές τις εκρήξεις της…
– Τα ίδια, δηλαδή… είπε η Ντολόρες κι έκατσε βαριά στον ξύλινο πάγκο, σαν σακί με πατάτες που έπεσε από ελικόπτερο στην οροφή νευροχειρουργικής κλινικής.
– Τι έχεις, χρυσό μου; Δεν σε βλέπω καλά! είπε η Σάντρα Ντι και φόρεσε τα γυαλιά της. Α, τώρα σε βλέπω καλύτερα!
Η Ντολόρες έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό.
– Σάντρα Ντι, έχεις νιώσει ποτέ σου ότι είσαι φτιαγμένη για μεγαλύτερα πράγματα; Ότι αναλώνεσαι σε μια ανούσια πραγματικότητα ενώ είσαι πλασμένη για κάτι καλύτερο; είπε και κοίταξε τη συνάδελφό της βαθιά στα μάτια.
– Τι εννοείς, χρυσό μου;
Η Ντολόρες σηκώθηκε και κοίταξε με απλανές βλέμμα τον τοίχο απέναντί της. Εκείνον με την αφίσσα για τη φυματίωση.
– Το μεγαλύτερό μου όνειρο, Σάντρα Ντι, ήταν ανέκαθεν να ταξιδέψω τον κόσμο με ένα ιστιοφόρο. Να ανοίξω πανιά και να πάω παντού! Στην Αυστρία, στη Λευκορωσία, στο Έβερεστ!
– Πώς θα το ανεβάσεις το ιστιοφόρο στο Έβερεστ, μωρή; ρώτησε η Σάντρα Ντι, δαγκώνοντας μια φέτα λεμόνι και σφίγγοντας ένα χοντρό σκοινί γύρω από το λαιμό της.
– Δεν έχει σημασία αυτό, Σάντρα Ντι! Αυτό που έχει σημασία είναι ότι νιώθω παγιδευμένη σε μια ζωή δίχως νόημα. Είμαι πλασμένη για μεγάλες περιπέτειες, το νιώθω!
– Για την ώρα, είσαι πλασμένη για να μοιράσεις τα χάπια των ασθενών! είπε η Σάντρα Ντι και της έδωσε ένα ντοσιέ.
– Τι είναι αυτό;
– Είχαμε μια καινούργια εισαγωγή σήμερα. Στο δωμάτιο 12, Αγνώστων Στοιχείων! Βαριά περίπτωση! Τον έχουμε κοιμισμένο γιατί είχε αρχίσει να ξεσηκώνει όλη την πτέρυγα με τις φωνές του. Προσπαθούσε να μας πείσει ότι έρχεται από το μέλλον και πρέπει να σώσει τον κόσμο! Η επίσημη γνωμάτευση του Διευθυντή είναι «μουρλός για δέσιμο».

«Καινούργια εισαγωγή» σκέφτηκε η Ντολόρες, ανοίγοντας τον φάκελο του νέου ασθενή. Επιτέλους, να και κάτι καινούργιο! Αναρωτιόταν ποιος να ήταν ο νέος τρόφιμος και τι ψυχώσεις έκρυβε. Σύμφωνα με τον φάκελό του, έπασχε από κάποια βαριά μορφή συνδρόμου καταδίωξης, μεγαλομανία, παραισθήσεις και του άρεσε και ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος. Αυτό από μόνο του ήταν σημάδι βαριάς ψυχοπάθειας. Θα δοκίμαζαν πάνω του τις πιο υπερσύγχρονες θεραπευτικές μεθόδους που διέθετε το Ησυχαστήριο: ηλεκτροσόκ με καλώδια μπαταρίας, κρύα ντους με πυροσβεστική μάνικα και τάμα υπέρ υγείας στον Όσιο Θεόδουλο τον Σαλό.
Αυτός ο νέος ασθενής είχε κινήσει το ενδιαφέρον της Ντολόρες. Αποφάσισε να πάει και να τον δει από μόνη της. Φόρεσε τα κοκάλινα, κόκκινα γυαλιά της, πήρε στην αγκαλιά της τον φάκελο και βγήκε στον μισοσκότεινο διάδρομο που οδηγούσε στα καταλύματα των ασθενών.

Κατέβηκε τη μεγάλη, μαρμάρινη σκάλα, και στάθηκε μπροστά στη σιδερένια πύλη που κρατούσε τον υπόλοιπο κόσμο ασφαλή από τους τροφίμους. Πάτησε τον πενταψήφιο κωδικό της στο καντράν, μετά πλησίασε το πρόσωπό της στον σαρωτή ίριδας και στη συνέχεια ακούμπησε την παλάμη της σε μια μεταλλική πλάκα που θα έλεγχε τα αποτυπώματά της. Αφού ψιθύρισε το σύνθημα και το παρασύνθημα στο ειδικό μικρόφωνο, έκανε τη μυστική χειραψία μπροστά στην κάμερα και στη συνέχεια φύσηξε στην ειδική υποδοχή. Τέλος, έκανε παντομίμα τη λέξη-κλειδί που άλλαζε κάθε μέρα, ξαναπέρασε τον πενταψήφιο κωδικό με σήματα μορς και έκοψε την αριστερή της παλάμη για να ενεργοποιήσει με το αίμα της το ξόρκι προστασίας που ήταν χαραγμένο στον τοίχο. Τα μέτρα ασφαλείας είχαν αυξηθεί από τότε που ένας τρόφιμος κατάφερε να δραπετεύσει από το Ησυχαστήριο και να γίνει πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Τα βήματα της Ντολόρες αντηχούσαν στα λερωμένα πλακάκια του μακρόστενου διαδρόμου. Δεξιά και αριστερά της ήταν αριθμημένες πόρτες. Κάθε μία από αυτές έκρυβε και έναν διαφορετικό ασθενή, με μια διαφορετική, πονεμένη ιστορία. Έστριψε αριστερά και πέρασε μπροστά από ένα κελί που προστατευόταν από άθραυστο γυαλί.
– Καλησπέρα, Κλαρίς! ακούστηκε η ανατριχιαστική φωνή του τροφίμου που βρισκόταν πίσω από το γυαλί.
Η Ντολόρες κοντοστάθηκε και τον κοίταξε απορημένη.
– Αχ, με συγχωρείτε, σας πέρασα για κάποια άλλη! απολογήθηκε εκείνος και πισωπάτησε στη σκιά του κελιού.
Η Ντολόρες στάθηκε μπροστά στην πόρτα με τον αριθμό 12. Άπλωσε το χέρι της και άνοιξε το μικρό παραθυράκι γεμάτη αδημονία. Ήθελε να δει από κοντά τον μυστηριώδη ασθενή που κανείς δεν γνώριζε ποιος ήταν. Δεν κατάφερε να διακρίνει και πολλά μέσα στο θεοσκότεινο δωμάτιο. Μονάχα το κρεβάτι, το τραπεζάκι και τις δύο καρέκλες, τον νιπτήρα με το μισογεμάτο ποτήρι επάνω του, τα δύο μικρά ράφια στον τοίχο και τον ιστό αράχνης στην πάνω δεξιά γωνία του ταβανιού, στον οποίο είχαν παγιδευτεί τρεις μύγες, η μία από τις οποίες είχε ένα πόδι λιγότερο. Μόνο αυτά κατάφερε να δει.

– Ποια είσαι εσύ; ακούστηκε μια βαριά, αντρική φωνή που την τρόμαξε.
Η Ντολόρες πισωπάτησε τρομαγμένη κι άφησε μια μικρή τσιρίδα να βγει από το στόμα της. Το ντοσιέ έπεσε από τα χέρια της, κάνοντας πάταγο στην ηχώ του άδειου διαδρόμου. Μερικές κραυγές ακούστηκαν από τα κοντινά δωμάτια.
– Δεν ήθελα να σε τρομάξω, συγγνώμη! Ακούστηκε πάλι η φωνή του άντρα.
Η Ντολόρες σηκώθηκε αργά και πλησίασε διστακτικά το ανοιχτό παραθυράκι. Ήταν εκείνος. Ο νέος ασθενής. Ψηλός, μελαχρινός, γεροδεμένος και με ένα καθησυχαστικό, γλυκό βλέμμα που σε τίποτε δεν θύμιζε ανισόρροπο. Όμως η Ντολόρες ήξερε πια ότι τα φαινόμενα απατούσαν σε αυτή τη δουλειά. Ακόμη και ο πιο φαινομενικά άκακος άνθρωπος μπορούσε να αποδειχθεί επικίνδυνος φρενοβλαβής -όπως τότε που τα είχε φτιάξει με εκείνον τον φιλήσυχο λογιστή, ο οποίος, τελικά, αποδείχθηκε φαν του Βαλάντη.

– Πώς είσαι ξύπνιος; ρώτησε η Ντολόρες παραξενεμένη. Μου είπαν ότι σε είχαν ναρκώσει.
– Τους είχαν τελειώσει τα φάρμακα και μου τραγούδησαν ένα νανούρισμα από τον Πόντο. Αλλά κοιμάμαι ελαφρά! απάντησε εκείνος.
«Καταραμένες ελλείψεις στον ιατροφαρμακευτικό εξοπλισμό!» σκέφτηκε η Ντολόρες.
– Σε παρακαλώ, πρέπει να με αφήσεις να φύγω! Δεν είμαι τρελός! είπε εκείνος ικετευτικά.
– Κανένας τρελός δεν παραδέχεται ότι είναι τρελός! απάντησε εκείνη.
– Τότε είμαι τρελός! είπε ξανά εκείνος. Το παραδέχομαι! Το οποίο σημαίνει ότι πρέπει να με αφήσεις, διότι τελικά δεν είμαι τρελός!
Η Ντολόρες σάστισε. Η ακλόνητη επιχειρηματολογία του την είχε στριμώξει στη γωνία. Μήπως, τελικά, είχε δίκιο; Μήπως έπρεπε να τον αφήσει να βγει;
– Πώς σε λένε; ρώτησε, κοιτάζοντας τον ασθενή εξεταστικά.
– Αν σου πω, δεν πρόκειται να με πιστέψεις… είπε εκείνος, χαμηλώνοντας το βλέμμα του.
– Αν δεν μου πεις, δεν θα σε πιστέψω έτσι κι αλλιώς! είπε ξανά εκείνη.
Ήταν η σειρά του ασθενή να σαστίσει. Ο τρόπος σκέψης της τον είχε εντυπωσιάσει. Ένιωθε σαν να κινούνταν στο ίδιο μήκος κύματος.
– Το όνομά μου είναι Ουμβέρτος και πρέπ
Το παραθυράκι που έκλεισε απότομα διέκοψε τη φράση του. Το μόνο που ακούστηκε στη συνέχεια ήταν τα βήματα της Ντολόρες που απομακρυνόταν γοργά.
– Το ήξερα! Κι αυτός θεοπάλαβος είναι! μονολόγησε ισιώνοντας τα γυαλιά της. Άκου εκεί Ουμβέρτος! Ποιος γονιός θα έδινε τόσο απαίσιο όνομα στο παιδί του;
– Όλα καλά, Ντολόρες; ρώτησε ένας νοσοκόμος που ερχόταν από άλλη πτέρυγα.
– Μια χαρά, Γκολφίνε! Καλημέρα!

Η υπόλοιπη μέρα κύλησε το ίδιο μονότονα και προβλέψιμα στο Ησυχαστήριο. Τρεις ασθενείς κρεμάστηκαν, δύο προσπάθησαν να δολοφονήσουν τον Διευθυντή και η πτέρυγα του Fame Story ψήφισε πάλι τον Περικλή για αποχώρηση. Το βράδυ βρήκε την Ντολόρες κατάκοπη να μελετά τους φακέλους των ασθενών στο μικρό γραφείο της.
– Δεν μου είπες το δικό σου όνομα! ακούστηκε μια φωνή μέσα στο μισοσκόταδο.
Η Ντολόρες ούρλιαξε και κρύφτηκε πίσω από το γραφείο της. Τρέμοντας από τον φόβο της, κοίταξε δειλά πίσω από το έπιπλο. Μια αντρική σιλουέτα στεκόταν στην πόρτα. Ο άγνωστος έκανε ένα βήμα μπροστά και το πρόσωπο του φωτίστηκε από το ισχνό, αδύναμο φως του προβολέα αλογόνου των 500W που έφεγγε στο δωμάτιο. Ήταν ο ασθενής του δωματίου 12!
– Μην πλησιάζεις! φώναξε η Ντολόρες βγάζοντας το αριστερό παπούτσι της. Την φαγούριζε η πατούσα της.
– Σε παρακαλώ, δεν θέλω να σου κάνω κακό! την καθησύχασε ο ασθενής.
– Πώς κατάφερες να δραπετεύσεις από το δωμάτιο; ξαναρώτησε εκείνη τρέμοντας. Η πτέρυγα ασθενών είναι το καλύτερα φυλασσόμενο σημείο στο Ησυχαστήριο! Έχει κάμερα, μικρόφωνο, σαρωτή ίριδας και παλάμης και χίλια δυο μέτρα προστασίας ακόμα!
– Μα τα έχετε όλα από την έξω πλευρά! Από μέσα δεν έχει ούτε κλειδαριά!
– Να πάρει! Το ήξερα ότι το σύστημα ασφαλείας έμπαζε από κάπου! Και τι θα κάνεις τώρα;
– Θα σου αποδείξω ότι δεν είμαι τρελός! είπε εκείνος. Και μετά θα με βοηθήσεις να σώσουμε τον κόσμο!

Στο επόμενο κεφάλαιο: Της αποδεικνύει ότι δεν είναι τρελός και τον βοηθάει να σώσουν τον κόσμο.

Κεφάλαιο 02 | Θέλω τρέλα, θέλω πράγματα ανεβασμένα

Η Ντολόρες περπατούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην πλακόστρωτη αυλή του Ησυχαστηρίου Βαριά Διαταραγμένων Ψυχάκηδων. Τα πόδια της έτρεμαν σαν ζελέ κεράσι μέσα σε ψυγείο που κατρακυλούσε στην πλαγιά του Βεζούβιου. Πίσω της ακριβώς βρισκόταν ο ασθενής του δωματίου 12, ο Ουμβέρτος. Ο μυστηριώδης, διαταραγμένος άντρας που ισχυριζόταν ότι ερχόταν από το μέλλον με σκοπό να σώσει την ανθρωπότητα. Η Ντολόρες ήταν σίγουρη ότι ήταν παρανοϊκός. Κάτι στην ιστορία του της φαινόταν απίστευτο, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς.

– Μη φοβάσαι! της ψιθύρισε στο αυτί και η ζεστή ανάσα του έκανε τις τρίχες στην πλάτη της να σηκωθούν. Θα πάμε μέχρι το αυτοκίνητό σου και θα σου εξηγήσω τα πάντα όταν φύγουμε από εδώ!
Η Ντολόρες κοντοστάθηκε αγχωμένη.
– Μα… δεν έχω αυτοκίνητο! είπε τραυλίζοντας. Έρχομαι στη δουλειά με τα πόδια. Μένω πολύ κοντά στο Ησυχαστήριο.
– Πόσο κοντά; ρώτησε εκείνος.
– Μόλις πέντε λεπτά από δω, στους πρόποδες του λόφου είναι ένα διώροφο, κίτρινο σπίτι. Στρίβουμε δεξιά εκεί και έξι χιλιόμετρα στην ευθεία είναι ένα σούπερ μάρκετ. Από εκεί είμαι μόλις είκοσι λεπτά τροχάδην για το σπίτι μου.
– Να πάρει! φώναξε χαμηλόφωνα ο Ουμβέρτος. Όλο και κάποιος θα μας δει έξω, δεν μπορώ να το ρισκάρω!
– Οι δρόμοι είναι άδειοι τέτοια ώρα στην πόλη, δεν υπάρχει ψυχή έξω! τον διαβεβαίωσε η Ντολόρες, ενώ έξω από την πύλη ακουγόταν δυνατή μουσική και ζητωκραυγές από την κινέζικη παρέλαση που περνούσε εκείνη την ώρα μπροστά από το Ησυχαστήριο.

Ξαφνικά, μια εκκωφαντική σειρήνα έσπασε τη νεκρική σιγή και δεκάδες προβολείς άναψαν στο προαύλιο.
– Τι συμβαίνει; φώναξε ο Ουμβέρτος.
– Να πάρει! φώναξε και η Ντολόρες, φανερά ανήσυχη. Πρέπει να ανακάλυψαν ότι δεν είσαι στο δωμάτιό σου! Πρέπει να γυρίσουμε μέσα αμέσως!
– Όχι! είπε εκείνος και την άρπαξε από το χέρι. Πρέπει να φύγουμε τώρα!
– Είναι αδύνατον! τον σταμάτησε εκείνη. Όταν σημαίνει ο συναγερμός, η εξωτερική πύλη του Ησυχαστηρίου κλειδώνει αυτόματα!
Την ίδια στιγμή, ένας δυνατός, μεταλλικός κρότος ακούστηκε από την πύλη μπροστά τους. Και στη συνέχεια, μια σειρά από θορύβους που έμοιαζαν με γρανάζια και πιστόνια που κινούνταν γρήγορα και έμοιαζαν να έρχονται όλο και πιο κοντά.
– Τι είναι αυτό; ρώτησε ο Ουμβέρτος!
– Ωχ, όχι! τσίριξε η Ντολόρες. Ενεργοποιήθηκε ο ED 209, το ρομπότ-φύλακας!
– Έχετε ρομπότ φύλακα;
– Το αγοράσαμε μισοτιμής μέσω ebay από μια εταιρεία στο Ντιτρόιτ! Τα πουλάγανε κοψοχρονιά για κάποιο λόγο! Πρέπει να μπούμε πάλι μέσα πριν μας δει, τις προάλλες σκότωσε κατά λάθος έναν επιστάτη που είχε βγει για τσιγάρο και πριν ένα μήνα πέντε συγγενείς ασθενών που είχαν έρθει για επίσκεψη!
– Γιατί διάολο το κρατάτε ακόμα; ρώτησε ο Ουμβέρτος, καθώς έτρεχαν ξανά προς την εσωτερική είσοδο του Ησυχαστηρίου.
– Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, όποτε στέλνουμε κάποιον να το απενεργοποιήσει, τον σκοτώνει κατά λάθος!

Μέσα στο ίδρυμα επικρατούσε χάος. Παντού υπήρχαν πεταμένα χαρτιά, αποτσίγαρα και άδεια κουτιά από πίτσα. Η καθαρίστρια είχε γρίπη και είχε μια βδομάδα να πατήσει το πόδι της.
– Πρέπει να γυρίσεις στο δωμάτιό σου! ούρλιαξε η Ντολόρες με ήρεμη φωνή στον Ουμβέρτο. Θα εξηγήσω στους φρουρούς ότι πρόκειται για μια απλή παρεξήγηση και το πολύ να σε δείρουν για λίγο και να σε κλείσουν έναν-δύο μήνες στο μπουντρούμι. Θα τα θυμόμαστε μετά και θα γελάμε! Εκτός από σένα, σε έχουν προγραμματίσει για λοβοτομή την ερχόμενη Πέμπτη!
– Δεν πάω πουθενά, Ντολόρες! είπε εκείνος. Εδώ θα μείνω, της καληνύχτας τα φιλιά δεν σου τα δίνω.
Δυνατές φωνές και ποδοβολητά ακούστηκαν από τον διάδρομο. Η Ντολόρες τρομοκρατήθηκε και έσπρωξε τον Ουμβέρτο μέσα στο γραφείο της. Δεν είχε ιδέα γιατί το έκανε αυτό. Το μόνο που αρκούσε να κάνει ήταν να φωνάξει βοήθεια και αυτός ο παρανοϊκός άντρας θα έπαυε να αποτελεί πρόβλημα για εκείνην. Ή θα έπαβε. Ποτέ δεν θυμόταν η Ντολόρες πώς γράφεται αυτή η λέξη. Όμως κάτι στο βλέμμα του, στον τρόπο που μιλούσε και στις γυμνασμένες πλατάρες του, την έκαναν να τον εμπιστεύεται.
Δύο φύλακες εμφανίστηκαν τρέχοντας από τη γωνία.
– Αχ, καλώς τα παιδιά! αναφώνησε με ένα ψεύτικο, πλατύ χαμόγελο, παίζοντας με μια τούφα από τα μαλλιά της και προσπαθώντας να δείχνει όσο πιο ψύχραιμη γινόταν. Τι παίζει; Εγώ εδώ, αράζω στο γραφείο μου ολομόναχη χωρίς παρέα!
– Δεν ακούς τις σειρήνες που χτυπάνε; φώναξε ένας από τους φρουρούς. Είμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μέσα σε μια φάση τραγική!
– Τι συνέβη; Το έσκασε κάποιος ασθενής από το δωμάτιό του; ρώτησε εκείνη και κόλλησε με όλη της τη δύναμη στην κλειστή πόρτα του γραφείου της, σαν πεταλίδα σε ψαρότρατρα στα ανοιχτά του Αργοσαρωνικού.
– Δεν είναι ένας μόνο! Έχουμε εξέγερση στη δυτική πτέρυγα! ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΟΛΟΙ! τσίριξε ο άλλος φύλακας και στη συνέχεια πήρε φόρα και πήδηξε από το κλειστό παράθυρο, θρυμματίζοντάς το.

Η Ντολόρες έμεινε αποσβολωμένη, ενώ ο τρόμος ήταν ολοφάνερος στο ανέκφραστο πρόσωπο της.
– Η δυτική πτέρυγα; Μα εκεί…
– Εκεί φυλάμε τους πιο επικίνδυνους, ψυχωτικούς δολοφόνους του Ησυχαστηρίου! τη διέκοψε ο πρώτος φύλακας!
– ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΟΛΟΙ! ξανατσίριξε και ο δεύτερος, ο οποίος βρισκόταν ξαπλωμένος στο προαύλιο από κάτω, με σπασμένα πόδια.
– Πώς συνέβη αυτό; ρώτησε η Ντολόρες. Είναι η καλύτερα φυλασσόμενη πτέρυγα του Ησυχαστηρίου! Ο μόνος τρόπος να βγει κάποιος έξω είναι να νικήσει τον Σταυροφόρο που φυλάει την πόρτα και να πιει από το σωστό δισκοπότηρο!
– Δεν έχω ιδέα τι συνέβη, είπε ο φύλακας, αλλά όλοι οι τρελοί κυκλοφορούν ελεύθεροι στους διαδρόμους και σκοτώνουν όποιον βρούνε μπροστά τους! Ήδη διαμέλισαν τον Γκολφίνο μπροστά στα μάτια μου! Τι φριχτό τέλος! Αν δεν του είχα βάλει τρικλοποδιά για να τον πιάσουν πρώτο, μπορεί να ήμουν εγώ στη θέση του!
– Σφραγίστε όλες τις πτέρυγες αμέσως! είπε η Ντολόρες επιτακτικά. Εγώ θα καλέσω τον Διευθυντή, την Αστυνομία και την Εθνοφρουρά!
– ΑΜΑ ΒΡΕΙΤΕ ΧΡΟΝΟ, ΚΑΛΕΣΤΕ ΚΙ ΕΝΑ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ! ΥΠΟΦΕΡΩ ΕΔΩ! ξανατσίριξε ο δεύτερος φύλακας από το προαύλιο.

Η Ντολόρες μπήκε στο δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ο Ουμβέρτος βγήκε από το πρώτο συρτάρι του γραφείου της, όπου είχε κρυφτεί.
– Τι συμβαίνει; ρώτησε ανήσυχος.
– Ο συναγερμός δεν είναι για σένα! Έχουμε εξέγερση στη δυτική πτέρυγα, όλοι οι παρανοϊκοί δολοφόνοι έχουν ελευθερωθεί και σπέρνουν τον τρόμο γύρω τους! Θεέ μου! Δεν αντέχω άλλο! Δεν αντέχω! φώναξε η Ντολόρες, κλαίγοντας με λυγμούς και κρύβοντας το πρόσωπό της στα χέρια της.
Ο Ουμβέρτος έτρεξε και την πήρε στην αγκαλιά του. Το σώμα του μύριζε πράσινο σαπούνι και Cheerios.
– Δεν μπορώ να το ξαναπεράσω αυτό! Τη φρίκη, το αίμα, τον θάνατο! συνέχισε να λέει με αναφιλητά, κρυμμένη στην αγκαλιά του μυστηριώδη, πλαταρά άντρα.
– Έχεις ξαναζήσει παρόμοια εξέγερση; τη ρώτησε εκείνος.
Η Ντολόρες σκούπισε τα μάτια της με ένα ταμπόν και γύρισε την πλάτη της. Το βλέμμα της σκοτείνιασε σαν έκλειψη ηλίου στο Στρασβούργο.
– Όχι, δεν έχω ζήσει κάτι παρόμοιο, αλλά κάτι πολύ χειρότερο! είπε σοβαρά και κάθισε σε μια καρέκλα. Ήμουν στον πόλεμο του Βιετνάμ, με την ένδοξη 25η Διμοιρία Πεζικού, κοντά στα σύνορα με την Καμπότζη. Κατά τη διάρκεια μιας περιπολίας, πέσαμε σε ενέδρα του εχθρού. Μας αποδεκάτισαν. Ένας ένας, οι άντρες και οι γυναίκες της διμοιρίας μας σφαγιάστηκαν από τον εχθρό. Το αίμα… Το αίμα!
Βύθισε ξανά το πρόσωπό της στα χέρια της και άρχισε να κλαίει γοερά.
– Πέρασε αυτό, Ντολόρες! την καθησύχασε ο Ουμβέρτος. Βγήκες ζωντανή και αυτή η περιπέτεια σε έκανε δυνατότερη!
– Το μεγαλύτερό μου όνειρο από τότε, είναι να επιστρέψω στο Βιετνάμ και να στήσω ένα μνημείο στους πεσόντες συμπολεμιστές μου! ξανάπε εκείνη και το βλέμμα της άστραψε. Και μετά να γράψω μια ροκ όπερα προς τιμήν τους, με πρωταγωνιστές την Ευριδίκη και τον Τάκη Ζαχαράτο!
– Και θα το κάνεις! Όταν βρούμε τρόπο να σταματήσουμε την κρίση εδώ! τη διαβεβαίωσε εκείνος. Πρώτα πρέπει να μου βρεις μια στολή φύλακα! Έτσι, θα περνώ απαρατήρητος!
Ξαφνικά, από το προαύλιο ακούστηκαν πιστόνια, πυροβολισμοί από αυτόματο όπλο και ένα ουρλιαχτό.
– Νομίζω ότι ο ED 209 βρήκε τον φύλακα! Ελπίζω να μη σε πειράζει αν η στολή που θα φοράς θα έχει μερικές τρύπες! είπε η Ντολόρες χαμογελαστή.

Λίγα λεπτά αργότερα, η αποφασισμένη νοσοκόμα και ο μυστηριώδης άντρας, ντυμένος με τη στολή φύλακα, περπατούσαν σε έναν από τους μισοσκότεινους διαδρόμους του Ησυχαστηρίου. Τη βαριά σιωπή διέκοπαν μόνο οι κραυγές των ασθενών, τα ουρλιαχτά των θυμάτων τους, το τρανζιστοράκι που έπαιζε Τερλέγκα και ο ήχος ενός αλυσοπρίονου.
– Ωχ, όχι! Ελευθερώθηκε και ο Leatherface! είπε ανήσυχα η Ντολόρες. Τριάντα χρόνια τον είχαμε κλεισμένο σε εκείνο το κελί.
– Και σε αυτά τα τριάντα χρόνια δεν σκέφτηκε ποτέ κανείς να του πάρει το αλυσοπρίονο; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Στάσου! είπε απότομα εκείνη.
– Τι συμβαίνει; Είδες κάτι;
– Όχι, απλώς στο προηγούμενο κεφάλαιο μου υποσχέθηκες ότι θα μου πεις την ιστορία σου. Ότι θα μου αποδείξεις πως δεν είσαι τρελός!
– Νομίζεις ότι είναι η κατάλληλη στιγμή γι’ αυτό; ρώτησε εκείνος παραξενεμένος.
– Πρέπει να ξέρω αν είμαι ασφαλής κοντά σου, Ουμβέρτε! είπε ξανά εκείνη. Δεν κάνω ούτε ένα βήμα αν δεν μου πεις τα πάντα! ξανάπε και έκανε τρία βήματα μπροστά.
– Ωραία, λοιπόν! είπε εκείνος γυρνώντας προς το μέρος της. Έρχομαι από το έτος 2096.
Λίγο πριν ταξιδέψω στο χρόνο, ένας νέος, θανατηφόρος ιός έκανε την εμφάνισή του και αποδεκάτισε τα τρία τέταρτα του πληθυσμού της Γης…
– Θεέ μου! αναφώνησε η Ντολόρες. Τα τρία τέταρτα;
– Μπορεί και τα πέντε έκτα, δεν είμαστε ακόμα σίγουροι για το κλάσμα! συνέχισε εκείνος. Οι έρευνές μας οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το πρώτο στέλεχος του ιού δημιουργήθηκε εργαστηριακά στο έτος 2017. Αποστολή μου είναι να εμποδίσω πάση θυσία την δημιουργία αυτού του ιού.
– Και πώς θα το κάνεις αυτό; ρώτησε πάλι η Ντολόρες.
– Δεν είμαι ακόμη σίγουρος. Για την ώρα, πρέπει να βγούμε ζωντανοί από δω μέσα, αλλιώς το μέλλον του πλανήτη κινδυνεύει! Ξέρω ότι το 2096 φαντάζει πολύ μακρινό σε σένα, αλλά θα χρειαστώ τη βοήθειά σου!
Η Ντολόρες πλησίασε τον Ουμβέρτο και ακούμπησε απαλά το χέρι του.
– Θα κάνω ό,τι μπορώ! είπε και τον κοίταξε στα μάτια. Μπορεί να μη ζω εγώ τότε, αλλά θα ζούνε τα παιδιά και τα εγγόνια μου! Βλέπεις, το μεγαλύτερό μου όνειρο είναι να κάνω μια μέρα δική μου οικογένεια! Θέλω να κάνω εφτά παιδιά, να τα ντύνω με ασορτί ενδυμασίες και να τραγουδάμε μαζί στα βουνά της Αυστρίας!
– Ώστε με πιστεύεις; τη ρώτησε εκείνος με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο.
– Σε πίστεψα από την πρώτη στιγμή που σε είδα! απάντησε η Ντολόρες και έφερε τα χέρια της στο πρόσωπό του. Μύριζαν κρεμμυδίλα.

– Εδώ είσαι, μωρή; ακούστηκε μια τσιριχτή, γυναικεία φωνή πίσω της.
Η Ντολόρες και ο Ουμβέρτος πετάχτηκαν τρομαγμένοι. Ήταν η Σάντρα Ντι, η συνάδελφος νοσοκόμα.
– Σάντρα Ντι, συνάδελφε νοσοκόμα! Τι κάνεις εδώ;
– Με κάλεσε ο Γκολφίνος πριν μισή ώρα και μου είπε ότι γίνεται της μουρλής εδώ! Μετά άρχισε να ουρλιάζει στο αυτί μου και το έκλεισε απότομα ο παπάρας. Ορισμένες φορές είναι πολύ αγενής!
– Σάντρα Ντι… είπε χαμηλόφωνα η Ντολόρες, με θλιμμένο βλέμμα. Ο Γκολφίνος είναι νεκρός! Τον έπιασαν οι ασθενείς!
– Ω, Θεέ μου! Μιλάς σοβαρά; Αυτή η είδηση είναι τόσο τραγική που δεν νομίζω να καταφέρω να την ξεχ–ποιος είναι ο παίδαρος; αναφώνησε η Σάντρα Ντι, κοιτώντας λάγνα τον Ουμβέρτο και ισιώνοντας το μονόφρυδό της.
– Α, από δω… από δω είναι ο νέος φύλακας, ο Ουμβέρτος.
– Χαίρω πολύ! είπε η Σάντρα Ντι, σπρώχνοντας βίαια από τη μέση τη Ντολόρες. Τι ζώδιο είσαι, είσαι εργένης, τι λέω, φυσικά και δεν είσαι, σιγά μη δεν σε καπάρωναν, τι κάνεις το βράδυ;
– Δεν είναι ώρα για φλερτ, μωρή! έσκουξε η Ντολόρες και μπήκε ανάμεσα στη λυσσάρα και τον Ουμβέρτο. Πρέπει να εμποδίσουμε τους δολοφόνους από το να αποδράσουν!
– Χρυσό μου! Ένα μάτσο βλαμένοι, τίγκα στα ψυχοφάρμακα είναι! είπε αγέρωχα η Σάντρα Ντι. Τους έχουμε χαλαρά!
Την ίδια στιγμή, μια σιδερένια μπετόβεργα διαπέρασε με ορμή το κρανίο της Σάντρα Ντι και καρφώθηκε στον τοίχο, με το σώμα της να κρέμεται από αυτήν σαν λουκάνικο αγριόχοιρου σε τσιγκέλι γκουρμέ χασάπικου. Το αριστερό της μάτι πετάχτηκε έξω από την κόγχη του και προσγειώθηκε στο μπούστο της, τονίζοντας ακόμη περισσότερο το κατακόκκινο σουτιέν της. Η Ντολόρες και ο Ουμβέρτος άφησαν ένα δυνατό ουρλιαχτό να βγει, καθώς το άψυχο κορμί της νοσοκόμας λικνιζόταν στη σιδερόβεργα, σαν κάποιο μακάβριο εκκρεμές στον τοίχο ελβετικού μοναστηριού. Δυνατά γέλια και κραυγές ακούστηκαν από το βάθος του διαδρόμου.
– Θεέ μου! Μας βρήκαν! φώναξε η Ντολόρες! Θα μας σκοτώσουν και τους δύο!

Στο επόμενο κεφάλαιο: Ζούνε ακόμα και οι δύο, αλλιώς θα αναγκαζόμουν να το σταματήσω στα τρία κεφάλαια και θα ήταν πολύ ξενέρωμα η φάση.

Κεφάλαιο 03 | Χωρίς εσένα η ζωή θα είναι ζαμπόν δίχως λιπαρά

Με τον φριχτό θάνατο της Σάντρα Ντι ακόμη νωπό, φρέσκο και πρόσφατο στη μνήμη τους, η Ντολόρες και ο Ουμβέρτος έτρεχαν σαν γαζέλες στους στενούς διαδρόμους του Ησυχαστηρίου Βαριά Διαταραγμένων Ψυχάκηδων, προσπαθώντας να βρούνε ένα ασφαλές σημείο να κρυφτούν. Πίσω τους ακούγονταν οι κραυγές, τα σαδιστικά γέλια και οι αστρολογικές προβλέψεις του μήνα από το πλήθος των φρενοβλαβών δραπετών που έτρεχε στο κατόπι τους.
– Αν δεν βρούμε κάποιο ασφαλές μέρος να κρυφτούμε, θα μας κάνουν κομμάτια! είπε η Ντολόρες φανερά ανήσυχη, λύνοντας ένα Sudoku.
– Εσύ ξέρεις τα κατατόπια, υπάρχει κάποιο σημείο στο οποίο δεν θα μπορούν να μπούνε; ρώτησε ο Ουμβέρτος, δοκιμάζοντας με τη σειρά όλες τις πόρτες του διαδρόμου.
– Υπάρχει ένα δωμάτιο στο υπόγειο, αλλά… κόμπιασε η Ντολόρες.
– Αλλά τι;
– Αλλά κανείς μας δεν έχει πρόσβαση, μόνο ο Διευθυντής! Δεν μπορούμε να μπούμε!
– Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο, Ντολόρες! Αν μείνουμε εδώ, είμαστε πιο νεκροί κι από την καριέρα του Γιώργου Λεμπέση!

Ένας δυνατός κρότος τους έκανε να αναπηδήσουν τρομαγμένοι.
– Φτου, ξελευθερία! ακούστηκε μια δυνατή κραυγή από τη γωνία του διαδρόμου. Ακολούθησε ένα αργόσυρτο, ανατριχιαστικό γέλιο που έκανε τη Ντολόρες να ανατριχιάσει αργόσυρτα.
Ο Ουμβέρτος της έκανε νόημα με το δάχτυλο του να κάνει ησυχία. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και κουτούλησε με δύναμη πάνω σε ένα ράφι στο οποίο βρισκόταν ένα κουτί γεμάτο κουδούνια, κλειδιά και μαχαιροπήρουνα. Το κουτί έγειρε, αδειάζοντας το περιεχόμενο του με θόρυβο στο μαρμάρινο πάτωμα. Ο Ουμβέρτος έκανε άλλο ένα νόημα στη Ντολόρες –αυτή τη φορά με το μεσαίο του δάχτυλο.
– Πού κρύβεστε; ξανακούστηκε η φωνή του παρανοϊκού τροφίμου από τη γωνία του διαδρόμου.
Η Ντολόρες έριξε μια δειλή ματιά πίσω από τον τοίχο. Η ματιά λιποθύμησε αμέσως.
– Είμαστε τυχεροί! είπε μεγαλόφωνα στον Ουμβέρτο. Είναι ο ασθενής του δωματίου 46,4! Είναι εντελώς κουφός, δεν άκουσε τη φασαρία που κάναμε!
Ανακουφισμένη ακούμπησε στον τοίχο και με την πλάτη της πάτησε έναν διακόπτη. Τρία φωτορυθμικά φώτα άναψαν απότομα, αντανακλώντας τις ακτίνες τους σε μια ντισκομπάλα που κρεμόταν από το ταβάνι, ενώ ταυτόχρονα μια φωτεινή πινακίδα με ένα βέλος που έδειχνε προς το μέρος τους, άναψε στον απέναντι τοίχο.
– Μήπως κατά τύχη είναι και θεόστραβος ο τύπος; ρώτησε ο Ουμβέρτος, σχεδόν παραδομένος.

Ένα αντρικό χέρι εμφανίστηκε από τη γωνία και άρπαξε τη Ντολόρες από το μαλλί. Εκείνη ούρλιαξε τρομοκρατημένη και προσπάθησε να ελευθερωθεί, αλλά μάταια. Ο τρόφιμος ήταν πολύ δυνατός και το μαλλί της δυνατό και λαμπερό, χάρη στο μαλακτικό με τα προβιοτικά και το μέλι, που χρησιμοποιούσε.
– Έπιασα την ομορφούλα! φώναξε γελώντας σατανικά ο παρανοϊκός.
– Αχ, με είπε ομορφούλα! Χιχιχι! τσίριξε ενθουσιασμένη η Ντολόρες, όσο ο τρελός την έσερνε από το μαλλί στον διάδρομο.
Ο Ουμβέρτος όρμησε με αποφασιστικότητα στον τρόφιμο και τον άρπαξε από τα κωλομέρια. Εκείνος, σαστισμένος από την απροσδόκητη επίθεση, άφησε την Ντολόρες να πέσει στο πάτωμα και στράφηκε στον αντίπαλό του. Η μάχη που ακολούθησε ήταν σκληρή και επική, καθώς οι δύο αντίπαλοι άρχισαν να κάνουν φατούρο ο ένας στον άλλο.
– Ουμβέρτε, δοκίμασε να τον χτυπήσεις στο οπίσθιο μηροδερματικό νεύρο! Αυτό θα τον κάνει να πέσει κάτω! φώναξε η Ντολόρες.
– Πού στα τσακίδια είναι αυτό; φώναξε κι εκείνος, όσο ο αντίπαλός του προσπαθούσε να τον στραγγαλίσει.
– Μισό λεπτό, να βρω το laser pointer μου! απάντησε εκείνη, ψάχνοντας στην XXL τσάντα ώμου της.
Ξαφνικά, ένα δοχείο νυκτός εκσφενδονίστηκε με δύναμη στο κεφάλι του δραπέτη, ρίχνοντάς τον αναίσθητο.
– Από πού ήρθε αυτό; ρώτησε ο Ουμβέρτος απορημένος, όσο έψαχνε τις τσέπες του αναίσθητου τροφίμου για ψιλά.
– Φαντάστηκα ότι χρειάζεστε λίγη βοήθεια! ακούστηκε μια γυναικεία, τσιριχτή φωνή.

Μπροστά στην πόρτα στεκόταν η Σάντρα Ντι, με έναν πρόχειρο επίδεσμο τυλιγμένο γύρω από το κεφάλι της.
– Θεέ μου! Το φάντασμα της Σάντρα Ντι ήρθε να μας βοηθήσει! φώναξε με δέος η Ντολόρες. Σε ευχαριστούμε, καλοπροαίρετο πνεύμα! Ακολούθα το Φως τώρα! Ακολούθα το Φως!
– Σκάσε μωρή, δεν είμαι φάντασμα! αποκρίθηκε εκείνη, πλησιάζοντας αργά προς το μέρος της.
– Μα… σε είδαμε να πεθαίνεις! είπε σαστισμένος ο Ουμβέρτος. Η σιδερόβεργα διαπέρασε το κρανίο σου! Πώς είναι δυνατόν;
– Έχασα απλώς τις αισθήσεις μου για λίγο! απάντησε εκείνη. Ευτυχώς, η σιδερόβεργα δεν χτύπησε κάποιο ζωτικό όργανο του κεφαλιού μου.
– Μα… το μάτι σου; ψέλλισε η Ντολόρες, φέρνοντας το πρόσωπό της εξεταστικά στο πρόσωπο της πρώην νεκρής συναδέλφου της.
– Το αριστερό μου μάτι είναι γυάλινο! απάντησε εκείνη. Το έχασα μικρή, σε ένα φριχτό ατύχημα στον Κλαουδάτο. Είχα πάει με τη μητέρα μου να αγοράσω μια κατακόκκινη, εμπριμέ φούστα. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη! Δυστυχώς, τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να
Ένας υπόκωφος, υγρός ήχος διέκοψε απότομα τη Σάντρα Ντι. Πηχτό αίμα άρχισε να τρέχει από το στόμα της και τρομοκρατημένη κοίταξε κάτω.
– Τι, Σάντρα Ντι; Τι συνέβη στον Κλαουδάτο; Πες μας! φώναξε η Ντολόρες αναστατωμένη.
Η Σάντρα Ντι έφερε τα χέρια της στην κοιλιά της, από όπου εξείχε μια σκουριασμένη σπάθα. Το μεταλλικό όπλο εξαφανίστηκε προς τα πίσω απότομα, αποκαλύπτοντας μια μεγάλη πληγή, από την οποία χύθηκε το λεπτό της έντερο στο πάτωμα, με ένα δυνατό πλατάγισμα. Η Σάντρα Ντι σωριάστηκε άψυχη στο κρύο μωσαϊκό, αποκαλύπτοντας έναν παράφρονα με μάσκα χόκεϊ που στεκόταν από πίσω της.
– Ω, Θεέ μου! φώναξε ο Ουμβέρτος και άρπαξε την Ντολόρες από το χέρι! Τη σκότωσαν! Αυτή τη φορά τη σκότωσαν στ΄αλήθεια!
– ΜΑ ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΙΠΕ ΠΩΣ ΕΧΑΣΕ ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΗΣ! σπάραξε γοερά η Ντολόρες.

Λίγα λεπτά αργότερα, οι δυο τους βρίσκονταν κρυμμένοι στο πλυσταριό του ιδρύματος, πίσω από ένα μεγάλο καρότσι γεμάτο άπλυτα σεντόνια, πετσέτες, στολές και περουκίνια.
– Δεν το πιστεύω ότι είδα την καλύτερη και πιο επιστήθια φίλη μου να σκοτώνεται δεύτερη φορά απόψε. είπε μελαγχολικά η Ντολόρες.
– Γνωριζόσασταν καιρό; ρώτησε ο Ουμβέρτος, χαϊδεύοντάς την απαλά στον γλουτό.
– Έξι μέρες! απάντησε εκείνη.
– Πρέπει να είναι σκληρό να χάνεις κάποιον που αγαπάς τόσο!
– Δεν ξέρω πώς θα αντέξω χωρίς αυτήν! Κάναμε τόσα σχέδια μαζί. Το μεγαλύτερό μου όνειρο ήταν να πάρω τη Σάντρα Ντι και να ταξιδέψουμε μέχρι τη Νέα Υόρκη, όπου θα σκαρφαλώναμε μαζί στο Άγαλμα της Ελευθερίας! Τώρα είναι πολύ αργά! Εκτός…
Το βλέμμα της Ντολόρες ακτινοβόλησε πιο πολύ κι από Ουκρανό διπλό πράκτορα που τον δηλητηρίασαν με ραδιενεργό υλικό.
– Εκτός τι; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Μπορείς να τη σώσεις! Μπορείς να τα σταματήσεις όλα αυτά! αναφώνησε εκείνη ενθουσιασμένη.
– Πώς μπορώ να το κάνω αυτό;
– Μα, ταξιδεύεις στον χρόνο! Μπορούμε να γυρίσουμε πίσω και να τα σταματήσουμε όλα αυτά! Θα σώσουμε τη Σάντρα Ντι, θα εμποδίσουμε την εξέγερση και ίσως χρειαστεί να δολοφονήσουμε και τον Μπεν Στίλερ πριν γυρίσει το δεύτερο Zoolander –η ανθρωπότητα έχει ήδη περάσει πολλά!

Ο Ουμβέρτος σηκώθηκε απότομα και ατένισε την κλειστή πόρτα του δωματίου σκεπτικός σαν δρυοκολάπτης.
– Δεν λειτουργεί έτσι το ταξίδι στον χρόνο, Ντολόρες! είπε ψυχρά. Μια ασήμαντη πράξη μας στο παρελθόν, μπορεί να αλλάξει ολόκληρη την Ιστορία! Δεν μπορούμε να παίζουμε έτσι αλόγιστα με το χωροχρονικό συνεχές. Αν σώσουμε τη Σάντρα Ντι, μπορεί να αλλοιώσουμε οριστικά το μέλλον! Όχι! Δεν θα το κάνω αυτό. Θα μείνω πιστός στο αρχικό σχέδιο και θα σώσω μόνο τα τρία τέταρτα του πλανήτη.
– Είσαι μπάσταρδος και εγγαστρίμυθος! φώναξε η Ντολόρες φανερά αναστατωμένη.
Ο Ουμβέρτος γύρισε και την έπιασε από τους ώμους. Την κοίταξε στοργικά και της μίλησε όσο πιο γλυκά μπορούσε.
– Πρέπει να καταλάβεις τη θέση μου, Ντολόρες! Επίσης, είμαι σίγουρος ότι δεν γνωρίζεις τι είναι ο εγγαστρίμυθος.
Η Ντολόρες έκλεισε τα μάτια της και ένα καυτό δάκρυ κύλησε στο φρεσκοξυρισμένο μάγουλό της. Ο Ουμβέρτος είχε δίκιο. Δεν είχε ιδέα τι ήταν ο εγγαστρίμυθος.

Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα τους έκανε ν’ αναπηδήσουν τρομαγμένοι.
– Μας βρήκανε! είπε ξέπνοα η Ντολόρες και κρύφτηκε πίσω από μια εβένινη ντουλάπα από νοβοπάν.
– Σας παρακαλώ, ανοίξτε μου! Με κυνηγάνε! ακούστηκε μια βαριά, αντρική φωνή απ’ έξω.
– Αναγνωρίζεις τη φωνή; ρώτησε χαμηλόφωνα τη νοσοκόμα ο Ουμβέρτος.
– Νομίζω ότι είναι ο Σταμάτης Κραουνάκης, αλλά δεν παίρνω και όρκο! απάντησε εκείνη.
– Σας παρακαλώ! Θα με σκοτώσουν! Δεν θέλω να πεθάνω έτσι! ακούστηκε πάλι η αντρική φωνή. Θα μου κάνουν φριχτά πράγματα! Είδα έναν από αυτούς να κρατάει ένα CD του Καρβέλα!
– Ποιος είσαι; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Ο Ερνέστος, ο φύλακας της Κρύπτης! απάντησε ο άγνωστος και ξαναχτύπησε την πόρτα.
Ο Ουμβέρτος γύρισε προς την Ντολόρες και την κοίταξε με αδημονία. Εκείνη έτρεξε στην πόρτα του πλυσταριού και κοίταξε από το ματάκι.
– Τον ξέρω! είπε εκείνη ανακουφισμένη. Δουλεύει στο υπόγειο! Άνοιξέ του!
Ο Ουμβέρτος έτρεξε προς την πόρτα και την άνοιξε απότομα.
– Μου σώσατε τη ζωή! είπε εκείνος κλαψουρίζοντας. Γίνεται μακελειό εκεί έξω!
– Πρέπει να ξαναβγούμε! είπε η Ντολόρες αποφασιστικά.
– Είσαι τρελή; φώναξε ο Ερνέστος. Για ποιο λόγο να θέλω να ξαναβγώ εκεί έξω; Ο τόπος είναι γεμάτος βλαμμένους!
– Δείξε λίγο σεβασμό! είπε η Ντολόρες και τον χαστούκισε δυνατά. Δεν τους αποκαλούμε βλαμμένους! Δεν είναι πολιτικά ορθό και στο Ησυχαστήριο Βαριά Διαταραγμένων Ψυχάκηδων τα παίρνουμε στα σοβαρά αυτά τα θέματα!
– Πρέπει να βρούμε τρόπο να μπούμε στην Κρύπτη! είπε ο Ουμβέρτος.
– Αν μπορούσα να μπω στην Κρύπτη δεν θα το είχα ήδη κάνει, νομίζεις; φώναξε πάλι ο Ερνέστος. Μόνο ο Διευθυντής έχει πρόσβαση, κανείς δεν ξέρει τι υπάρχει σε εκείνο το δωμάτιο! Το μόνο που ξέρουμε είναι όποιος μπαίνει εκεί, δεν ξαναβγαίνει! Εκτός από τον Διευθυντή.

Ένα έντονο κουδούνισμα τους έκανε να κοιταχτούν απορημένοι.
– Το κινητό μου! αναφώνησε η Ντολόρες. Είναι ο Διευθυντής! Του άφησα μήνυμα στον τηλεφωνητή και του είπα τι συμβαίνει εδώ!
– Απάντα του! είπε ο Ουμβέρτος ενθουσιασμένος. Ίσως μας πει πώς θα μπούμε στην Κρύπτη!
– Φυσικά και θα του απαντήσω! είπε ξανά εκείνη. Η μπαταρία του κινητού μου τελειώνει και δεν ξέρω πόση ώρα θα καταφέρουμε να μιλήσουμε, οπότε όσο πιο σύντομα απαντήσω, τόσο πιο πολλές πληροφορίες θα μας δώσει!
– Καλά λες! είπε ο Ερνέστος. Το τελευταίο που θέλουμε είναι να σβήσει το κινητό στη μέση της επικοινωνίας και να μείνουμε σύξυλοι!
– Κανείς δεν το θέλει αυτό! συμπλήρωσε ο Ουμβέρτος. Φανταστείτε πόσο τραγικό θα ήταν στην κατάστασή μας, να χάναμε τη μοναδική μας ευκαιρία να πάρουμε σημαντικές πληροφορίες που μπορεί να σώσουν τη ζωή μας, επειδή καθυστερήσαμε να απαντήσουμε στο κινητό!
– Γι’ αυτό και σκοπεύω να απαντήσω αμέσως τώρα! είπε χαμογελαστή η Ντολόρες και έφερε το κινητό στο αυτί της. Καλησπέρα, κύριε Διευθυντή! Σας ενημερώνω ότι η στάθμη της μπαταρίας στη φορητή συσκευή επικοινωνίας που κρατώ αυτή τη στιγμή στο χέρι μου και μέσω της οποίας συνομιλούμε είναι πολύ χαμηλή και είναι επιτακτικό να είμαστε όσο το δυνατόν πιο σύντομοι και συνεκτικοί ώστε ΓΑΜΩΤΟ, ΕΜΕΙΝΕ ΑΠΟ ΜΠΑΤΑΡΙΑ ΤΟ ΚΩΛΟΠΡΑΜΑ!
Εξοργισμένη πέταξε το κινητό στον τοίχο, κάνοντάς το κομμάτια. Στη συνέχεια, έβγαλε από την τσέπη της τον φορτιστή του και τον πέταξε κι εκείνον.
– Είμαστε καταδικασμένοι… μονολόγησε ο Ουμβέρτος απογοητευμένος.

Μια σειρά από μανιασμένα χτυπήματα στην πόρτα τους έκανε να πεταχτούν από τη θέση του τρομαγμένοι.
– Θεέ μου! Μας βρήκαν! είπε τρέμοντας ο Ερνέστος.
– Ποιος… ποιος είναι; ψέλλισε η Ντολόρες.
– Εμ… φύλακες; απάντησε ένας άντρας απ’ έξω. Πνιχτά γέλια ακούστηκαν στη συνέχεια.
– Λέει ψέματα! ψιθύρισε ο Ερνέστος. Είναι αυτοί! Θέλουν να μας σκοτώσουν.
– Αν είστε φύλακες, τότε θα γνωρίζετε τον μυστικό κωδικό! είπε ξανά η Ντολόρες.
Ψίθυροι και σούσουρο ακούστηκε απ’ έξω.
– Εμ… «S.A.G.A.P.O»; ακούστηκε πάλι η αντρική φωνή.
Η Ντολόρες κούνησε αρνητικά το κεφάλι της προς τον Ουμβέρτο και πήρε στα χέρια της ένα βαρύ, ηλεκτρικό σίδερο. Ο Ουμβέρτος οπλίστηκε με έναν μεταλλικό σωλήνα. Ο Ερνέστος έβγαλε μια φωτογραφία της Μαριάννας Βαρδινογιάννη από την τσέπη του.
– Αν σπάσουν την πόρτα είμαστε νεκροί! είπε ο Ουμβέρτος. Μόνη μας ελπίδα είναι ο αιφνιδιασμός. Θα ανοίξουμε απότομα, θα χτυπήσουμε όσους μπορούμε και θα τρέξουμε στο υπόγειο!
Η Ντολόρες ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα, σαν ραπτομηχανή σε ιταλικό οίκο μόδας στο Τορίνο. Άπλωσε το χέρι της και έσφιξε δυνατά το χέρι του Ουμβέρτου. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. Χαμογέλασε όσο πιο φυσικά μπορούσε, προσπαθώντας να την καθησυχάσει. Έπιασε την κλειδαριά της πόρτας και πήρε μια βαθιά ανάσα.
– Ή τώρα ή ποτέ! είπε αποφασιστικά και άνοιξε απότομα…

Στο επόμενο κεφάλαιο: Ένας συγκλονιστικός θάνατος αλλάζει τα πάντα.

Κεφάλαιο 04 | Τα δοκάρια στο γρασίδι περιμένουν τα παιδιά

Ήταν μια μάχη που όμοια της δεν είχε διαδραματιστεί ξανά στην επιφάνεια τούτου του μικρού πλανήτη. Ούτε στον Κρόνο. Μία επικών διαστάσεων σύγκρουση ανάμεσα στο Καλό και τον προαιώνιο εχθρό του: το Καλύτερο. Από τη μία, τρεις φοβισμένοι άνθρωποι: μια δυναμική, ευαίσθητη νοσοκόμα με λαμπερό μαλλί, κοκάλινα, κόκκινα γυαλιά και σφριγηλό στήθος, ένας μυστηριώδης χρονοταξιδιώτης με τεράστιες πλάτες και φουσκωμένα μπράτσα και ο Ερνέστος, ο οποίος ήταν μετρίου αναστήματος και είχε 95% πιθανότητες να μην τη βγάλει ζωντανός ως το τέλος του κεφαλαίου. Από την άλλη, 47 τρόφιμοι ψυχιατρικής κλινικής, ο καθένας με τις δικές του εμμονές και ψυχώσεις, οπλισμένοι με αλυσοπρίονα, τσεκούρια, σιδερόβεργες, μαχαίρια και τουρμποβόλα Nerf. Ήταν μια μάχη, την έκβαση της οποίας μπορούσε ο καθένας να φανταστεί με λίγη φαντασία.

Από τη στιγμή που ο Ουμβέρτος άνοιξε την πόρτα του μικρού πλυσταριού, ήξεραν και οι τρεις τους ότι θα έπαιζαν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα με κάλπικο νόμισμα. Μόνο ένα θαύμα μπορούσε να τους σώσει και, δυστυχώς, ήταν και οι τρεις τους πιο άθεοι κι από κομμουνιστή τυμβωρύχο στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Η Ντολόρες, όμως, δεν φοβόταν τίποτε. Εκτός από τα ινδικά χοιρίδια και τα οριγκάμι, αλλά αυτό ήταν άλλη ιστορία. Δεν φοβόταν, διότι είχε τυφλή εμπιστοσύνη στον μυστηριώδη άντρα που δήλωνε χρονοταξιδιώτης και τον οποίο είχε γνωρίσει μόλις τρεις ώρες πριν. Ήξερε πώς ό,τι και αν συνέβαινε, μπορούσε να βασιστεί πάνω του και θα την κρατούσε ασφαλή, όπως το γεράκι κρατάει ασφαλές ένα κοτοπουλάκι στα γαμψά του νύχια. Eίχε αγγίξει την καρδιά της, την ψυχή της και μέχρι το βράδυ ήλπιζε ότι θα της άγγιζε και πολλά περισσότερα.

Ο Ουμβέρτος, από την άλλη, φοβόταν. Φοβόταν πως οι δυνάμεις του δεν αρκούσαν. Φοβόταν πως θα έχανε τη μάχη. Φοβόταν πως δεν θα έσωζε τον κόσμο. Τη μοναξιά φοβόταν, χωρίς εκείνην δεν κοιμόταν. Μπορεί να μην ήξερε τη Ντολόρες καιρό, αλλά ένιωθε σαν να τη γνώριζε χρόνια, δεκαετίες, ίσως και μήνες ακόμα. Ο Ερνέστος, ο φύλακας της Κρύπτης, δεν γνώριζε τη σχέση των δύο ανθρώπων που μόλις του είχαν σώσει τη ζωή, αλλά ένιωθε ευγνώμων που βρέθηκαν στον δρόμο του, έστω και αν ήταν προσωρινό, καθώς –ας το παραδεχτούμε- μέχρι κι εκείνος ήξερε ότι την έβγαζε, δεν την έβγαζε ως το τέλος της επόμενης παραγράφου…

Με το που άνοιξε την πόρτα ο Ουμβέρτος, το πλήθος των μανιακών προσπάθησε να ορμήσει μέσα ουρλιάζοντας με μίσος και γελώντας σατανικά, σαν αγέλη από μαζορέτες. Εκείνος, όμως, ήταν προετοιμασμένος. Με μια αστραπιαία κίνηση, αποκεφάλισε με τον μεταλλικό σωλήνα που κρατούσε, τρεις από αυτούς. Τα φρέσκα πτώματά τους έφραξαν την είσοδο, σαν αχνιστά cupcakes σε βιτρίνα φούρνου στην Ουαλία. Ήταν η σειρά της Ντολόρες. Με το ηλεκτρικό σίδερο που κρατούσε, χτύπησε στο μέτωπο έναν ακόμη τρόφιμο, ο οποίος ζαλισμένος πισωπάτησε και ανατινάχτηκε, παίρνοντας μαζί του άλλους πέντε.
– Είναι πιο εύκολο απ’ ό,τι φανταζόμουν! φώναξε ο Ουμβέρτος.
– Ευτυχώς οι τρόφιμοι είναι πολλά χρόνια εδώ κι έχουν φθαρεί από την πολυκαιρία! απάντησε η Ντολόρες.
Ήταν η σειρά του Ερνέστου ν’ αναλάβει δράση. Έξι δευτερόλεπτα αργότερα, οι τρόφιμοι τον είχαν τραβήξει στον διάδρομο και τον διαμέλιζαν με τα γυμνά τους χέρια –γεγονός το οποίο δεν προκάλεσε έκπληξη σε κανέναν. Ήταν, όμως, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την Ντολόρες και τον Ουμβέρτο να δοκιμάσουν να το σκάσουν, όσο οι ψυχασθενείς ήταν απασχολημένοι με το κομμάτιασμά του.

– Τι φριχτό τέλος! μονολόγησε η Ντολόρες τρέχοντας.
– Θυσιάστηκε για να μας σώσει! απάντησε ο Ουμβέρτος. Η αυτοθυσία του πως-τον-λένε δεν θα ξεχαστεί ποτέ!
– Στρίψε εδώ αριστερά! Είναι το κλιμακοστάσιο που οδηγεί στο υπόγειο!
– Ακόμη και αν φτάσουμε εκεί, δεν έχουμε τη δυνατότητα να μπούμε στην Κρύπτη, Ντολόρες. Τι θα κάνουμε;
– Θα ανησυχήσουμε γι’ αυτό όταν φτάσουμε στην είσοδο της Κρύπτης!
Δώδεκα δευτερόλεπτα αργότερα είχαν φτάσει και φαίνονταν και οι δύο αρκετά ανήσυχοι.
– Τι θα κάνουμε τώρα; Έχεις καμιά ιδέα; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Ναι! Έχω μία! απάντησε εκείνη και στάθηκε μπροστά στην είσοδο της Κρύπτης με αποφασιστικότητα.
Ο Ουμβέρτος κοιτούσε με κομμένη την ανάσα, σαν αποσβολωμένη πυγολαμπίδα που κοιτάζει με δέος έναν φάρο.
– Σουσάμι άνοιξε! φώναξε η Ντολόρες αγέρωχα.
Νεκρική σιγή απλώθηκε στο υπόγειο. Η πόρτα παρέμεινε κλειστή. Η Ντολόρες βύθισε το πρόσωπό της στα χέρια της και άρχισε να κλαίει με λυγμούς που έκαναν το σώμα της να τραντάζεται σαν κομπρεσέρ που βρισκόταν στον μάρσιπο ενός καγκουρό που κατρακυλούσε σε κυλιόμενες σκάλες.
– Δοκίμασα τα πάντα! ΤΑ ΠΑΝΤΑ! ούρλιαξε μέσα από τα αναφιλητά της.
Ο Ουμβέρτος έτρεξε και την αγκάλιασε για να την καθησυχάσει.
– Μην το βάζεις κάτω, Ντολόρες! Θα υπάρχει ένας τρόπος να μπούμε σε αυτό το δωμάτιο!
– Αν βρούμε τον τρόπο εμείς, θα τον βρούνε κι αυτοί! φώναξε εκείνη. Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτόν τον εφιάλτη! Είμαστε παγιδευμένοι σαν τα ποντίκια στη φάκα! Με τη διαφορά ότι εμείς δεν είμαστε ποντίκια και αυτή δεν είναι φάκα!
Η Ντολόρες ακούμπησε στην πόρτα της Κρύπτης και άφησε το κορμί της να κυλήσει αργά προς τα κάτω, μέχρι που κάθισε ανακούρκουδα στο πάτωμα. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε σαν δειλινό στην Καπερναούμ.
– Δεν μπορεί να είναι το τέλος αυτό! ψιθύρισε. Δεν πραγματοποίησα ακόμα το μεγαλύτερό μου όνειρο, το οποίο είναι να εκδώσω το δικό μου βιβλίο με συνταγές και ν’ αποκτήσω δική μου εκπομπή στο Mega.
– Θα το καταφέρεις κι αυτό μια μέρα! τη διαβεβαίωσε ο Ουμβέρτος. Μόνο το κομμάτι με το Mega δεν βλέπω και τόσο σίγουρο, τη βγάζουν δεν τη βγάζουν μέχρι το φθινόπωρο…

Ένας μακρινός, υπόκωφος θόρυβος ακούστηκε από πάνω, σημάδι ότι οι μανιακοί είχαν τελειώσει με το κομμάτιασμα του Ερνέστου και βρίσκονταν πάλι στο κατόπι τους.
– Έχω μια αποστολή να εκπληρώσω, Ντολόρες, και δεν σκοπεύω να αποτύχω! Θα σώσω τον κόσμο, έστω κι αν χρειαστεί να πεθάνω προσπαθώντας!
Ο Ουμβέρτος σηκώθηκε και χτύπησε με δύναμη την πόρτα της Κρύπτης. Ξαναχτύπησε με χέρια και πόδια. Χτύπησε δυνατά και με το κεφάλι του. Μισή ώρα αργότερα, όταν συνήλθε πάλι, συνέχισε να χτυπάει μόνο με τα χέρια και τα πόδια.
– Δεν ωφελεί! είπε παραδομένη η Ντολόρες. Η πόρτα είναι κατασκευασμένη από Βαλυριανό ατσάλι και σφυρηλατημένη με την καυτή ανάσα δράκων του Γουέστερος. Η άλλη μας επιλογή ήταν μία από την Balomenos Doors αλλά δεν είχε στο χρώμα που τη θέλαμε.
– Να πάρει! φώναξε εκείνος σφίγγοντας τις γροθιές του πιο οργισμένος κι από ηθικολόγα μανούλα του Facebook. Έκατσε δίπλα στην Ντολόρες και κοιτάχτηκαν με θλίψη.
– Ώστε αυτό ήταν; είπε σιγανόφωνα.
– Μάλλον! απάντησε εκείνη κι ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.
Έφραξαν την είσοδο του υπογείου όπως μπορούσαν με μερικά παλιά έπιπλα και έκατσαν ξανά κάτω. Δεν υπήρχε άλλη έξοδος και δεν προλάβαιναν να σκάψουν τούνελ διαφυγής με κουτάλι.
– Τουλάχιστον θα πεθάνουμε μαζί! είπε η Ντολόρες και τον χάιδεψε τρυφερά στο μέτωπο.
– Μπορεί να μην σε γνωρίζω καιρό, αλλά αν υπήρχε κάποιο πρόσωπο που θα ήθελα να πεθάνω μαζί του, αυτό είσαι εσύ! είπε κι εκείνος και της χαμογέλασε.

Κοιτάχτηκαν σοβαρά και πλησίασαν τα πρόσωπά τους. Η ανάσα της μύριζε καραμέλες μέντας και γιασεμί. Η ανάσα του μύριζε παστουρμά και τζιτζιμπίρα. Ακούμπησαν τρυφερά τα χείλη τους μεταξύ τους και ένιωσαν ο ένας τους παλμούς του άλλου να ανεβαίνουν γρήγορα. Η Ντολόρες έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τι ήταν αυτό που της συνέβαινε; Πώς κατάφερνε αυτός ο άντρας να κάνει την καρδιά της τη μία να φτερουγίζει και την άλλη να σταματά; Μήπως είχε βρει αυτό που έλειπε, από τη βαρετή, μονότονη ζωή της; Στις λίγες ώρες που γνώριζε τον άντρα αυτόν, είχε ζήσει όσες περιπέτειες δεν είχε ζήσει ποτέ της. Άπλωσε τα χέρια της και έσφιξε τα δυνατά του μπράτσα. Άρχισε να χαϊδεύει λαίμαργα όλο το μήκος του κορμιού του, σαν γλύπτρια που δίνει μορφή στον πηλό. Εκείνος μούγκρισε ελαφρά, σαν τάρανδος με υπογλυκαιμία, και την έσφιξε στα δυνατά του μπράτσα.
– Πάρε με, απόψε, πάρε με! ψιθύρισε εκείνη με κλειστά μάτια και αφέθηκε στη ζεστή αγκαλιά του. Αφέθηκε σαν πάνινη κούκλα στην ορμή ενός τυφώνα.
Ο Ουμβέρτος τη φίλησε παθιασμένα στο λαιμό και άρχισε να ξεκουμπώνει με μαεστρία την ιατρική της μπλούζα. Εκείνη άπλωσε τα χέρια της και έλυσε τη ζώνη του παντελονιού του. Βύθισε τα χέρια της μέσα στο εσώρουχό του. Ήθελε να νιώσει τον αντρισμό του να σπαρταράει σαν φρεσκοψαρεμένος σαργός στον Θερμαϊκό. Τη σήκωσε απότομα στα χέρια του και τη στρίμωξε στον τοίχο. Της έβγαλε τη μπλούζα, το σουτιέν και το μποξεράκι και εκείνη έμεινε ολόγυμνη μπροστά του, σαν αναγεννησιακό άγαλμα αρχαίας θεάς. Κάλυψε τη γύμνια της κοκκινισμένη.
– Μην ντρέπεσαι! της είπε εκείνος τρυφερά. Έχω πάει και με πιο χοντρές!
Ήταν σαν να ήξερε ακριβώς τι να πει για να την κάνει να τον ποθήσει πιο πολύ. Έπεσε πάνω του και του έβγαλε με μανία το πουκάμισο και το παντελόνι. Το καλοσχηματισμένο, αρρενωπό σώμα του δεν είχε ούτε μία ατέλεια, εκτός από μια μικρή ουλή καισαρικής τομής, που ούτε καν φαινόταν κάτω από τους σφιχτούς κοιλιακούς του. Και μετά έκαναν σεξ για εικοσιέξι λεπτά. Ζωώδες, καυτό, άγριο σεξ που μακάρι να υπήρχε κάποιος να το περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια…

Έμειναν αγκαλιασμένοι στο πάτωμα, με κομμένη την ανάσα, ιδρωμένοι και ικανοποιημένοι και οι δύο.
– Ήταν το καλύτερο σεξ που έχω κάνει εδώ και δύο μέρες! είπε η Ντολόρες και τον φίλησε απαλά στο μάγουλο.
– Κι εμένα μου άρεσε το ίδιο! απάντησε κι εκείνος. Την επόμενη φορά θα μπω κι εγώ μέσα σου!
– Την επόμενη φορά; είπε η Ντολόρες θλιμμένη. Πιστεύεις πραγματικά ότι θα υπάρξει άλλη φορά; Σε λίγο θα μας βρούνε και θα τελειώσουν όλα.
Το βλέμμα του Ουμβέρτου μελαγχόλησε.
– Κρίμα… Ο κόσμος είναι καταδικασμένος να αποδεκατιστεί από τον ιό που δεν κατάφερα να εντοπίσω.
– Σχεδόν εύχεσαι να μην είχες ταξιδέψει πίσω στον χρόνο, ε; είπε εκείνη χαμογελώντας.
Το πρόσωπο του Ουμβέρτου άστραψε μονομιάς. Σηκώθηκε απότομα και κοίταξε την Ντολόρες με γουρλωμένα μάτια, σαν να είχε βιώσει κάποια τεράστια αποκάλυψη.
– Αυτό είναι! Πώς δεν το σκέφτηκα ο ανόητος; φώναξε ενθουσιασμένος, όσο ντυνόταν.
Η Ντολόρες σηκώθηκε με τη σειρά της και άρχισε να φοράει τα ρούχα της.
– Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω! είπε σαστισμένη.
– Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις, είναι να ευχηθείς να ανοίξει η πόρτα! απάντησε εκείνος και την κοίταξε με αδημονία.
– Να ευχηθώ; είπε εκείνη δειλά και κάτι μέσα της άρχισε να ραγίζει σιγά σιγά. Μια φριχτή διαπίστωση που ευχόταν να μην είναι αληθινή.
– Ναι, δεν καταλαβαίνεις; Είμαι τζίνι! Μπορώ να πραγματοποιήσω τρεις ευχές σου! Αν ευχηθείς να ανοίξει η πόρτα, θα το κάνω! είπε ο Ουμβέρτος και την πλησίασε όλο χαρά.
Εκείνη πισωπάτησε.
– Τι εννοείς είσαι τζίνι; ρώτησε και ο εσωτερικός της κόσμος άρχισε να γκρεμίζεται σαν πύργος από κονσέρβες σε σούπερ μάρκετ των Γρεβενών. Νόμιζα ότι είσαι χρονοταξιδιώτης!
– Είναι πολύπλοκο και δεν μπορώ να στο εξηγήσω! απάντησε εκείνος. Έρχομαι από το μέλλον, αλλά εκεί ήμουν παγιδευμένος για χίλια χρόνια σε ένα μαγικό μπουκάλι.

Η Ντολόρες είχε ήδη φτάσει στην πόρτα του υπογείου και με τα χέρια της έβγαζε όπως όπως τα παλιά έπιπλα που την έφραζαν, χαμογελώντας και κουνώντας το κεφάλι της συγκαταβατικά.
– Μμμμ, τι ενδιαφέρον! Κάποια μέρα πρέπει να μου τα διηγηθείς όλα! είπε με τρεμάμενη φωνή.
– Τι κάνεις εκεί, Ντολόρες; Δεν μπορείς να βγεις έξω, είναι γεμάτο τρελούς! είπε ο Ουμβέρτος ανήσυχος.
– Κι εδώ μέσα δεν πάει πίσω! απάντησε εκείνη ρίχνοντας μια παλιά καρέκλα στο πάτωμα.
– Νομίζεις ότι είμαι τρελός; ρώτησε εκείνος ταραγμένος και την πλησίασε.
– Μην έρχεσαι πιο κοντά! φώναξε εκείνη κι ο Ουμβέρτος πάγωσε στη θέση του, λες και έπαιζαν Αγαλματάκια Ακούνητα.
– Με… με φοβάσαι; τη ρώτησε πληγωμένος. Μετά από όσα περάσαμε, μετά από όλες τις φορές που σε έσωσα, με φοβάσαι; Νομίζεις ότι θα σου έκανα ποτέ κακό;
– Δεν ξέρω τι νομίζω! ξέσπασε εκείνη. Το μόνο που ξέρω είναι ότι σε πίστεψα! Σε πίστεψα και σε ερωτεύτηκα παράφορα κι εσύ… κι εσύ τελικά με κορόιδεψες! Δεν είσαι από το μέλλον, δεν έχεις χρονομηχανή και είμαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν σε λένε καν Ουμβέρτο! Είσαι κι εσύ ένας φαντασιόπληκτος μεγαλομανής με μανία καταδίωξης και στιβαρά μπράτσα!
Ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο και έσκυψε το κεφάλι της.
– Έχεις δίκιο… μονολόγησε εκείνος, σαν να είχε μόλις ξυπνήσει από κώμα. Δεν είμαι χρονοταξιδιώτης. Ήταν όλα ένα ψέμα, μια φαντασίωση του μυαλού μου. Μερικές φορές μπερδεύομαι, δεν μπορώ να ξεχωρίσω τι είναι αληθινό και τι όχι. Από τότε που ο σατανικός μάγος με καταράστηκε και με έκλεισε στο μπουκ
– Ω, ΣΚΑΣΕ ΠΙΑ! ΟΥΤΕ ΤΖΙΝΙ ΕΙΣΑΙ! φώναξε η Ντολόρες σηκώνοντας τα χέρια απειλητικά.
– Και τώρα… τι κάνουμε; ρώτησε εκείνος. Πώς θα γλιτώσουμε;
– Τώρα, την πουλέψαμε! είπε εκείνη με μεστό, ακαδημαϊκό λόγο.

Στο επόμενο κεφάλαιο: Ιστορίες από την Κρύπτη…

Κεφάλαιο 05 | Εκεί που καίγομαι πολύ θέλω να νιώσω το φιλί

Η ώρα ήταν έξι παρά τέταρτο στο Περθ της Αυστραλίας. Ο Τζέικομπ Στέρλινγκ σηκώθηκε νωχελικά από την κουνιστή πολυθρόνα του και κοίταξε έξω από το παράθυρό του. Άναψε την σκαλιστή πίπα του και άφησε έναν αναστεναγμό να βγει από τα στήθη του, καθώς ατένιζε το καταγάλανο πέλαγος, όπου οι γλάροι και τα θαλάσσια καγκουρό έπαιζαν στον αφρό των κυμάτων. Κοίταξε το ρολόι του. Σε δύο ώρες θα έπρεπε να πάει στο Αεροδρόμιο Jandakot, όπου θα παραλάμβανε την κόρη του. Θα ερχόταν με πτήση τσάρτερ από το Λος Άντζελες. Η μικρή Σάρα Μπεθ, πόσο είχε μεγαλώσει πια! Είχε γίνει σωστή γυναίκα! Πώς περνούν τα χρόνια έτσι; Θυμόταν σαν χθες όταν της μάθαινε πώς να ξυρίζεται και μετά πήγαιναν μέχρι το παγωτατζίδικο της κυρίας Ρέμινγκτον για μιλκ σέικ φράουλα και αμφεταμίνες. Έκατσε πάλι στην κουνιστή πολυθρόνα και χάιδεψε το κεφάλι του Μαύρου, του πιστού του λαμπραντόρ. Είχε χρόνο, το αεροδρόμιο ήταν πολύ κοντά. Την ίδια στιγμή, κάμποσες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ο χρόνος τελείωνε για δύο ανθρώπους παγιδευμένους στο υπόγειο ενός ιδρύματος, οι οποίοι δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τον παπάρα τον Τζέικομπ Στέρλινγκ, για τον οποίο καθόμαστε και μιλάμε τόση ώρα.

Η Ντολόρες είχε ακουμπήσει με την πλάτη στην βαριά πόρτα της Κρύπτης. Δίπλα της, ο Ουμβέρτος, ο πρώην χρονοταξιδιώτης, νυν τζίνι και παλαβιάρης πρώτης κατηγορίας, έσφιγγε δυνατά το χέρι της. Μπροστά τους, δεκάδες δραπέτες της κλινικής, ετοιμάζονταν να τους κομματιάσουν.
– Μην ανησυχείς, όλα θα τελειώσουν γρήγορα! είπε ο Ουμβέρτος.
– Για την ακρίβεια, λέμε να σας σκοτώσουμε με το πάσο μας! πετάχτηκε ένας από τους τροφίμους.
– Ναι, υπολογίστε ότι θα υποφέρετε φριχτά για κάνα δίωρο το πολύ! συμπλήρωσε ένας άλλος. Μετά έχουμε να πάμε σινεμά.
– Δεν θέλω να πεθάνω έτσι! κλαψούρισε η Ντολόρες. Όχι έτσι, τουλάχιστον! Το μεγαλύτερό μου όνειρο ήταν να πεθάνω πέφτοντας με ένα ανεμόπτερο στον κρατήρα ενεργού ηφαιστείου! Έτσι σε θυμάται ο κόσμος, όταν ζεις και πεθαίνεις εξωπραγματικά!
– Αν θέλετε, μπορούμε να βρούμε έναν εξωπραγματικό τρόπο να σας ξεκάνουμε! Είναι το κρυφό μου ταλέντο! πρότεινε ένας φρικαλέος τύπος με καμμένο πρόσωπο που φορούσε ένα γάντι με σιδερένια νύχια.
Το πλήθος παραμέρισε κι εμφανίστηκε ένας γεροδεμένος άντρας με βαριοπούλα.
– Ω, Θεέ μου! Ο ασθενής του δωματίου 37! φώναξε η Ντολόρες.
– Τι έκανε αυτός; Συνέθλιβε τα θύματά του με τη βαριοπούλα; ρώτησε ο Ουμβέρτος και μια στάλα χοντρού ιδρώτα κύλησε παιχνιδιάρικα στην κωλοχαράδρα του.
– Όχι! Τα έδενε σε έναν στύλο και τους διάβαζε βιβλία της Δημουλίδου μέχρι που έχαναν τα λογικά τους. Τουλάχιστον έξι ασθενείς μέσα στο πλήθος είναι προηγούμενα θύματά του. Και είναι οι πιο παρανοϊκοί!
– Έγραψε καινούργιο! είπε σαδιστικά ο θεόρατος τρόφιμος και χαμογέλασε. Εξακόσιες δεκαέξι σελίδες!
– Όχι! ΟΧΙ! ούρλιαξε η Ντολόρες και ικέτευσε τον Μεγαλοδύναμο, στον Οποίο δεν πίστευε, να την πάρει.

– Το πάρτι τελειώνει εδώ, παλικάρια! ακούστηκε από το βάθος μια γυναικεία, τσιριχτή φωνή. Μια φωνή που φάνηκε πολύ γνώριμη στην Ντολόρες.
– Είναι… είναι δυνατόν; ψέλλισε ο Ουμβέρτος.
Μια δυνατή έκρηξη ακούστηκε και το πλήθος των τροφίμων χάθηκε μέσα σε μια τεράστια μπάλα φωτιάς, καπνού και εκτοπλάσματος. Τα ουρλιαχτά πόνου άρχισαν να σβήνουν μετά από λίγο, καθώς καθάριζε ο καπνός. Ο Ουμβέρτος και η Ντολόρες έκλεισαν τα μάτια τους τρομαγμένοι και έσκυψαν. Μέσα από τις φλόγες εμφανίστηκε η Σάντρα Ντι, η δυο φορές νεκρή νοσοκόμα και επιστήθια φίλη της Ντολόρες, με έναν επίδεσμο πρόχειρα δεμένο στο κεφάλι και άλλον έναν γύρω από τη μέση της.
– Πώς είναι δυνατόν; μουρμούρισε η Ντολόρες σαστισμένη. Σε είδαμε να πεθαίνεις! Στα σίγουρα αυτή τη φορά! Τα εντόσθιά σου χύθηκαν στο πάτωμα!
– Α, δεν ήταν τόσο σοβαρό όσο φαινόταν! είπε εκείνη χαμογελαστά. Ευτυχώς, η σπάθα δεν προκάλεσε μόνιμη ζημιά σε κάποιο εσωτερικό όργανο. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να σπρώξω πάλι μέσα το παχύ μου έντερο και να καυτηριάσω την πληγή! Είμαι σαν καινούργια!
– Ανησύχησα τόσο πολύ! είπε η Ντολόρες και έπεσε στην αγκαλιά της φίλης της.
– Είμαι σκληρό καρύδι, μωρή, μην ανησυχείς! είπε η Σάντρα Ντι και άφησε στο πάτωμα το μπαζούκα με το οποίο ανατίναξε τους τροφίμους.
– Πού το βρήκες αυτό; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Στο οπλοστάσιο του τρίτου ορόφου, δίπλα στην παιδιατρική πτέρυγα! απάντησε εκείνη. Τα υπόλοιπα όπλα τα ρήμαξαν οι τρελοί, αυτό τους ξέφυγε γιατί είχε πέσει κάτω από τη ντουλάπα. Βρήκα και τρία ευρώ, ένα κουμπί και τον Ανδρέα Μικρούτσικο.
– Ώστε εκεί είχε χαθεί τόσα χρόνια! αναφώνησε η Ντολόρες.
– Εσείς γιατί κλειστήκατε εδώ; Έπρεπε να προσπαθήσετε να βγείτε σε ανοιχτό χώρο!
– Προσπαθούσαμε να μπούμε στην Κρύπτη. απάντησε ο Ουμβέρτος. Γνωρίζεις πώς ανοίγει η πόρτα;

Η Σάντρα Ντι πλησίασε και κοίταξε τη μεταλλική πόρτα εξεταστικά.
– Ο μόνος που γνωρίζει τον τρόπο είναι ο Διευθυντής. Κανείς δεν ξέρει τι υπάρχει σε αυτό το δωμάτιο. Πάντα μπαινοβγαίνει μόνος του. Αν και οι φήμες λένε ότι πολλές φορές έμπαινε μέσα με ασθενείς, τους οποίους δεν ξανάβλεπε κανείς μετά!
– Ω, Θεέ μου! Έγιναν αόρατοι; φώναξε η Ντολόρες σοκαρισμένη.
Ο Ουμβέρτος και η Σάντρα Ντι την κοίταξαν με συμπάθεια στο βλέμμα.
– Δοκιμάσατε να καλέσετε τον Διευθυντή; Ή ενισχύσεις; ρώτησε η Σάντρα Ντι.
– Δυστυχώς, δεν έχουμε πια τηλέφωνο… είπε η Ντολόρες μελαγχολική σαν σαββατιάτικη βαρκάδα στο Νέστο.
– Έχετε τώρα! είπε χαμογελαστή η Σάντρα Ντι και έβγαλε από την τσέπη της το τηλέφωνό της.
– Σάντρα Ντι! Είσαι και πάλι η σανίδα σωτηρίας μας! αναφώνησε η Ντολόρες και αγκάλιασε σφιχτά τη φίλη της. Είναι απίστευτο το πώς εμφανίζεσαι πάντα την κατάλληλη στιγμή να μας σώσεις! Αν ήμασταν σε σενάριο ή βιβλίο, θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για ένα παντελώς ερασιτέχνικο και φτηνό τέχνασμα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να βγάλει τους ήρωές του από την φαινομενικά αδύνατη θέση στην οποία τους έβαλε!
– Ευτυχώς, όμως, που είμαι όσο αληθινή είστε κι εσείς, αλλιώς τη στιγμή που έπαυα να έχω χρησιμότητα, θα με ξεφορτωνόταν ο συγγραφέας οριστικά! είπε γελώντας δυνατά η Σάντρα Ντι.

Την αμέσως επόμενη στιγμή, ένας δυνατός κρότος ακούστηκε. Μια κολόνα, ραγισμένη από τη δυνατή έκρηξη του μπαζούκα, υποχώρησε με πάταγο και κομμάτι του ταβανιού καταπλάκωσε τη Σάντρα Ντι. Ένας τεράστιος ογκόλιθος από τσιμέντο και γρανίτη συνέθλιψε το κρανίο της σαν ρώγα από μαύρο σταφύλι σε πλακόστρωτο σοκάκι της Σαντορίνης. Αίμα, μυαλά και δόντια πετάχτηκαν σε όλες τις κατευθύνσεις. Από την τρύπα του επάνω ορόφου έπεσε ένα κιβώτιο γεμάτο εργαλεία πάνω στο άψυχο κουφάρι της νοσοκόμας. Μια αξίνα καρφώθηκε στην σπονδυλική της στήλη, σχεδόν κόβοντάς την στα δύο και ένα μεγαλό σφυρί έκανε κομμάτια τον θώρακά της.
– Σάντρα Ντι, είσαι καλά; ρώτησε η Ντολόρες, όταν κόπασε ο σαματάς.
Ο Ουμβέρτος και η Ντολόρες κοιτάχτηκαν βουβοί.
– Μήπως να περιμένουμε λίγο ακόμα; ρώτησε εκείνος.
Ξαφνικά, ένα δυνατό βουητό ακούστηκε και μια εκτυφλωτική λάμψη τους έκανε να καλύψουν τα πρόσωπά τους, καθώς ένα θραύσμα μετεωρίτη έπεσε από τον ουρανό και προσγειώθηκε ακριβώς πάνω στο πτώμα της Σάντρα Ντι, εξαϋλώνοντας τα απομεινάρια του. Μόνο ένας καπνισμένος κρατήρας έμεινε στο πάτωμα.
– Νννναι, δεν νομίζω να την ξαναδούμε… είπε με τσιριχτή φωνή ο Ουμβέρτος.
Η Ντολόρες γονάτισε συγκλονισμένη.
– Πόσες φορές ακόμα να σε θρηνήσω, αγαπημένη μου φίλη; είπε δακρυσμένη σαν καλόγρια μέσα σε αμμοθύελλα. Πόσες φορές ακόμα νΑΧ, ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΤΗΣ ΤΗ ΓΛΙΤΩΣΕ! φώναξε ενθουσιασμένη και σήκωσε τη μικρή συσκευή στα χέρια της, αφού πρώτα πάτησε κατά λάθος ένα κομμάτι από το πάγκρεας της Σάντρα Ντι, που είχε σφηνώσει σε μια χαραμάδα στο πάτωμα.
Η Ντολόρες κοίταξε την οθόνη και αμέσως έκανε έναν μορφασμό τρόμου και απόγνωσης.
– Ωχ, όχι! φώναξε.
– Δεν έχει κι αυτό μπαταρία; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Έχει, αλλά είναι Cosmote!
– ΓΑΜΩΤΟ! ξέσπασε ο Ουμβέρτος κλωτσώντας με δύναμη τον τοίχο. Θα πρέπει να βγούμε, τελικά, σε ανοιχτό χώρο. Αν είμαστε τυχεροί, ίσως πιάσουμε μια μπάρα!

Κοίταξαν προσεκτικά στον άδειο διάδρομο έξω από το υπόγειο. Δεν φαινόταν πουθενά ούτε ψυχή, αλλά η Ντολόρες δεν πειθόταν, επειδή ήξερε ότι οι ψυχές είναι αόρατες, ούτως ή άλλως.
– Είναι κανείς εκεί; φώναξε, βγάζοντας δειλά το κεφάλι της από την πόρτα.
– Είμαστε μόνοι, Ντολόρες! είπε ο Ουμβέρτος. Πάμε γρήγορα έξω να καλέσουμε τον Διευθυντή της κλινικής στο τηλέφωνο! Ποιος είναι ο πιο σύντομος δρόμος;
– Από το δυτικό κλιμακοστάσιο! απάντησε εκείνη. Ανεβαίνουμε έξι ορόφους και στρίβουμε στην πτέρυγα Δ’. Από εκεί περνάμε από την τέταρτη πόρτα αριστερά στη μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων, από όπου μπορούμε να πάρουμε το ασανσέρ για τον ημιόροφο που βρίσκεται η σκάλα υπηρεσίας που οδηγεί στο κλειστό μπαλκόνι με την πέργκολα. Κατεβαίνουμε την καταπακτή, προσπερνάμε την αίθουσα υποδοχής και από τη γυάλινη πόρτα βγαίνουμε στο μικρό κουζινάκι, όπου χρησιμοποιούμε τον καταπέλτη που μας στέλνει στην οροφή. Από εκεί είναι κοντά, το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να κατέβουμε από την ανεμόσκαλα στο μικρό κήπο που βλέπει στη λιμνούλα με τα μπαρακούντα και να χρησιμοποιήσουμε το κινητό με την άνεσή μας!
– Ωραία, αυτό θα κάνουμε! είπε ο Ουμβέρτος αποφασιστικά και έπιασε την Ντολόρες από το χέρι.
– Μισό λεπτό! φώναξε εκείνη κι αποτραβήχτηκε.
– Τι συμβαίνει; Ακόμη δεν με εμπιστεύεσαι; ρώτησε εκείνος και κοντοστάθηκε.
– Όταν έρθει ο Διευθυντής με τις ενισχύσεις και βάλουμε τους πάντες πίσω στα δωμάτιά τους, καταλαβαίνεις ότι θα πρέπει να επιστρέψεις κι εσύ στο δικό σου, έτσι δεν είναι;
Ο Ουμβέρτος έσκυψε το κεφάλι του, σαν να του το βάραινε το σατανικό πνεύμα δολοφονημένης γιαπωνέζας.
– Κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις, Ντολόρες! είπε θλιμμένος. Αλλά να ξέρεις ότι ο έρωτας που νιώθω για σένα είναι πραγματικός και θα έκανα τα πάντα για σ
– Όχι, μην το πεις! είπε εκείνη κι ακούμπησε το δάχτυλό της στο στόμα του. Δεν το καταλαβαίνεις; Ο έρωτάς μας είναι πιο καταδικασμένος κι από πρωινάδικο της κρατικής τηλεόρασης. Δεν μπορεί να έχει διάρκεια! Είμαι μια νοσοκόμα και είσαι ένας ψυχικά άρρωστος παίδαρος. Τι είδους σχέση μπορεί να υπάρξει ανάμεσά μας;
– Αν δούλεψε για τον Γκλέτσο και την τσιγγάνα, τότε μπορεί να δουλέψει και για εμάς, Ντολόρες!

Ξαφνικά, ολόκληρο το κτίριο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Ένα μαύρο, ανατριχιαστικό έρεβος τύλιξε τα πάντα, λες και οι φτερούγες μιας καλιακούδας σκέπασαν κάθε παράθυρο, πόρτα και τζαμαρία. Μιας πολύ τεράστιας καλιακούδας.
– Ωχ, όχι! Δεν έπρεπε να αναφέρεις το όνομα του Γκλέτσου επί ματαίω! είπε η Ντολόρες και ακούμπησε στον τοίχο.
– Λες να είναι διακοπή ρεύματος; ρώτησε ο Ουμβέρτος, ψηλαφίζοντας με τα χέρια του τα στήθη της Ντολόρες.
– Αποκλείεται! Το κτίριο διαθέτει γεννήτρια και η γεννήτρια έχει δική της γεννήτρια, σε περίπτωση που χαλάσει! Οι τρόφιμοι πρέπει να κατέστρεψαν τελείως το ηλεκτρικό δίκτυο του κτιρίου! Δεν πρόκειται να βρούμε τον δρόμο μας μέσα στο σκοτάδι!
– Το σκοτάδι δεν με εμποδίζει! αναφώνησε ο Ουμβέρτος εκστασιασμένος. Μία από τις υπερδυνάμεις μου είναι η νυχτερινή όραση!
– Ω, Θεέ μου, πάλι έχασε την επαφή με την πραγματικότητα! είπε απελπισμένη η Ντολόρες και έπιασε τον Ουμβέρτο από το χέρι.
– Μη φοβάσαι, Ντολόρες! Η σωτηρία είναι κοντά!
Έτρεξε μέσα στο σκοτάδι με τη σβελτάδα και τη χάρη ενός τζάγκουαρ και πέντεμισι δευτερόλεπτα αργότερα έσκασε με την κουρούπα πάνω σε μια κολώνα. Σωριάστηκε αναίσθητος στο πάτωμα, ενώ η Ντολόρες προσπαθούσε να βρει μπουσουλώντας την έξοδο.
– Χρειάζομαι φως! Τι θα έκανε ο Μαγκάιβερ στη θέση μου; μονολόγησε σκεπτική.
Λίγα λεπτά αργότερα, η έμπνευση είχε έρθει. Χρησιμοποιώντας το αλουμινόχαρτο από μια τσίχλα, τρεις πινέζες, ένα κομμάτι κορδόνι, δυο μπαταρίες και τον σουγιά της, κατάφερε να κατασκευάσει έναν πρόχειρο φακό αλογόνου και να εντοπίσει τον Ουμβέρτο. Τον τράβηξε από τα πόδια και τον έκρυψε μέσα σε μια αποθήκη, ώστε να είναι ασφαλής. Στη συνέχεια, προσεκτικά και θαρραλέα, βρήκε τον δρόμο της μέσα στο σκοτεινό κτίριο, μέχρι την αυλή, όπου θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει επιτέλους το κινητό της Σάντρα Ντι –αιωνία της η μνήμη.

-Ντολόρες, όλα καλά; Ανησύχησα! ακούστηκε η φωνή του Διευθυντή από την άλλη πλευρά της γραμμής.
– Είμαι καλά! Εγώ και ο…
Κοντοστάθηκε. Δεν μπορούσε να αναφέρει τον Ουμβέρτο. Τι ήταν αυτό που την εμπόδιζε; Μήπως η σχέση τους δεν ήταν τόσο καταδικασμένη όσο νόμιζε η ίδια; Μήπως υπήρχε κάποια ελπίδα για το ειδύλλιό τους;
– Εγώ και ένας ακόμη φύλακας τη γλιτώσαμε, είπε ξανά, αλλά δεν ξέρω πόσοι ακόμα από το υπόλοιπο προσωπικό είναι ζωντανοί! Οι τρόφιμοι έχουν καταλάβει όλο το κτίριο!
– Άκουσέ με, Ντολόρες! ακούστηκε ξανά ο Διευθυντής. Έχει ειδοποιηθεί ο στρατός και όλα τα σώματα ασφαλείας. Το Ησυχαστήριο είναι περικυκλωμένο και δεν πρόκειται να ξεφύγει κανείς τους. Μέχρι να καταφέρουμε να μπούμε μέσα και να σας σώσουμε, πρέπει να μείνετε κρυμμένοι!
– Όπου και να κρυφτήκαμε ως τώρα, μας βρήκαν! φώναξε εκείνη. Το μόνο ασφαλές δωμάτιο είναι η Κρύπτη στο υπόγειο! Πρέπει να μας πείτε πώς να μπούμε μέσα!
– Αυτό αποκλείεται, Ντολόρες! Το δωμάτιο αυτό είναι εκτός ορίων για όλους, τα πράγματα που κρύβονται εκεί μέσα είναι χίλιες φορές πιο επικίνδυνα από τους τροφίμους!
– Αν δεν μας πείτε τον κωδικό, μας καταδικάζετε σε θάνατο! ούρλιαξε εκείνη.
– Ντολόρες, χρρρ χρρρ, δεν σε ακούω, χρρρρ, κάνει παράσιτα! ακούστηκε πάλι η φωνή του Διευθυντή.
– Κάνετε τον θόρυβο με το στόμα… είπε εκείνη αμήχανη.
– Όχι! Χρρρ χρρρ, είναι παράσ χρρρρ ιτα, νομίζω ότι θα πέσει η γραμμή όπου να’ ναι!
– Θέλετε να μου το κλείσετε για να μη μου πείτε τον κωδικό, ε;
– Τι είπες; Χρρρ χρρρ, δεν σε ακ
Η γραμμή έκλεισε απότομα. Το κάθαρμα δεν σκόπευε να τους βοηθήσει. Ήταν ολομόναχοι, σαν βεδουίνοι στη μέση του ωκεανού. Η Ντολόρες μισόκλεισε τα μάτια της εξοργισμένη.

Λίγα λεπτά αργότερα βρισκόταν πάλι κοντά στον Ουμβέρτο. Ήξερε τι έπρεπε να κάνουν. Τον βοήθησε να σηκωθεί και επέστρεψαν στο υπόγειο, μπροστά στην κλειδαμπαρωμένη Κρύπτη.
– Μα δεν σου είπε πώς θα μπούμε μέσα! είπε ο Ουμβέρτος και την κοίταξε παραξενεμένος.
– Δεν χρειάζεται! είπε εκείνη αποφασιστικά. Βρήκα δικό μου τρόπο!
Έσκυψε και σήκωσε κάτι από το πάτωμα.
– Θα χρειαστεί να κάνεις λίγο πίσω! είπε στον Ουμβέρτο, καθώς έκλεινε το ένα της μάτι για να δει μέσα από το σκόπευτρο του μπαζούκα που είχε αφήσει πίσω της η Σάντρα Ντι.
Πίεσε απαλά τη σκανδάλη, ένας υπόκωφος θόρυβος ακούστηκε και ακολούθησε μια εκτυφλωτική λάμψη και ένας νέος, εκκωφαντικός αυτή τη φορά, θόρυβος. Η ισχυρή έκρηξη συντάραξε συθέμελα ολόκληρο το κτίριο, λες και μια τεράστια καλιακούδα είχ -α, τη χρησιμοποιήσαμε ήδη την παρομοίωση με την καλιακούδα…
Όταν καθάρισε ο καπνός, μια τεράστια τρύπα έχασκε στη μέση της μεταλλικής πόρτας που έφραζε την Κρύπτη.
– Ορίστε! είπε η Ντολόρες ικανοποιημένη. Τώρα μπορούμε να μπούμε!
– Είσαι σίγουρη ότι το σκέφτηκες διεξοδικά; ρώτησε ο Ουμβέρτος ψύχραιμα.
– Γιατί το λες αυτό;
– ΔΙΟΤΙ ΤΩΡΑ Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΔΙΚΗΣ ΚΡΥΨΩΝΑΣ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΕΣΩΖΕ ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΤΡΥΠΑ, ΜΩΡΗ ΦΩΚΙΑ! ούρλιαξε ο Ουμβέρτος καθόλου ψύχραιμα.
– Δεν χρειάζεται να κρυφτούμε πια! είπε εκείνη και φώτισε την Κρύπτη. Ο,τιδήποτε βρίσκεται εδώ μέσα πρέπει να είναι ικανό να καταστρέψει όποιον βρεθεί στο δρόμο μας, αλλιώς ο Διευθυντής δεν θα έκανε τα πάντα για να μας κρατήσει μακριά!
Ένας αδιευκρίνιστος ήχος ακούστηκε μέσα από το βάθος του σκοτεινού δωματίου. Ένα ανεπαίσθητο σύρσιμο και κάτι σαν ελαφρύ βογγητό. Η Ντολόρες έστρεψε τον φακό προς την πηγή του θορύβου. Και αμέσως, οι δυο τους γούρλωσαν τα μάτια τους σαν στρουθοκάμηλοι που κάνουν κολονοσκόπηση…

Στο επόμενο κεφάλαιο: The Walking Dead.

Κεφάλαιο 06 | Είναι φάση το αγόρι, είναι φάση το παιδί

– Ντολόρες;
Η φωνή του Ουμβέρτου έσπασε την ησυχία, σαν καμπάνα που κατρακυλάει μεσημέρι Τετάρτης στα σκαλιά εκκλησίας στο Μόντρεαλ.
– Ντολόρες, είσαι καλά;
Δεν έλαβε απάντηση. Αυτό σήμαινε μόνο ένα πράγμα: είτε η Ντολόρες δεν ήταν καλά, είτε είχε αποκοιμηθεί, είτε είχε φύγει κρυφά μέσα στο σκοτάδι, είτε του κρατούσε μούτρα και δεν ήθελε να του μιλήσει.
– Ντολόρες, με συγχωρείς που σου έβαλα τις φωνές. Έπρεπε να διατηρήσω την ψυχραιμία μου…
Άπλωσε το χέρι του μέσα στο πηχτό σκοτάδι, προσπαθώντας να βρει το δικό της χέρι, ή έστω κάνα μπούτι. Μάταιος κόπος. Η Ντολόρες είχε αποτραβηχεί σε μια γωνία του στενού αεραγωγού και είχε μαζευτεί σαν ένα κουβάρι με λαμπερά μαλλιά. Τα βογγητά, τα γρυλίσματα και τα ουρλιαχτά είχαν πάψει από ώρα, σημάδι ότι δεν βρισκόταν πλέον κανείς στον διάδρομο από κάτω τους ή ότι όλοι έκαναν πολλή ησυχία γιατί σχεδίαζαν κάποιο surprise party.
– Εγώ φταίω… είπε χαμηλόφωνα τελικά και εκείνη.
Ο Ουμβέρτος ανασηκώθηκε και έστρεψε το κεφάλι του προς το σημείο που ακούστηκε η φωνή.
– Ντολόρες, εσύ είσαι;
– Όχι, ο Γιάννης Βούρος! απάντησε εκείνη σαρκαστικά.
Ο Ουμβέρτος έσφιξε στα χέρια του το τσεκούρι που κρατούσε. Ακουγόταν σαν τη Ντολόρες, αλλά έπρεπε να είναι προτετοιμασμένος σε περίπτωση που ήταν όντως ο Βούρος.
– Δεν έπρεπε να ανοίξω εκείνη την καταραμένη πόρτα, πριν σιγουρευτώ για το τι υπήρχε μέσα. Και τώρα, ελευθέρωσα κάτι τρισχειρότερο. Μπορεί και τετράκισχειροτερο.
– Μην κατηγορείς τον εαυτό σου, Ντολόρες. Κατηγόρησε το Κράτος, πού είναι η Κυβέρνηση όταν τη χρειαζόμαστε; προσπάθησε να την παρηγορήσει ο Ουμβέρτος, αλλά τα λόγια του έπεσαν στο κενό, σαν ελαιοχρωματιστής που πέφτει στον φωταγωγό πενταώροφης πολυκατοικίας στο Πικέρμι.
– Δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω όλα τα φριχτά γεγονότα που συνέβησαν από τη στιγμή που άνοιξα την τρύπα στην πόρτα της Κρύπτης! συνέχισε εκείνη απτόητη. Τα θυμάμαι ακόμη, σαν να συνέβησαν μισή ώρα νωρίτερα!

Μισή ώρα νωρίτερα, στο δωμάτιο της Κρύπτης.

Η Ντολόρες και ο Ουμβέρτος έστεκαν αποσβολωμένοι στην είσοδο του μυστηριώδους δωματίου. Μια σειρά από βογγητά και ανατριχιαστικά μουγκρητά ακούγονταν μέσα από το σκοτάδι, συνοδευόμενα από περίεργους ήχους, σαν κάτι να σερνόταν στο πάτωμα. Όταν το φως του φακού έπεσε πάνω σε κάτι που έμοιαζε να κινείται αργά προς το μέρος τους, η καρδιά τους άρχισε να χτυπά γρήγορα και δυνατά, σαν τουμπελέκι σε έντεχνη καλοκαιρινή συναυλία στο Θέατρο Βράχων.
– Ουμβέρτε… είναι… είναι αυτό που νομίζω;
– Θεούλη μου… Είναι άνθρωποι! Αλλά… κάτι δεν πάει καλά μαζί τους!
Τα περίεργα πλάσματα που αναδύθηκαν από το σκοτάδι ήταν κάποτε άνθρωποι. Αλλά όχι πλέον. Και ενώ τα μέλη τους κινούνταν ακόμη και τα μάτια τους έβλεπαν ξανά, μόνο μια σκέψη υπήρχε στον μισοσαπισμένο εγκέφαλό τους: η ανάγκη για επιβίωση, η ανάγκη για τροφή και η ανάγκη για δωρεάν wi-fi.
– Είναι ζόμπι! φώναξε ο Ουμβέρτος και πισωπάτησε με τη χάρη κουτσής, μεθυσμένης μπαλαρίνας.
Το πόδι του σκόνταψε σε ένα κομμάτι τσιμέντου από το μισογκρεμισμένο ταβάνι και έπεσε προς τα πίσω με πάταγο, χτυπώντας το κεφάλι του πάνω σε ένα φουσκωμένο στρώμα θαλάσσης. Το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό που έμεινε αναίσθητος.
– Ω, Θεέ μου! τσίριξε η Ντολόρες, που αν και άθεη, τον Μεγαλοδύναμο τον είχε βάλει στο speed dial τις τελευταίες ώρες. Την ίδια ώρα, μια Υπερκόσμια Μούντζα ξεπρόβαλλε από τα ουράνια.

Η ορδή από τα πεινασμένα, σκελετωμένα κουφάρια στράφηκε αμέσως στο φρεσκοσερβιρισμένο, αναίσθητο γεύμα τους. Εκτός από ένα ζόμπι vegan που προτίμησε να μασουλήσει ένα παχύφυτο που βρήκε σε ένα γλαστράκι, κρίνοντας με το βλέμμα του τους υπόλοιπους, κρεατοφάγους νεκροζώντανους.
Η Ντολόρες έτρεξε και άρπαξε τον Ουμβέρτο από τα χέρια, προσπαθώντας να τον σύρει έξω από το δωμάτιο. Ήταν, όμως, απείρως πιο βαρύς από την τελευταία φορά που τον είχε σύρει αναίσθητο για να τον οδηγήσει στην ασφάλεια. Έψαξε στις τσέπες του και έβγαλε ένα αμόνι, έναν νιπτήρα και τα άπαντα του Ρίτσου και ξαναπροσπάθησε. Αυτή τη φορά ήταν πιο ελαφρύς, όμως τα αργοκίνητα ζόμπι είχαν κερδίσει απόσταση. Ήδη, ένα από αυτά είχε πέσει στα γόνατα και είχε αρπάξει στα μανικιουρισμένα χέρια του το πόδι του Ουμβέρτου.
– Όχι σήμερα! ούρλιαξε η Ντολόρες και χτύπησε με δύναμη το τέρας στο πρόσωπο. Η κάτω σιαγόνα του ξεκόλλησε κι έπεσε στο πάτωμα. Το ζόμπι κοίταξε την Ντολόρες με απορία, ενώ ένα δάκρυ κυλούσε στο μάγουλό του. Τι της είχε κάνει; Σε τι είχε φταίξει και άξιζε τέτοια αντιμετώπιση;
– Ουμβέρτε, πρέπει να σηκωθείς! είπε τρομαγμένη η Ντολόρες. Πρέπει να ξυπνήσεις, αλλιώς είσαι νεκρός! Και αν πεθάνεις, δεν ξέρω τι θα κάνω χωρίς εσένα! Χίλιες φορές να πέσω κι εγώ στην αγκαλιά των τεράτων αυτών και να γίνω το επόμενο γεύμα τους, παρά να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου δίχως εσένα!
Ένα ζόμπι κούνησε το κεφάλι καταφατικά, καθώς έδενε μια πετσέτα γύρω από το λαιμό του.
– Ώστε… με αγαπάς κι εσύ; ψιθύρισε εκείνος, ανοίγοντας τα μάτια του.
– Η ζωή μου ήταν άδεια πριν έρθεις εσύ! Ήταν πιο άδεια κι από γυμναστήριο στο Αρκάνσας. Και μετά ήρθες εσύ και της έδωσες νόημα! Το μεγαλύτερό μου όνειρο ήταν πάντα να βρω έναν άντρα σαν εσένα και να ανοίξουμε μαζί μια μπυραρία στη Στοκχόλμη!
– Δεν με θεωρείς πια τρελό;
– Φίλα με! είπε εκείνη κι έσμιξε τα χείλη της με τα δικά του.
– Δεν μου απάντησες, όμως, δεν με θεωρείς πια τρ
– Ξαναφίλα με! είπε πάλι εκείνη και του έκλεισε ξανά το στόμα με το δικό της.

Τον βοήθησε να σηκωθεί και βγήκαν στον διάδρομο. Τα ζόμπι ακολουθούσαν με αργό, αλλά σταθερό βήμα, ενώ τα ανατριχιαστικά βογγητά τους έκαναν την Ντολόρες να ανατριχιάζει σαν σκαντζόχοιρος μέσα σε παγοδρόμιο. Ο φακός έπεσε σε ένα κουτί πάνω στον τοίχο. Μια ταμπελίτσα έγραφε: “Σε περίπτωση ξαφνικής βλάστησης σπάστε το τζάμι”.
– Αυτό ακριβώς που χρειαζόμαστε! φώναξε ενθουσιασμένος ο Ουμβέρτος και έσπασε το τζάμι με τον αγκώνα του.
Έβγαλε από μέσα ένα τσεκούρι και χτύπησε με δύναμη ένα ζόμπι στο στέρνο. Ένας ξερός, υπόκωφος ήχος ακούστηκε και κομμάτια σάπιας σάρκας και πηχτό, μαύρο υγρό έπεσαν στο πάτωμα από την πληγή του τέρατος.
– Χτύπα τα στο κεφάλι! Ο μόνος τρόπος να πεθάνουν είναι να καταστρέψουμε τον εγκέφαλο! φώναξε η Ντολόρες, που είχε δει όλες τις ταινίες με ζόμπι και ήταν σίγουρη για το αποτέλεσμα.
Ο Ουμβέρτος έστριψε το τσεκούρι μια φορά στο χέρι του και μετά χτύπησε με δύναμη ένα ζόμπι, κατακέφαλα. Το λιπόσαρκο κρανίο άνοιξε στα δύο και τα υγροποιημένα του μυαλά χύθηκαν στο πάτωμα με θόρυβο. Ένα άλλο ζόμπι όρμησε, αρπάζοντάς τον με τα αποστεωμένα του δάχτυλα.
– Είναι πάρα πολλά! φώναξε εκείνος τρομαγμένος, προσπαθώντας να το αποκρούσει.
– Μην το αφήσεις να σε δαγκώσει! Αν σε δαγκώσει θα γίνεις κι εσύ σαν αυτό! φώναξε πάλι η Ντολόρες, φανερά εκνευρισμένη, διότι προσπαθούσε να περάσει μια δύσκολη πίστα στο Cookie Jam και χρειαζόταν αυτοσυγκέντρωση.

– Δεν μπορούμε να κάτσουμε εδώ, Ντολόρες, είναι πολλά!
– Μπορούμε να τα οδηγήσουμε στη μεγάλη σάλα και να τα κλειδώσουμε εκεί! είπε εκείνη. Ακολούθα με!
– Και οι τρόφιμοι; Είναι ακόμα εκεί έξω!
– Ας ασχοληθούμε πρώτα με αυτό το πρόβλημα και θα δούμε τι θα κάνουμε με εκείνους! Ίσως στο μεταξύ να έχει έρθει ο στρατός να μας ελευθερώσει!
Το βλέμμα της έπεσε στο κοπάδι των πεινασμένων πλασμάτων που τους ακολουθούσε σαν υπνωτισμένο.
– Ω, Θεέ μου! αναφώνησε και η Υπερκόσμια Μούντζα εμφανίστηκε πάλι στα ουράνια. Εκείνο το ζόμπι, η γυναίκα… μου φαίνεται τόσο γνωστή! Νομίζω πώς την έχω ξαναδεί κάπου!
– Μπορεί να σου φαίνεται, όλα τα ζόμπι μοιάζουν μεταξύ τους! είπε ο Ουμβέρτος, κραδαίνοντας το τσεκούρι άλλη μια φορά.
– Είναι πολύ ρατσιστικό αυτό που είπες! τον μάλωσε εκείνη. Τα ζόμπι δεν μοιάζουν όλα μεταξύ τους, δεν είναι σαν τους Κινέζους!
Έκαναν ένα βήμα πίσω ακόμη.
– Κι όμως, είμαι σίγουρη ότι την έχω ξαναδ… ΩΧ, ΟΧΙ, ΤΩΡΑ ΘΥΜΗΘΗΚΑ! φώναξε συγκλονισμένη.
– Ποια είναι;
– Μια ασθενής που μας έφεραν πριν λίγο καιρό! Η Κοραλλία Καρτέρη! Έπασχε από παραισθήσεις!
– Τι είδους παραισθήσεις;
– Θα πρέπει να διαβάσεις το περσινό Spazlekin, δεν έχω χρόνο να σου εξηγήσω αυτή τη στιγμή! Κι εκείνο το ζόμπι στο βάθος! Νομίζω ότι μοιάζει με έναν πυρομανή που μας έφεραν πριν έξι μήνες! Αυτό σημαίνει ότι…
– …τα ζόμπι ήταν όλα τρόφιμοι του Ησυχαστηρίου! τη διέκοψε ο Ουμβέρτος κι εκείνη αμέσως τσαντίστηκε, διότι της είχε φάει την καλύτερη ατάκα.
– Πώς βρέθηκαν όμως σε αυτή την κατάσταση; ρώτησε εκείνη.
– Δεν καταλαβαίνεις; είπε ο Ουμβέρτος. Αυτός είναι ο λόγος που ο Διευθυντής δεν ήθελε να μπούμε στην Κρύπτη! Κάνει κάποιου είδους φριχτά πειράματα στους τροφίμους του Ησυχαστηρίου!
– Τι είδους πειράματα, όμως; ρώτησε ξανά η Ντολόρες, ανοίγοντας μια μεγάλη πόρτα πίσω της. Αμέσως πάγωσε από τρόμο, σαν παγωτό σε πάγο.

Οι δραπέτες του Ησυχαστηρίου είχαν συσπειρωθεί ξανά και ετοιμάζονταν για νέα επίθεση. Και βρίσκονταν όλοι μπροστά στην Ντολόρες και τον Ουμβέρτο, ενώ από πίσω τους, τους έφραζε τον δρόμο μια ορδή από πεινασμένα ζόμπι!
– Είμαστε περικυκλωμένοι! Δεν μπορούμε να τα βάλουμε και με τα ζόμπι και με τους τρελούς! Τι θα κάνουμε τώρα; Τι θα κάνουμε; κλαψούρισε η Ντολόρες σαστισμένη.
– Δεν ξέρω τι θα κάνουμε… απάντησε ο Ουμβέρτος ξέψυχα.
– Σκέψου κάτι! φώναξε εκείνη ταρακουνώντας τον από τις τιράντες του σουτιέν.
– ΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΣΚΕΦΤΩ, ΑΝΟΗΤΗ; ούρλιαξε εκείνος. ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΘΕΣΗ! ΕΣΥ ΤΟ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΣ ΑΥΤΟ!
Η Ντολόρες τον χαστούκισε δυνατά και το χαστούκι αντήχησε σε όλες τις πτέρυγες του ιδρύματος. Ένας τρόφιμος εμφάνισε δειλά το κεφάλι του από την πόρτα.
– Μήπως ήρθαμε σε ακατάλληλη στιγμή; Να περάσουμε να σας διαμελίσουμε αργότερα;
– Είναι το τέλος… μονολόγησε εκείνη και άφησε τον φακό να γλιστρήσει από τα χέρια της. Είμαστε καταδικασμένοι… Και η Σάντρα Ντι είναι τελείως νεκρή και δεν μπορεί να μας γλιτώσει αυτή τη φορά…
Ο Ουμβέρτος χαμήλωσε το βλέμμα του, ηττημένος. Κοίταξε το ζεστό, καθησυχαστικό φως του φακού, το οποίο έπεφτε στον απέναντι τοίχο. Στη βάση του τοίχου βρισκόταν ένα κομμένο δάχτυλο, απομεινάρι της Σάντρα Ντι, κομμάτια της οποίας είχαν σκορπιστεί παντού στον όροφο. Είχε προσγειωθεί όρθιο, σαν να έδειχνε το ταβάνι. Κοίταξε ψηλά και ακριβώς από πάνω τους είδε την είσοδο ενός αεραγωγού.
– Θεέ μου, η Σάντρα Ντι μας έσωσε και πάλι! αναφώνησε χαρούμενος, δείχνοντας τη σωτηρία τους στην Ντολόρες.
– Ω, Σάντρα Ντι! αναφώνησε εκείνη. Ακόμη και από την Κόλαση συνεχίζεις να μας βοηθάς!
Με τη βοήθεια μιας καρέκλας που έτυχε να περνά από το σημείο εκείνο, κατάφεραν να σκαρφαλώσουν μέσα στον αεραγωγό. Την ίδια στιγμή, η ομάδα των τροφίμων εισέβαλε στον μακρύ διάδρομο, για να έρθει αντιμέτωπη με μια ομάδα από πεινασμένα ζόμπι. Ακουλούθησε ένα πρωτοφανές μακελειό, που ξεπερνούσε σε γραφικότητα και φρίκη όλες τις ταινίες του Λαρς Φον Τρίερ μαζί.

Μουγκρητά και κραυγές αγωνίας μπλέχτηκαν μεταξύ τους σαν μια μακάβρια μουσική σύνθεση. Κομμένα μέλη άρχισαν να στιβάζονται στο πάτωμα και αίμα που έρεε ζεστό και άφθονο από ξεσκισμένες αρτηρίες έβαφε τους τοίχους. Τα ζόμπι έπεσαν με μανία πάνω στους ανίδεους τροφίμους και τους κατασπάραξαν με αγριότητα, όσο ο Ουμβέρτος και η Ντολόρες κρατούσαν τα αυτιά τους κλειστά, μην αντέχοντας να ακούνε τις στριγγλιές των θυμάτων και τον ήχο που έκαναν τα σαγόνια των απέθαντων όσο μασούσαν τις σάρκες τους.
Κι έτσι, μισή ώρα αργότερα, βρισκόντουσαν κλεισμένοι σε έναν σκοτεινό αεραγωγό.
– Ήταν ό,τι πιο φριχτό έχω ζήσει στη ζωή μου… είπε ο Ουμβέρτος αηδιασμένος.
– Είμαστε άτυχοι, το φετινό διήγημα ήταν το πιο αιματηρό απ’ όλα! είπε η Ντολόρες. Έπρεπε να περιμένουμε μια χρονιά, άκουσα ότι του χρόνου θα είναι βραζιλιάνικο.
– Τουλάχιστον λύθηκε το μισό μας πρόβλημα. Οι δραπέτες είναι όλοι νεκροί. Τώρα πρέπει να σκεφτούμε πώς να ξεφύγουμε από τα ζόμπι!
– Ευτυχώς αυτά είναι τελείως ηλίθια! είπε γελώντας η Ντολόρες.
Την ίδια στιγμή, ένα ζόμπι στην ανατολική πτέρυγα έλυνε τριτοβάθμια εξίσωση σε έναν τοίχο, ενώ μασουλούσε νωχελικά ένα νεφρό.
– Πρέπει να κατέβουμε και να ενημερώσουμε του πάντες! είπε ο Ουμβέρτος και άνοιξε την είσοδο του αεραγωγού. Δεν έχουν ιδέα τι πρόκειται ν’ αντιμετωπίσουν! Αν τα ζόμπι ελευθερωθούν στην πόλη, θα είναι το τέλος της Ανθρωπότητας! Και πρέπει να ενημερώσουμε τις αρχές για τα πειράματα του Διευθυντή, πρέπει να τιμωρηθεί για τις πράξεις του!
– Ο μπάσταρδος! φώναξε η Ντολόρες και το πρόσωπό της συσπάστηκε από οργή. Θα έπρεπε να τον ρίξουμε στα τέρατα που δημιούργησε για να τον κομματιάσουν!
– Όχι, Ντολόρες! είπε ο Ουμβέρτος και την έπιασε από το χέρι. Η απάντηση στη βία δεν μπορεί να είναι η βία! Δεν μπορούμε να πέσουμε στο επίπεδό του! Αν το κάνεις αυτό, δεν είσαι καλύτερη από εκείνον!
Στη συνέχεια έκλεισε το βιβλίο με τις “1000 κλισέ ηθικοπλαστικές ατάκες από αμερικάνικες σειρές” και την κοίταξε βαθιά στα μάτια.
– Σαν με κοιτάς, ηλιοβασίλεμα τα μάτια σου, φωτιά! του ψιθύρισε εκείνη και τον φίλησε απαλά στα χείλη.

Ένας δυνατός κρότος τούς τρόμαξε. Κατέβηκαν γρήγορα από τον αεραγωγό και έτρεξαν στο παράθυρο.
– Ωχ, όχι! Ο στρατός ανατίναξε την κεντρική πύλη του Ησυχαστηρίου! Δεν προλάβαμε να τους προειδοποιήσουμε! Τα ζόμπι θα ξεφύγουν! φώναξε η Ντολόρες και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του ιδρύματος.
Ξαφνικά, ένα ζόμπι, κομμένο στη μέση, πετάχτηκε από μια σκοτεινή γωνία και την άρπαξε από τον αστράγαλο. Εκείνη ούρλιαξε με τρόμο, καθώς το αποκρουστικό ανοσιούργημα έμπηγε τα δόντια του στον μηρό της.
– Ντολόρες!!! φώναξε ο Ουβέρτος και έτρεξε κοντά της.
Συνέθλιψε το κρανίο του ζόμπι με το τσεκούρι του κι έπεσε στα γόνατα.
– Με δάγκωσε, Ουμβέρτε! Με δάγκωσε! Θεέ μου, με δάγκωσε! φώναξε εκείνη τρέμοντας.
– Θα γίνεις καλά, Ντολόρες! Δεν είμαστε σίγουροι ότι θα γίνεις κι εσύ ζόμπι!
– Πρέπει να μου κόψεις το πόδι! Πρέπει να το κάνεις τώρα, πριν ο ιός εξαπλωθεί!
Ο Ουμβέρτος την κοίταξε με τρόμο. Πώς μπορούσε να του ζητάει κάτι τέτοιο;
– Δεν μπορώ, Ντολόρες! Δεν μπορώ να το κάνω αυτό! Θα πεθάνεις από αιμορραγία!
– Είμαι έτσι κι αλλιώς, νεκρή, Ουμβέρτε! Τουλάχιστον, έτσι έχω μια ελπίδα να επιζήσω! έστω και με ένα πόδι… Έστω και αν χρειαστεί να θυσιάσω το μεγαλύτερό μου όνειρο, που ήταν να γίνω ποδοσφαιριστής στον Πανσερραϊκό…
Του χάιδεψε το χέρι απαλά και στη συνέχεια του έδωσε το τσεκούρι με ένα μορφασμό πόνου και απελπισίας. Εκείνος σηκώθηκε, πήρε στα τρεμάμενα χέρια του το τσεκούρι και το έσφιξε δυνατά.
– Συγχώρεσέ με, αγάπη μου! ψιθύρισε και σήκωσε ψηλά το τσεκούρι.

Στο επόμενο κεφάλαιο: Ο Ουμβέρτος κατεβάζει το τσεκούρι.

Κεφάλαιο 07 | Η αγάπη σου είναι ρούχο δανεικό, που μού ‘δωσες για λίγο να φορώ

Η ακονισμένη λεπίδα του τσεκουριού άστραψε μέσα στο μισοσκόταδο σαν φωτάκι νυχτός σε βρεφοκομείο στη Μάνη. Με μια γοργή κίνηση, ο Ουμβέρτος το κατέβασε με δύναμη και ένας ξερός, μεταλλικός ήχος αντήχησε στον άδειο διάδρομο, καθώς η λεπίδα χτύπησε το κρύο πάτωμα.
– Αστόχησες! είπε η Ντολόρες.
– Δεν αστόχησα! απάντησε εκείνος. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, δεν μπορώ να σου κόψω το πόδι!
– Αν δεν το κάνεις, θα πεθάνω! Θέλεις να με δεις να μετατρέπομαι σε ένα από αυτά τα αιμοβόρα τέρατα; Έχεις ιδέα τι θα κάνει αυτό στην επιδερμίδα μου; φώναξε εκείνη, χαϊδεύοντας το μάγουλό της.
– Προτιμώ να γίνεις ζόμπι, παρά να σου κόψω το υπέροχο πόδι σου! Τόσο σε αγαπώ! ξέσπασε εκείνος.
Η Ντολόρες ένιωσε ένα σκίρτημα στο πάγκρεας. Η αγάπη του ήταν όντως τόσο δυνατή που δεν τον άφηνε να ακρωτηριάσει το πανέμορφο, σφριγηλό κορμί της. Τον κατανοούσε απολύτως, το σώμα της ήταν ένα έργο τέχνης.
– Τότε θέλω να μου υποσχεθείς ότι όταν αλλάξω, θα με σκοτώσεις αμέσως! είπε.
– Στο υπόσχομαι! Αφού τραβήξω μερικές σέλφι μαζί σου, θα σε σκοτώσω!
– Δεν θα χρειαστεί να το κάνεις αυτό! ακούστηκε μια αντρική φωνή από πίσω τους.
Ο Ουμβέρτος πετάχτηκε τρομαγμένος, σφίγγοντας το τσεκούρι στα χέρια του. Η Ντολόρες έβγαλε το ρουζ από την τσάντα της, δεν περίμενε επισκέψεις τέτοια ώρα.
– Ποιος είσαι εσύ; ρώτησε καχύποπτα ο Ουμβέρτος.
– Είμαι ο Διευθυντής του Ησυχαστηρίου! Και αν κρίνω από τον χαμό που συνάντησα, κάτι μου λέει ότι ανοίξατε την Κρύπτη!

Ο Ουμβέρτος όρμησε πάνω του και τον άρπαξε από τον γιακά. Τον κόλλησε με δύναμη στον τοίχο και πλησίασε το θυμωμένο πρόσωπό του στο δικό του. Ο Διευθυντής έγλειψε αισθησιακά τα χείλη του.
– Εσύ ευθύνεσαι για αυτό το χάος, φίδι! Όχι εμείς! Εσύ κρατούσες αυτά τα πλάσματα στην Κρύπτη και έκανες φριχτά πειράματα!
– Θα φροντίσουμε να το μάθει όλος ο κόσμος! Θα τιμωρηθείς για τα εγκλήματά σου! φώναξε η Ντολόρες.
– Δεν θα απειλούσα τον μοναδικό άνθρωπο που μπορεί να σου σώσει τη ζωή! απάντησε ο Διευθυντής με υπεροπτικό βλέμμα.
– Τι εννοείς; ρώτησε εκείνη.
– Θα σου πω αμέσως! της απάντησε.
Ο Διευθυντής ελευθερώθηκε από τον Ουμβέρτο με ένα απότομο τίναγμα του χεριού και ίσιωσε τον γιακά του. Στη συνέχεια, πέρασε το χέρι του από τα λαδωμένα, γκρίζα μαλλιά του και τα τακτοποίησε και έσφιξε την γραβάτα του. Μετά ευθυγράμμισε τη ζώνη του παντελονιού του με τη γραβάτα και δίπλωσε ξανά το μαντήλι που είχε στην τσέπη του σακακιού. Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του, έξυσε με το νύχι έναν λεκέ από το παπούτσι του, έφτιαξε το πουκάμισό του, καθάρισε τον λαιμό του και έστριψε τα μανικετόκουμπά του. Έβγαλε το κινητό του, μπήκε στο Google, έκανε αναζήτηση για φτηνά ξενοδοχεία στην Αμοργό, μετά απάντησε στα mail του, έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του μια φυσαρμόνικα, έπαιξε το κουπλέ από το It’s a Heartache της Bonnie Tyler, άνοιξε φύλλο για σπανακόπιτα, καθάρισε τα τζάμια και στο τέλος πλησίασε την Ντολόρες.
– Στην Κρύπτη είναι συγκεντρωμένη όλη η έρευνά μου. Εκεί έχω και το αντίδοτο!
– Αντίδοτο; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Πφ, δεν είναι κι από τα αγαπημένα μου της Βίσση, αλλά τουλάχιστον είναι καλύτερο από τις Τάσεις Αυτοκτονίας! είπε η Ντολόρες ανασηκώνοντας τους ώμους.
– Όχι αυτό το αντίδοτο, ηλίθια! είπε αυστηρά ο Διευθυντής. Το αντίδοτο για τον ιό που σου μετέφερε το ζόμπι! Αν στο χορηγήσω μέσα στις επόμενες 53 ώρες, δεν θα αλλάξεις!
Τα μάτια της Ντολόρες έλαμψαν, φωτίζοντας τον κενό χώρο μέσα στο κρανίο της σαν κολοκύθα του Halloween.
– Εντάξει, λοιπόν! Πάμε στην Κρύπτη να μου το δώσεις! είπε ενθουσιασμένη.
– Όχι τόσο γρήγορα! είπε ο Διευθυντής χαμογελώντας αυτάρεσκα. Το βλέμμα του πρόδιδε ότι είχε κάτι σατανικό στο μυαλό του.

Ο Ουμβέρτος πλησίασε ξανά απειλητικά τον μικρόσωμο, μεσήλικα άντρα.
– Τι θέλεις σε αντάλλαγμα; τον ρώτησε.
– Την σιωπή σας! απάντησε εκείνος. Αν της χορηγήσω το αντίδοτο, δεν θα πείτε κουβέντα για όλα αυτά σε κανέναν!
– Μα, ο στρατός είδε τα ζόμπι ήδη! είπε η Ντολόρες.
– Δεν έχει σημασία αυτό! απάντησε ο Διευθυντής και έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη του. Στη συνέχεια, έβγαλε μια ανθοδέσμη από το αριστερό του μανίκι κι ένα περιστέρι από το δεξί. Η Ντολόρες χειροκρότησε ενθουσιασμένη.
– Και πώς θα εξηγήσεις ένα τσούρμο νεκροζώντανους στις αρχές; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Θα τους πούμε ότι ευθύνεται κάποια διαρροή φυσικού αερίου για τη συμπεριφορά τους. Ή μολυσμένο νερό. Ή ότι κάποιος ξέχασε την τηλεόραση ανοιχτή σε εκπομπή του Σεφερλή. Όλα μπορούν να εξηγηθούν!
– Κι εσύ θα συνεχίσεις να πειραματίζεσαι ανενόχλητος σε αθώους ασθενείς! είπε η Ντολόρες.
– Η έρευνά μου είναι απολύτως σημαντική και θα ωφελήσει το ανθρώπινο γένος! ξέσπασε ο Διευθυντής οργισμένος. Κατέχω στα χέρια μου το μυστικό της αθανασίας! Μια φόρμουλα που θα καταργήσει για πάντα τα όρια ανάμεσα στη Ζωή και τον Θάνατο! Τα πλάσματα που είδατε ήταν απλώς τα αρχικά, αποτυχημένα μου πειράματα, αλλά βρίσκομαι πάρα πολύ κοντά στην επίλυση του προβλήματος!
– Αποτυχημένα πειράματα; φώναξε η Ντολόρες αποτροπιασμένη. Ήταν άνθρωποι! Ασθενείς σου! Κι εσύ τους φέρθηκες σαν να ήταν ζώα!
– Πες τα, Ντολόρες! φώναξε ο Ουμβέρτος.
– Σίγουρα, συνέχισε εκείνη, ήταν όλοι τους τρελοί, αποτυχημένοι και παντελώς άχρηστοι για το κοινωνικό σύνολο, αλλά ακόμα κι αυτοί είχαν μερικά δικαιώματα!
Ο Ουμβέρτος της έκανε σινιάλο να το κόψει γρήγορα.
– Θέλω να πω, δεν έχω πρόβλημα με τους τρελούς, έχω φίλους τρελούς, δεν με νοιάζει αν είσαι τρελός, αρκεί να μην το δείχνεις δημ
– ΣΚΑΣΕ, ΜΩΡΗ, ΕΙΠΑ! ΤΟ ΕΧΑΣΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ! φώναξε ο Ουμβέρτος.

Ο Διευθυντής άναψε το τσιγάρο του και πήρε μια νωχελική ρουφηξιά. Τίναξε τη στάχτη στο πάτωμα και κοίταξε την Ντολόρες. Μετά κοίταξε τον Ουμβέρτο εξεταστικά. Σούφρωσε τα χείλη παιχνιδιάρικα και του έκλεισε το μάτι.
– Αυτή είναι η συμφωνία! είπε ξερά. Τη δέχεστε ή τραβάτε τον δρόμο σας και σε μερικές ώρες γίνεσαι κι εσύ σαν αυτά τα τέρατα. Αν θέλεις το αντίδοτο, δεν θα πεις κουβέντα σε κανέναν για ό,τι συνέβη εδώ απόψε!
– Και τι σε κάνει τόσο σίγουρο ότι αν μας δώσεις το αντίδοτο θα τηρήσουμε τον λόγο μας; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Διότι θα ορκιστείτε στη ζωή της μάνας σας! είπε ο Διευθυντής.
Η Ντολόρες άνοιξε σοκαρισμένη το στόμα. Ήταν ο πιο βαρύς όρκος που υπήρχε και κανείς δεν τολμούσε να τον πατήσει ποτέ. Εκτός από την ξαδέλφη της τη Μάγδα, που δεν τα πήγαινε καλά με τη μάνα της, γιατί είχε γράψει στον αδελφό της κάτι χωράφια που είχε τάξει σ’ εκείνην.
– Μπάσταρδε! Κρατάς όλα τα χαρτιά εσύ! είπε μέσα από τα δόντια του ο Ουμβέρτος.
– Είμαστε σύμφωνοι, λοιπόν;
– Σύμφωνοι! απάντησε η Ντολόρες. Ας τελειώνουμε με αυτή την ιστορία!
Μπήκαν και οι τρεις μέσα στο υπόγειο. Ο Διευθυντής τράβηξε έναν μοχλό στον τοίχο και μια σειρά από λευκά, δυνατά φώτα φώτισαν την Κρύπτη.
– Η Κρύπτη διαθέτει τη δική της πηγή ενέργειας, ώστε να έχει πάντα ρεύμα! είπε.
Έριξε μια ματιά στο κελί που άλλοτε κρατούσε τα ζόμπι. Η έκρηξη που προκάλεσε η Ντολόρες είχε ξεκολλήσει τη μονωτική ταινία που το κρατούσε κλειστό. Κοίταξε την Ντολόρες με το ίδιο υπεροπτικό βλέμμα που χρησιμοποιούσε πάντα. Στη συνέχεια άνοιξε ένα μικρό ψυγειάκι που βρισκόταν πάνω στον πάγκο εργασίας. Μέσα υπήρχαν πολλά μπουκαλάκια γεμάτα χρωματιστά υγρά.
– Τι είναι όλα αυτά; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Μπουκαλάκια γεμάτα χρωματιστά υγρά! απάντησε εκείνος.
– Πού είναι το αντίδοτο; ρώτησε η Ντολόρες και έριξε μια ματιά στη δαγκωνιά στο πόδι της. Η μόλυνση είχε ήδη αρχίσει να εξαπλώνεται σαν φωτιά μέσα σε καπνοβιομηχανία στο Όρεγκον.
– Εδώ είμαστε! είπε και πήρε στα χέρια του ένα φιαλίδιο. Η ετικέτα έγραφε “Σκεύασμα Ψ”.
– Τι είναι το σκεύασμα Ψ; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Το αντίδοτο, φυσικά! απάντησε ο Διευθυντής.
– Και γιατί το ονομάσατε σκεύασμα Ψ;
– Μα, θα ήταν εντελώς γελοίο αν το ονόμαζα “Μπάμπη”, δεν νομίζεις; απάντησε πάλι εκείνος.
Η Ντολόρες και ο Ουμβέρτος κούνησαν το κεφάλι τους ικανοποιημένοι. Είχε δίκιο, το “Μπάμπης” θα ήταν πολύ άσχημο όνομα για ένα αντίδοτο.

– Ορίστε, λοιπόν! είπε ο Διευθυντής και έδωσε το φιαλίδιο στην Ντολόρες. Στη συνέχεια πήγε στο βάθος της Κρύπτης και άνοιξε ένα συρτάρι.
– Η ώρα της αλήθειας, λοιπόν! είπε η Ντολόρες και έβγαλε το καπάκι. Κοίταξε τον Ουμβέρτο στα μάτια και στη συνέχεια έφερε το φιαλίδιο στο στόμα της και ρούφηξε το αντίδοτο με μια γουλιά.
– Πώς νιώθεις; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Δεν ξέρω! απάντησε εκείνη. Είναι νωρίς ακόμα για να έχει αποτελέσματα, υποθέτω!
Ο Διευθυντής επέστρεψε κοντά τους κρατώντας ένα μπουκαλάκι οινόπνευμα, λίγο μπαμπάκι και μια σύριγγα.
– Ας κάνουμε την ένεση, λοιπόν. Λογικά θα δεις βελτίωση μέσα σε μια ώρα, το προλάβαμε στην αρχή.
– Ένεση; ρώτησε η Ντολόρες και ξανακοιτάχτηκε με τον Ουμβέρτο.
– Μήπως σας βρίσκεται άλλο ένα μπουκαλάκι; ρώτησε ιδρωμένος ο Ουμβέρτος.
– Τι έπαθε αυτό;
– Το ήπιααα! απάντησε η Ντολόρες μυξοκλαίγοντας.
– Γιατί;;; ρώτησε άναυδος ο Διευθυντής.
– Έτσι κάνουν όλοι με τα αντίδοτα στις ταινίεεεες! ξέσπασε εκείνη.
– Ανόητη! Το αντίδοτο λειτουργεί μόνο αν το λάβεις ενδοφλέβια! Δεν έχω άλλο έτοιμο! φώναξε ο Διευθυντής.
– Προλαβαίνεις να φτιάξεις νέα παρτίδα; ρώτησε ταραγμένος ο Ουμβέρτος.
– Ίσως, αλλά…
– Αλλά τι; ρώτησε και η Ντολόρες.
– Δεν έχω όλα τα υλικά εδώ. Πρέπει να καταλάβετε ότι πρόκειται για ένα αρκετά πολύπλοκο σκεύασμα, μου πήρε χρόνια δοκιμών για να τελειοποιήσω τη φόρμουλα! Χρειάζομαι τριάντα διαφορετικά υλικά, αναμεμιγμένα μεταξύ τους με ακριβείς δοσολογίες.
– Ποια υλικά σου λείπουν; Ίσως μπορέσω να τα βρω εγώ! είπε ο Ουμβέρτος.

Η Ντολόρες τον πλησίασε γοργά και τον άρπαξε από το μπράτσο.
– Δεν μπορείς να βγεις εκεί έξω, είναι επικίνδυνα! του είπε με ανησυχία στο βλέμμα.
– Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος πλέον! Οι στρατιώτες θα αναλάβουν τα ζόμπι! είπε ο Διευθυντής, σκυφτός μέσα σε ένα ντουλάπι με διάφορα βάζα και μπουκάλια. Εδώ έχω μια λίστα με τα υλικά που χρειάζομαι. Διττανθρακική σόδα, βόριο, πενικιλίνη, μαχλέπι… τα έχω αυτά… Λίγο φθόριο, ένα κουταλάκι ραδερφόρντιο, τρεις γλώσσες νυχτερίδας, λεβάντα για το άρωμα και σταγόνες κουβερτούρας… Ακριβώς αυτό που φοβόμουν! Μου λείπει μόνο ένα υλικό, το πιο σπάνιο απ’ όλα!
– Ποιο είναι αυτό; ρώτησε ο Ουμβέρτος.
– Θαντρένιο! Είναι ένα σπάνιο ορυκτό, αυτοφυές μόνο σε ένα βουνό σε ολόκληρο τον πλανήτη! Θα είναι πολύ δύσκολο να πας εκεί και ακόμη πιο δύσκολο να το βρεις.
– Πρέπει να τα καταφέρω, αλλιώς η Ντολόρες είναι καταδικασμένη!
– Δεν θέλω να το κάνεις! Δεν θέλω να ρισκάρεις τη ζωή σου! Δεν θέλω να ξέρεις πως για σένα είμαι σκόνη, είμαι χώμα! αναφώνησε η Ντολόρες και αγκάλιασε σφιχτά τον καβάλο του Ουμβέρτου.
– Δεν το κάνω για σένα, Ντολόρες! Το κάνω για μένα! είπε εκείνος και την κοίταξε τρυφερά στα μάτια. Πριν σε γνωρίσω είχα να κάνω σεξ δεκάξι μήνες! Δεν σκοπεύω να σε χάσω!
Εκείνη τον αγκάλιασε ακόμη πιο σφιχτά, σαν να ήθελε να αγκιστρωθεί πάνω του, σαν μωρό κοάλα στην αγκαλιά ενός πύθωνα.
– Πρέπει να βιαστείς, έχουν μείνει μόνο πενήντα ώρες, μετά θα είναι πολύ αργά! είπε ο Διεθυντής και έδωσε ένα χαρτί στον Ουμβέρτο. Εδώ είναι η διεύθυνση ενός φίλου, θα σε βοηθήσει να φτάσεις στην πηγή του Θαντρένιου! Θα σας κλείσω δύο αεροπορικά εισιτήρια για Ελβετία αμέσως!
– Ελβετία; αναφώνησε η Ντολόρες. Εκεί βρίσκεται το βουνό με το Θαντρένιο;
– Ακριβώς! απάντησε ο Διευθυντής. Στην κορυφή των ελβετικών Άλπεων!
– Θεέ μου, είναι τόσο επικίνδυνο, Ουμβέρτε!
– Μην ανησυχείς! απάντησε εκείνος και την έπιασε από τους ώμους. Αν τα κατάφεραν οι φλώροι οι Φον Τραπ, μπορώ να τα καταφέρω κι εγώ!
– Θα σε περιμένω, αγάπη μου, όπως το ξερό χώμα περιμένει τη βροχή! είπε η Ντολόρες και τον αποχαιρέτησε με ένα φιλί στο στόμα.
– Καλή τύχη! είπε ο Διευθυντής και τον αποχαιρέτησε κι εκείνος με ένα φιλί στο στόμα.

Το προαύλιο του Ησυχαστηρίου ήταν καλυμμένο με πτώματα. Πτώματα νεκρά και πτώματα που κινούνταν ακόμη. Οι στρατιώτες έκαναν έναν τελικό έλεγχο στην περίμετρο και άνοιξαν με μεγάλη προσοχή την κεντρική πύλη, για να ξεγλιστρήσει έξω ο Ουμβέρτος. Η απειλή είχε πλέον εξουδετερωθεί και το μόνο που έμενε τώρα ήταν μια πειστική ιστορία συγκάλυψης. Ο Διευθυντής τα είχε ήδη σκεφτεί όλα και δεν ανησυχούσε. Θα μπορούσε ανενόχλητος να συνεχίσει τα πειράματά του με τους νέους τροφίμους που θα γέμιζαν σύντομα τις πτέρυγες του ιδρύματος. Και οι δύο μοναδικοί άνθρωποι που γνώριζαν την αλήθεια, ήταν στο τσεπάκι του. Μεταφορικά, όμως, διότι κυριολεκτικά δεν υπήρχε περίπτωση να χωρέσουν, δεν είχε τόσο μεγάλο τσεπάκι.
Λίγο μετά τα χαράματα, ο Ουμβέρτος στεκόταν μπροστά σε μια κλειστή πόρτα. Τη χτύπησε δειλά και περίμενε για απάντηση.
– Όποιος και αν είσαι εξαφανίσου, δεν ενδιαφέρομαι! ακούστηκε μια τραχιά, αντρική φωνή από μέσα.
– Με στέλνει ο Διευθυντής! είπε ο Ουμβέρτος χαμηλόφωνα. Μου είπε ότι μπορείς να με οδηγήσεις μέχρι το θαντρένιο!
Ακολούθησαν λίγες στιγμές σιωπής, που στον Ουμβέρτο φάνηκαν σαν πολλές στιγμές σιωπής. Ο χρόνος κυλούσε αμείλικτος και η Ντολόρες βασιζόταν πάνω του με τον ίδιο τρόπο που μια κουτσή χορεύτρια βασίζεται στην υπηρέτριά της για να της φέρει τον πρωινό καφέ της. Ο ήχος μιας κλειδαριάς ακούστηκε από μέσα. Το κλειδί γύρισε τρεις φορές. Η πόρτα άνοιξε ελαφρά, τρίζοντας και από τη χαραμάδα ένα αντρικό μάτι κοίταξε εξεταστικά τον Ουμβέρτο.
– Θα είναι δύσκολο ταξίδι, είσαι σίγουρος ότι το έχεις; ρώτησε ο άγνωστος άντρας.
– Πρέπει να το έχω, διότι ο έρωτας της ζωής μου βασίζεται πάνω μου! απάντησε εκείνος αποφασιστικά.
Η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Στο κατώφλι στεκόταν ένας γεροδεμένος, μελαχρινός σαραντάρης. Αξύριστος, ατημέλητος, με μαλλιά που έφταναν στον ώμο και ένα μαύρο κάλυμμα στο αριστερό του μάτι.
– Το όνομά μου είναι Σνέικ Πλίσκεν! είπε ξερά. Είμαι το κατάλληλο άτομο για να σε πάει εκεί που θέλεις.
– Με λένε Ουμβέρτο! απάντησε εκείνος και άπλωσε το χέρι του.
– Σκασίλα μου αν σε λένε και Κλεοπάτρα! είπε αδιάφορα ο Σνέικ και γύρισε την πλάτη του. Χάθηκε μέσα στο διαμέρισμα κι εμφανίστηκε ξανά με ένα σακίδιο στην πλάτη.
Ο Ουμβέρτος δαγκώθηκε. “Κλεοπάτρα” ήταν το καλλιτεχνικό του όνομα στο μπαρ που δούλευε τα καλοκαίρια.
– Θα σου πω ακόμη μία φορά ότι θα είναι δύσκολο το ταξίδι. Το πιο δύσκολο που έχεις κάνει ποτέ! Πρέπει να είσαι προετοιμασμένος να περάσεις τις μεγαλύτερες κακουχίες και την πιο αβάσταχτη ταλαιπωρία που έχεις ζήσει ποτέ στη ζώη σου!
Μιάμιση ώρα αργότερα έπιναν ροζ σαμπάνια στην πρώτη θέση ενός αναπαυτικού Airbus της Swiss.

Στο επόμενο κεφάλαιο: Απόδραση από την Ελβετία.

Κεφάλαιο 08 | Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες, τρεις του Σεπτέμβρη να περνάς

Ο παγωμένος αέρας μαστίγωνε με μανία το πρόσωπο του Ουμβέρτου. Η όρασή του ήταν θολή, τα πέντε μέλη του πονούσαν, η ανάσα του ήταν γρήγορη και κοφτή, αλλά έπρεπε να συνεχίσει την ανάβαση. Η ζωή της Ντολόρες εξαρτιόταν από αυτό και ήδη είχε περάσει αρκετός πολύτιμος χρόνος. Ο Σνέικ Πλίσκεν βρισκόταν ακριβώς μπροστά του, σκαρφαλώνοντας την απόκρημνη πλαγιά στις Ελβετικές Άλπεις και δείχνοντάς του τον δρόμο.
– Είναι μακριά ακόμα, Παπαστρούμφ; φώναξε δυνατά ο Ουμβέρτος, προσπαθώντας να ακουστεί μέσα από τον μανιασμένο αέρα που σφύριζε στα αυτιά τους σαν εξαγριωμένη μαγκούστα σε γήπεδο.
– Όχι! απάντησε εκείνος. Στο επόμενο πλάτωμα φτάνουμε στον προορισμό μας! Εκεί βρίσκεται όλο το απόθεμα θαντρένιου.
– Γιατί δεν πήρατε περισσότερο μαζί σας την προηγούμενη φορά που ήρθατε; ξαναφώναξε ο Ουμβέρτος.
– Το θαντρένιο είναι ένα εξαιρετικά ασταθές ορυκτό. Όσο πιο μεγάλη ποσότητα κουβαλάς μαζί σου, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να προκληθεί έκρηξη! απάντησε ο Πλίσκεν.
Ένας υπόκωφος θόρυβος ακούστηκε και το έδαφος άρχισε να τρέμει κάτω από τα πόδια τους.
– Χιονοστιβάδα! φώναξε ανήσυχος ο Ουμβέρτος.
– Καλύψου! ούρλιαξε ο Σνέικ Πλίσκεν και έπεσε πάνω του.
Κατέληξαν και οι δυο προστατευμένοι πίσω από ένα μεγάλο βράχο, λίγο πριν εμφανιστεί ένα κοπάδι στεγόσαυρων που έτρεχε μανιασμένο κατά πάνω τους.
– Κάτι πρέπει να τα τρόμαξε… είπε ο Πλίσκεν, όταν ο θόρυβος καταλάγιασε και κάθε κίνδυνος είχε απομακρυνθεί. Πρέπει να συνεχίσουμε την πορεία μας και να είμαστε πιο προσεκτικοί. Οι Άλπεις είναι από τα ελάχιστα μέρη στον πλανήτη που δεν έχουν εξερευνηθεί πλήρως από τον άνθρωπο και κρύβουν πολλές εκπλήξεις…
– Δεινόσαυροι ήταν αυτοί; ρώτησε ο Ουμβέρτος, ξύνοντας το κεφάλι του. Τι δουλειά έχουν σε τόσο ψυχρό κλίμα;

Εν τω μεταξύ, μερικά εώς αρκετά χιλιόμετρα πιο νότια, στο Ησυχαστήριο για Βαριά Διαταραγμένους Ψυχάκηδες, η απειλή των ζόμπι είχε αναχαιτιστεί πλήρως, χάρη στη βοήθεια του στρατού και των Power Rangers. Η Ντολόρες, φανερά καταβεβλημένη, βρισκόταν ξαπλωμένη σε ένα ντιβάνι, όσο ο Διευθυντής την εξέταζε προσεκτικά.
– Εκπληκτικό! αναφώνησε κοιτώντας κάτι στο μικροσκόπιό του.
– Τι συμβαίνει; ρώτησε εκείνη ταραγμένη.
– Αυτή η συσκευή κάνει τα πράγματα να φαίνονται πολύ μεγαλύτερα!
Ο Διευθυντής σηκώθηκε από το γραφείο του και ακούμπησε το χέρι του στο μέτωπο της Ντολόρες, κοιτάζοντας παράλληλα το ρολόι του στο άλλο χέρι.
– Ο πυρετός σου ανεβαίνει πιο γρήγορα! είπε. Νομίζω ότι σύντομα θα μπεις στο τελικό στάδιο μεταμόρφωσης.
– Μεταμόρφωση; Δηλαδή, θα γίνω ένα από αυτά τα πράγματα; ρώτησε εκείνη, βήχοντας ελαφρά.
Χοντρές στάλες ιδρώτα κυλούσαν στο μέτωπό της και μούσκευαν το μαξιλάρι. Το πρόσωπό της είχε γίνει κάτωχρο, σαν πορσελάνινης κούκλας και η ανάσα της ήταν βαριά, σαν ασθματικού, αγγλοσάξωνα υπολοχαγού στη μάχη του Χέιστινγκς. Ένιωθε τον εαυτό της να γλιστράει και να χάνεται σε ένα σκοτεινό τούνελ και προσπαθούσε να διατηρήσει την επαφή με το περιβάλλον. Ο Διευθυντής πήρε μία σύριγγα και αφαίρεσε λίγο από το αίμα της. Άπλωσε μια σταγόνα σε ένα διάφανο, πλαστικό πλακίδιο και το τοποθέτησε στο μικροσκόπιο.
– Ενδιαφέρον… μονολόγησε.
– Τι συμβαίνει; Πόσος χρόνος μου απομένει; ρώτησε η Ντολόρες, προσπαθώντας ν’ ανασηκωθεί. Μάταια. Ένιωθε το κορμί της πιο βαρύ από ισλανδική, κοινωνική ταινία σε φεστιβάλ του Ντύσελντορφ.
– Ο τρόπος που αντιδρά ο οργανισμός σου στον ιό είναι πρωτοφανής! είπε εκείνος, σχεδόν ενθουσιασμένος, με μια ανατριχιαστική λάμψη στα μάτια του. Δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο σε όλα τα πειράματά μου!
– Τι σημαίνει αυτό; Πρόκειται να πεθάνω γρηγορότερα;
Ο Διευθυντής ανασηκώθηκε σιωπηλός. Κοίταξε την Ντολόρες με γουρλωμένα μάτια και ένα περίεργο, παγερό χαμόγελο, σαν να του είχε γίνει κάποια κοσμοϊστορική αποκάλυψη.

Πίσω στις Άλπεις, ο Ουμβέρτος και ο Σνέικ Πλίσκεν μόλις ολοκλήρωναν τη μάχη τους με το Γιέτι των Ιμαλαΐων, το οποίο δεν γνώριζε καθόλου Γεωγραφία. Το τεράστιο, τριχωτό τέρας έπεσε νεκρό στα πόδια τους, μετά το καίριο χτύπημα που του κατάφερε στο κεφάλι ο Πλίσκεν. με μια μεγάλη πέτρα.
– Φτάσαμε στον προορισμό μας! είπε ασθμαίνοντας. Πίσω από αυτά τα βράχια θα βρούμε όσο θαντρένιο θέλουμε!
Περπάτησαν προσεκτικά στο παγωμένο, λευκό χιόνι. Πέρασαν τα μεγάλα βράχια και ο Ουμβέρτος κοντοστάθηκε αμέσως ξαφνιασμένος. Μπροστά τους βρισκόταν μια πελώρια σπηλιά, η οποία ακτινοβολούσε με ένα απόκοσμο, πορτοκαλί φως.
– Το θαντρένιο! ψιθύρισε εκστασιασμένος.
– Πρέπει να κάνεις απόλυτη ησυχία! Το θαντρένιο το προστατεύει ένας Δράκος! είπε ο Πλίσκεν και μπήκε προσεκτικά στη σπηλιά.

– Δράκος; Για όνομα του Θεού! Αυτό το διήγημα πάει από το κακό στο χειρότερο! μονολόγησε ο Ουμβέρτος και ακολούθησε διστακτικά τον οδηγό του.
Όσο προχωρούσαν στο βάθος της σπηλιάς, τόσο η πορτοκαλί λάμψη γινόταν όλο και πιο έντονη, μέχρι που έφτασαν σε ένα ευρύχωρο σπήλαιο, τα τοιχώματα του οποίου ήταν καλυμμένα από το πολύτιμο ορυκτό.
– Αυτή η πετρούλα αρκεί! είπε ο Πλίσκεν κι έβγαλε ένα κομμάτι από το τοίχωμα.
Ένα απότομα σύρσιμο και ένασ βρηχυθμός ακούστηκαν από το βάθος του σπηλαίου.
– Ωχ, όχι! Ο Δράκος! φώναξε ο Ουμβέρτος τρομοκρατημένος.
Μια σκοτεινή σιλουέτα εμφανίστηκε και άρχισε να πλησιάζει απειλητικά προς το μέρος τους.
– Που να με πάρει, ποιος τολμά να εισβάλει στον προσωπικό μου χώρο; ακούστηκε μια βαριά αντρική φωνή και ένας κουστουμαρισμένος μεσήλικας εμφανίστηκε μπροστά τους.
– Ποιος είσαι εσύ πάλι; ρώτησε ο Ουμβέρτος παραξενεμένος.
– Ο Γιάγκος Δράκος! απάντησε εκείνος.
Ο Ουμβέρτος πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεφύσηξε αναστατωμένος.
– Μετά από αυτό αρνούμαι να συμμετάσχω σε οποιαδήποτε άλλη σκηνή διαδραματίζεται στις Άλπεις… είπε εκνευρισμένος.
Μερικές ώρες αργότερα είχε επιστρέψει πίσω στο Άσυλο, κρατώντας στα χέρια του τη σωτηρία της Ντολόρες. Η τύχη του Σνέικ Πλίσκεν αγνοείται.

– Έφερα το θαντρένιο, κάθαρμα! είπε στον Διευθυντή. Τώρα φτιάξε το αντίδοτο, όπως υποσχέθηκες.
– Αγάπη μου! Γύρισες! είπε χαμηλόφωνα η Ντολόρες, απλώνοντας το χέρι της με κλειστά τα μάτια. Το ήξερα ότι θα γύριζες. Το budget δεν έφτανε για άλλα εξωτερικά γυρίσματα.
– Γύρισα κοντά σου και τώρα θα πάνε όλα καλά! της είπε εκείνος καθησυχαστικά, χαϊδεύοντας τα βυζιά της. Ο Διευθυντής θα φτιάξει το αντίδοτο και θα γίνεις ακριβώς όπως ήσουν πριν! Τα υπόλοιπα μπορούμε να τα σουλουπώσουμε κάπως με έναν καλό πλαστικό.
– Για την ακρίβεια, υπήρξε μια μικρή αλλαγή στα σχέδια! είπε ο Διευθυντής, βγάζοντας ένα μικρό περίστροφο από τη γυναικεία τσάντα του.
– Κάθαρμα! Το ήξερα ότι δεν έπρεπε να σε εμπιστευτούμε! φώναξε ο Ουμβέρτος. Με έστειλες στις Άλπεις ελπίζοντας να σκοτωθώ!
– Για την ακρίβεια, σε έστειλα στις Άλπεις για να φέρεις το υλικό που έλειπε για το αντίδοτο. Όμως, στην πορεία είχαμε ενδιαφέρουσες εξελίξεις! Βλέπεις, έκανα μια μικρή εξέταση αίματος στην αγαπημένη σου και ανακάλυψα κάτι συνταρακτικό!
– Δεν είναι δικό μου! Μια φορά κοιμήθηκα μαζί της! Είχε κι άλλους πριν από μένα, η τσούλα! είπε βιαστικά ο Ουμβέρτος, ενώ ιδρώτας είχε αρχίσει να κυλάει στην κωλοχαράδρα του.
– Δεν είναι έγκυος, ηλίθιε! Απλώς ανακάλυψα ότι ο οργανισμός της αντέδρασε διαφορετικά στον ιό! Η Ντολόρες δεν θα γίνει ζόμπι! Αντιθέτως, το αίμα της ήταν αυτό που χρειαζόμουν για να ολοκληρώσω τη φόρμουλα αθανασίας!
– Είσαι τρελός! Είσαι πιο τρελός κι από μένα κι εγώ νόμιζα ότι ήρθα από το μέλλον! είπε ο Ουμβέρτος.
– Επίτρεψέ μου να σου κάνω μια μικρή επίδειξη! είπε ο Διευθυντής και έστρεψε το περίστροφο προς τη Ντολόρες. Πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, είχε πιέσει τη σκανδάλη και ένας ξερός κρότος ακούστηκε.

Η σφαίρα βρήκε τη Ντολόρες στο στήθος. Γούρλωσε τα μάτια της έκπληκτη, βλέποντας τη μπλούζα της να μουσκεύει στο ζεστό αίμα της.
– Όχιιιιιιιιιι! ούρλιαξε συγκλονισμένη. Την είχα αγοράσει από Ιταλίαααα!
Στη συνέχεια, έγειρε το κεφάλι της στο μαξιλάρι κι έμεινε ακίνητη. Ο Ουμβέρτος είχε μείνει άναυδος. Είχαν γίνει όλα τόσο γρήγορα, σαν γάμος του Απόστολου Γκλέτσου. Πλησίασε δειλά τη Ντολόρες και έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι του.
– Τη σκότωσες… είπε σοκαρισμένος.
– Όχι! απάντησε ο Διευθυντής. Την έκανα αθάνατη!
Η Ντολόρες πετάχτηκε απότομα όρθια παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Κοίταξε έκπληκτη την πληγή στο στήθος της, η οποία είχε εξαφανιστεί και στη συνέχεια τον Ουμβέρτο, ο οποίος δεν πίστευε στα μάτια του.
– Δεν καταλαβαίνω… Τι σημαίνει αυτό; ρώτησε μπερδεμένη.
– Σημαίνει ότι χάρη σε σένα θα καταφέρω να ολοκληρώσω το σκεύασμά μου! Δημιούργησα το ελιξίριο της Αιώνιας Ζωής! Έβαλα ένα τέλος στον θάνατο! Οι πάντες θα μπορούν πλέον να ζήσουν για πάντα, με ένα μικρό αντίτιμο, συν τα έξοδα αντικαταβολής.
– Δηλαδή, θα ζήσω για πάντα! είπε ενθουσιασμένη η Ντολόρες. Όλες οι σακαφιόρες οι φίλες μου θα σκάσουν από το κακό τους όταν θα είναι εξήντα και ρυτιδιασμένες κι εγώ θα μοιάζω ακόμη με τριαντ… εμ… εικοσιπεντάρα!
– Ντολόρες! Όλα τέλειωσαν! Μπορούμε επιτέλους να φύγουμε οι δυο μας! είπε ο Ουμβέρτος και την αγκάλιασε σφιχτά.
– Θα γυρίσουμε όλο τον κόσμο μαζί! είπε κι εκείνη. Το μεγαλύτερό μου όνειρ
– Ναι, κοίτα, έχει παλιώσει αυτό το γκαγκ, είχες τριανταέξι διαφορετικά, μεγαλύτερα όνειρα ως τώρα. τη διέκοψε ο Ουμβέρτος.
– Ναι, αλλά το πιο μεγαλύτερο απ’ όλα ήταν να βρω κάποιον σαν εσένα! απάντησε εκείνη και τον φίλησε στο στόμα.

– Awww! Πολύ συγκινητικά και ρομαντικά όλα αυτά, ακούστηκε η φωνή του Διευθυντή, αλλά υπάρχει μια μικρούλα επιπλοκή!
– Τι εννοείς; ρώτησε η Ντολόρες.
– Μετά την αυτοψία θα είναι λίγο δύσκολο να κάνεις όλα αυτά που σκοπεύεις να κάνεις!
– Αυτοψία; ρώτησαν και οι δύο με μια φωνή και μετά πιάσανε κόκκινο χασκογελώντας.
– Φυσικά, καλή μου, θα πρέπει να σε ανοίξω και να εξετάσω εξονυχιστικά τον εγκέφαλο και τα υπόλοιπα όργανά σου για να δω τι είναι αυτό που σε κάνει να αντιδράς διαφορετικά στον ιό! είπε με φυσικότητα ο Διευθυντής, σηκώνοντας ένα ηλεκτρικό πριόνι.
– Είσαι τρελός! φώναξε ο Ουμβέρτος. Δεν θα σε αφήσω να της κάνεις κακό!
– Καλέ μου, ξεχνάς ότι εσύ δεν είσαι άτρωτος! είπε ο Διευθυντής κι έστρεψε το περίστροφο στον Ουμβέρτο. Δεν θα λυπηθώ να φυτέψω μια σφαίρα στο καλοσχηματισμένο, αρρενωπό, ποθητό πρόσωπό σου!
– Μα, δεν μπορείς να μου κάνεις αυτοψία! Είμαι αθάνατη πλέον, δεν μπορώ να πεθάνω.
– Μην ανησυχείς, όταν ξεριζώσω τον εγκέφαλό σου από το κρανίο σου, δεν θα νιώθεις πια τίποτα! είπε εκείνος κυνικά.
Η Ντολόρες μπήκε ανάμεσα στο όπλο και τον αγαπημένο της.
– Δεν θα σε αφήσω να του κάνεις κακό! Κάνε ό,τι θες σε μένα, αλλά ο Ουμβέρτος θα φύγει ζωντανός!
– Δεν μπορώ να αφήσω έναν ενοχλητικό μάρτυρα ζωντανό! απάντησε εκείνος. Και, μεταξύ μας, δεν χρειάζεται να κάνω καμιά συμφωνία μαζί σας! Κρατώ όλα τα χαρτιά εγώ!
– Εσύ κρατάς τα χαρτιά, αλλά εγώ κρατώ την πέτρα! είπε ο Ουμβέρτος και έβγαλε από την τσέπη του το μικρό κομμάτι από θαντρένιο, το οποίο σκόρπισε την πορτοκαλί λάμψη του μέσα στην Κρύπτη.
Έπιασε σφιχτά την Ντολόρες από τους ώμους και καλύφθηκε πίσω της.
– Συγγνώμη, γλυκιά μου, αλλά εσύ πλέον μπορείς να επιζήσεις από αυτό! είπε και εκτόξευσε με δύναμη το ορυκτό στον απέναντι τοίχο.
– Τι πας να κάνεις ανοήτε; ούρλιαξε ο Διευθυντής, αλλά ήταν πλέον αργά.
Το ασταθές πέτρωμα θρυμματίστηκε με πάταγο στον τοίχο και μια δυνατή έκρηξη κατέστρεψε το εσωτερικό της Κρύπτης, γεμίζοντας τα πάντα με φωτιά, καπνό και συντρίμμια. Ο Διευθυντής βρισκόταν πιο κοντά στο σημείο της έκρηξης και το σώμα του κομματιάστηκε πριν τυλιχτεί στις φλόγες. Το ωστικό κύμα πέταξε τον Ουμβέρτο έξω, μαζί με τη Ντολόρες, η οποία λειτούργησε ως ασπίδα, προστατεύοντάς τον από τα θραύσματα και τις φλόγες.

Λίγα λεπτά αργότερα, είχε απλωθεί ησυχία στο μισοκατεστραμμένο υπόγειο. Ο Ουμβέρτος ανασηκώθηκε δειλά, κρατώντας το κεφάλι του.
– Ντολόρες; είπε ψιθυριστά.
Το σώμα της αγαπημένης του βρισκόταν μπροστά του, άσχημα καμμένο και γεμάτο ανοιχτές πληγές.
– Ω, Θεέ μου, Ντολόρες! Τι σου έκανα;
– Μην ανησυχείς, είμαι καλά… είπε εκείνη φτύνοντας λίγο αίμα και πιέζοντας το συκώτι της πάλι μέσα στο σώμα. Το σώμα μου θα θεραπευτεί πλήρως, ο ιός του Διευθυντή μας έσωσε και τους δύο!
– Τι θα κάνουμε τώρα; ρώτησε εκείνος.
– Θα τα αφήσουμε όλα πίσω μας, θα ξεχάσουμε ότι συνέβη αυτό το διήγημα και θα συνεχίσουμε τη ζωή μας μαζί!
– Πώς μπορούμε να είμαστε μαζί; Εσύ θα ζήσεις για πάντα. Εγώ κάποια στιγμή θα γεράσω και θα πεθάνω…
Η Ντολόρες έβγαλε κάτω από τη μπλούζα της έναν πλαστικό φάκελο γεμάτο χαρτιά.
– Δεν χρειάζεται να γεράσεις και να πεθάνεις! είπε χαμογελώντας.
– Τι είναι αυτό;
– Η έρευνα του Διευθυντή! Μπορούμε να συνεχίσουμε εμείς το έργο του! Θα φτιάξουμε το ελιξίριο και θα το πάρεις κι εσύ! Θα ζήσουμε μαζί οι δυο μας, για πάντα!
– Θα το έκανες αυτό για μένα; ρώτησε εκείνος με δάκρυα στα μάτια.
– Φυσικά! απάντησε εκείνη. Και όταν γίνουμε αθάνατοι, μπορούμε να συνεχίσουμε τα πειράματα και να βελτιώσουμε τη φόρμουλα!
– Δηλαδή;
– Μπορούμε να φτιάξουμε ένα ελιξίριο, με το οποίο όλοι οι άνθρωποι θα γεννάνε μόνο ξανθά, γαλανομάτικα μωρά! Και στη συνέχεια, θα ενωθούμε όλοι κάτω από ένα πανίσχυρο έθνος που θα
– Ννναι, νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε κι άλλα άτομα, Ντολόρες…

 Τέλος

Κοραλλία, η κόρη του αστροναύτη

Κεφάλαιο 01 | Τρίτη

Ήταν Τρίτη. Τις μισούσε τις Τρίτες η Κοραλλία Καρτέρη. Τις μισούσε με μίσος άσβεστο που έκαιγε ολάκερη την ύπαρξή της σαν ξυλόφουρνος στα Τζουμέρκα. Τρίτη ήταν όταν έχασε τη μάνα της. Τρίτη ήταν όταν τη βρήκαν τελικά στο σπίτι του personal trainer της. Τρίτη ήταν κι όταν οι γονείς της χώρισαν οριστικά, επειδή ο πατέρας της κόντευε να γίνει τάρανδος από το πολύ κέρατο. Και τέλος, Τρίτη ήταν όταν γνώρισε εκείνον. Τον άντρα που έμελλε να καταστρέψει τη ζωή της και να την οδηγήσει σε αυτή την Οδύσσεια που ζούσε τα τελευταία τρία χρόνια. Ναι, τις μισούσε τις Τρίτες η Κοραλλία Καρτέρη.

Σηκώθηκε όρθια και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η βροχή έπεφτε με μανία, σαν νερό από τον ουρανό. Τα πάντα ήταν μουσκεμένα. Το γρασίδι, οι θάμνοι, τα έπιπλα του κήπου, το νερό της πισίνας. Ένα πετροχελίδονο πέταξε γοργά μπροστά από το παράθυρό της και κρύφτηκε μέσα στο πυκνό φύλλωμα ενός καουτσουκόδεντρου. Στο βάθος, μια γυναίκα έτρεχε στον πλημμυρισμένο δρόμο προστατεύοντας το κεφάλι της με μια τζαμποσακούλα. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος της βροχής πάνω στα πλακάκια και ένα τραγούδι του Δημήτρη Κόκοτα από το διπλανό διαμέρισμα.

– Τι σκέφτεσαι, Κοραλλία; ακούστηκε πίσω της η μπάσα, αισθησιακή φωνή του ψυχαναλυτή της.
– Αν είναι όντως Κόκοτας ή Καλλίρης… απάντησε εκείνη σκεπτική.
– Κοραλλία, νομίζω ότι υπεκφεύγεις. Κάθισε κάτω και πες μου τι πραγματικά σκέφτεσαι.
Η Κοραλλία γύρισε και κοίταξε τον ψυχαναλυτή της στα μάτια. Την ήξερε τόσο καλά πια. Τα τρία λεπτά που είχαν περάσει από όταν μπήκε στο γραφείο του για την πρώτη τους συνεδρία ήταν τόσο σημαντικά για να χτιστεί η ακλόνητη εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό του.
Ο ψυχαναλυτής άφησε την πίπα του κρακ στο τραπεζάκι δίπλα στην πολυθρόνα του και έγνεψε στην Κοραλλία να κάτσει στα γόνατά του. Εκείνη αρνήθηκε ευγενικά, κουνώντας το κεφάλι της ελαφρά και προτίμησε να κάτσει στον μαύρο, δερμάτινο καναπέ απέναντί του.

– Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω, γιατρέ… είπε διστακτικά.
– Νομίζω ότι σε αυτές τις περιπτώσεις βοηθά να ξεκινάς από την αρχή! είπε εκείνος παίρνοντας στα χέρια του ένα στυλό κι ένα περιοδικό με Sudoku. Μου είπες ότι τα τελευταία τρία χρόνια μετακινείσαι από πόλη σε πόλη. Ότι προσπαθείς να κρυφτείς από το παρελθόν σου. Τι εννοείς με αυτό;
– Είναι μεγάλη ιστορία, γιατρέ, και δεν ξέρω αν θα μας φτάσει το πρώτο κεφάλαιο. Χρειαζόμαστε τουλάχιστον τρία flash back… είπε η Κοραλλία κοιτώντας πάλι έξω από το παράθυρο. Το πετροχελίδονο επέστρεψε μαζί με την παρέα του. Πέταξαν όλα μαζί για λίγο μπροστά από το παράθυρο, τιτίβισαν παιχνιδιάρικα και στη συνέχεια μαχαίρωσαν έναν περαστικό, του έκλεψαν το πορτοφόλι κι εξαφανίστηκαν στον ουρανό.

– Πες μου για τη σχέση σου με τον πατέρα σου, είπε ο ψυχαναλυτής ανοίγοντας το περιοδικό. Μου είπες ότι είχες πάντα έναν ιδιαίτερο δεσμό μαζί του.
– Ο πατέρας μου ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που βρισκόταν πάντα στο πλευρό μου. Εκτός από τα εικοσιέξι χρόνια που έλειπε σε διάφορες αποστολές στο διάστημα.
– Και πόσων ετών είσαι εσύ τώρα; ρώτησε ο γιατρός.
– Εικοσιεφτά! απάντησε η Κοραλλία.
– Ο πατέρας σου ήταν ο Τζων Καρτέρης, ο διάσημος ελληνοτζαμαϊκανός αστροναύτης, έτσι δεν είναι; ρώτησε ο γιατρός ισιώνοντας τα ροζ γυαλιά του με τα στρασάκια.
– Ναι! είπε εκείνη και το πρόσωπό της έλαμψε σαν πλακάκι μπάνιου μετά από πέρασμα με Viakal. Ήταν ο πρώτος αστροναύτης στον κόσμο που έσκασε μπάφο στην επιφάνεια της Σελήνης!
– Ο τραγικός χαμός του πρέπει να σου κόστισε πολύ…
– Δεν μου αρέσει να το συζητώ αυτό! είπε η Κοραλλία και σκυθρώπιασε. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο, καλύτερα!
– Έχεις δίκιο! είπε ο γιατρός και σημείωσε κάτι στο περιοδικό του. Πώς σε έκανε να νιώσεις το οχτάρι που μας έδωσε η Κύπρος στη Eurovision;
– Προδομένη! φώναξε η Κοραλλία και σηκώθηκε από τον καναπέ απότομα.
– Μήπως η αληθινή αιτία που νιώθεις προδομένη είναι επειδή στο οχτάρι της Κύπρου βλέπεις την απόρριψη της μητέρας σου; ξαναρώτησε ο ψυχαναλυτής και αμέσως απλώθηκε σιγή στο δωμάτιο.

Η Κοραλλία στάθηκε βουβή κι έφερε τα χέρια της στο στήθος της. Ο ψυχαναλυτής της είχε δίκιο, δεν θα το σκεφτόταν ποτέ αυτό από μόνη της. Αυτός ο άνθρωπος ήταν πραγματικά επιστήμονας και το μαρτυρούσαν και τα τρία πτυχία που είχε από το Πανεπιστήμιο Ψυχολογίας της Αιθιοπίας. Η αλήθεια ήταν ότι η Κοραλλία ένιωθε χρόνια αποξενωμένη από τη μητέρα της και κατηγορούσε εκείνην για την πορεία της ζωής της. Αν είχε σταθεί στο πλευρό της σαν μάνα, αν την είχε καθοδηγήσει στις δυσκολίες που αντιμετώπισε, ίσως όλα να ήταν διαφορετικά πλέον. Ίσως να μην ήταν κυνηγημένη. Ίσως να μην είχε χάσει τον πατέρα της. Ίσως να είχε καταλάβει το τέλος του Lost. Εκείνη η τσούλα έφταιγε για όλα.

– Γιατρέ, σας ευχαριστώ! Νιώθω ήδη καλύτερα! αναφώνησε η Κοραλλία ενθουσιασμένη. Η οξυδέρκεια και η διεισδυτική ματιά σας κατάφεραν να ξετυλίξουν το περιπλεγμένο κουβάρι της ψυχικής μου οδύνης. Δεν θα τα κατάφερνα ποτέ χωρίς την αμέριστη προσοχή και συμπαράστασή σας!
Ο ήχος από το καζανάκι στην τουαλέτα τη διέκοψε. Ο γιατρός βγήκε ανεβάζοντας το φερμουάρ του.
– Είπες κάτι, Κοραλλία; τη ρώτησε τακτοποιώντας το πουκάμισό του μέσα στη ριγέ βερμούδα.

Η Κοραλλία βγήκε από το γραφείο του γιατρού ανανεωμένη σαν φρεσκοβαμμένη γυψοσανίδα. Θα σταματούσε να τρέχει και να κρύβεται. Είχε έρθει η ώρα να ξεκινήσει μια νέα ζωή και να πάψει ν’ ανησυχεί για τα φαντάσματα του παρελθόντος. Και αν την έβρισκε εκείνος, θα τον αντιμετώπιζε πια στα ίσα, σαν άντρας προς άντρα.
Άνοιξε την τσάντα της κι άρχισε να ψάχνει για τα κλειδιά του αυτοκινήτου της. Η τσάντα της γλίστρησε και έπεσε με πάταγο στο πάτωμα της αίθουσας αναμονής, σκορπίζοντας παντού όλο το περιεχόμενό της. Έσκυψε ντροπιασμένη κι άρχισε να βάζει τα μικροαντικείμενα πίσω στη θέση τους. Το κραγιόν, τα υγρά μωρομάντηλα, τα γυαλιά ηλίου, το μπουκαλάκι με το άρωμα, το κινητό, τη μασκάρα, τα γάντια, το άλμπουμ με τις φωτογραφίες του μεσοπολέμου, την μεταξωτή πασμίνα, τον δίσκο του Κώστα Χαριτοδιπλωμένου, τις μέντες και το στυλό. Πώς διάολο είχε βρεθεί αυτό το στυλό μέσα στην τσάντα της;

Καθώς ήταν γονατισμένη στο πάτωμα, διέκρινε δυο αντρικά, καφέ παπούτσια να στέκονται μπροστά της. Σήκωσε δειλά το βλέμμα της. Τα παπούτσια ανήκαν σε ένα ζευγάρι πόδια, τα οποία με τη σειρά τους ανήκαν σε έναν γοητευτικό άντρα που στεκόταν μπροστά της χαμογελώντας.
– Νομίζω ότι αυτό πρέπει να έπεσε από την τσάντα σας! της είπε ο άγνωστος και άπλωσε το χέρι του. Κρατούσε ένα δερμάτινο, μαύρο πορτοφόλι.
Η Κοραλλία το πήρε στα χέρια της και το άνοιξε. Μέσα είχε μόνο μια ταυτότητα με το όνομα «Χαρίλαος Παπαδάκης» και 630 ευρώ.
– Αααα, ννναι… δικό μου είναι! είπε χαμογελώντας νευρικά κι έχωσε το πορτοφόλι βαθιά μέσα στην τσάντα. Είμαι τόσο αδέξια, συνέχεια μου πέφτουν πράγματα! Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε!
– Ερμόλαος! είπε ο γοητευτικός άγνωστος και βοήθησε την Κοραλλία να σηκωθεί. Ερμόλαος Φιρίκης!
– Ερμόλαος Φιρίκης; είπε αυτή γεμάτη απορία. Τι ασυνήθιστα γελοίο όνομα!
– Οι φίλοι μου με φωνάζουν Στάθη Καρρά. Κι εσείς είστε…;
– Κορ…
Η Κοραλλία πάγωσε στιγμιαία. Τι πήγε να κάνει; Παραλίγο να δώσει το αληθινό της όνομα σε έναν άγνωστο. Έπρεπε να είναι πιο προσεκτική και να κρατά χαμηλό προφίλ, αποφεύγοντας τα προσωπικά στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο κατόπι της τον άντρα που την κυνηγούσε. Θα έδινε ψεύτικο όνομα στον Στάθη Καρρά, για να προστατεύσει την αληθινή της ταυτότητα.
– Κοραλλία! ακούστηκε μια δυνατή φωνή πίσω της. Ήταν ο γιατρός που μόλις είχε βγει από το δωμάτιο.
Η Κοραλλία ξεροκατάπιε και χαμογέλασε αμήχανα στον Στάθη Καρρά.
– Κοραλλία Καρτέρη! ξανατσίριξε ο γιατρός. Εσείς, η κυρία με το κόκκινο φόρεμα, που μόλις τώρα τελειώσαμε τη συνεδρία μας! Σε σας μιλάω, κυρία Κοραλλία Καρτέρη, που μιλάτε με τον κύριο! Ξεχάσατε τα κλειδιά του αυτοκινήτου σας! Πάρτε τα κλειδιά σας, κυρία Κοραλλία Καρτέρη, κόρη του αστροναύτη Τζων Καρτέρης!
– Υποψιάζομαι ότι εννοεί εσάς ο γιατρός! είπε ο Στάθης και χαμογέλασε.

Η Κοραλλία πήρε τα κλειδιά της και κινήθηκε προς την πόρτα. Ένιωθε το βλέμμα του Στάθη Καρρά να την ακολουθεί. Κάτι μέσα της σκίρτησε. Αυτός ο μυστηριώδης ξένος τής είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Από τη μία θα ήθελε να συνεχίσει την κουβέντα μαζί του, θα ήθελε να τη σταματήσει στην πόρτα και να της δώσει το τηλέφωνό του. Ήταν iPhone 6 και η Κοραλλία πάντα ήθελε ένα iPhone. Αλλά δεν μπορούσε. Δεν γινόταν να δεθεί με κάποιον, όχι στην κατάσταση που βρισκόταν τώρα, όχι όταν υπήρχε ο φόβος ν’ αναγκαστεί να φύγει πάλι. Αλλά πριν υποσχέθηκε στον εαυτό της να κάνει μια νέα αρχή. Να αφήσει τον φόβο πίσω της και να ξαναχτίσει τη ζωή της. Τις σκέψεις της διέκοψε η τζαμόπορτα του ιατρείου, στην οποία στούκαρε αφηρημένη.
Έπεσε κάτω με έναν δυνατό γδούπο, πιάνοντας το μέτωπό της. Στο πλευρό της έτρεξε αμέσως η γραμματέας του γιατρού, μια ασθενής με σύνδρομο Touret που αναφώνησε «Ω, Θεέ μου, μήπως χτυπήσατε, μωρή ΚΑΡΙΟΛΑ;;;;» και ο Στάθης Καρράς.

Τη βοήθησαν να σηκωθεί και να κάτσει σε μια καρέκλα. Η γραμματέας της έφερε ένα ποτήρι νερό και η ασθενής με το σύνδρομο Touret της έκανε αέρα ψιθυρίζοντάς της λόγια συμπαράστασης και μπινελίκια για το σόι της.
– Είστε καλά; τη ρώτησε όλο συμπόνοια ο Στάθης, πιάνοντας το χέρι της.
– Είμαι πολύ αφηρημένη σήμερα. ψέλλισε εκείνη κατακόκκινη από αμηχανία. Δεν έχω ξαναπάθει κάτι τέτοιο και ντρέπομαι λίγο!
– Μην ανησυχείτε! Όλοι έχουμε τις ντροπιαστικές στιγμές μας! την καθησύχασε εκείνος. Εγώ μια μέρα πάτησα με το αυτοκίνητο μου μια καλόγρια που κρατούσε ένα μωρό και μετά κρυβόμουν έξι μήνες από τη ντροπή μου! Αλλά το ξεπέρασα σύντομα! Τώρα οδηγώ πάλι σαν να μη συνέβη τίποτε!
Η Κοραλλία κοίταξε τον Στάθη στα μάτια. Φαίνονταν τόσο ευγενικά και χαμογελαστά.
– Μήπως θέλετε να πάμε για έναν καφέ μέχρι να νιώσετε καλύτερα; της πρότεινε.
– Μα… θα χάσετε το ραντεβού σας με τον γιατρό!
– Μην ανησυχείτε. Δεν ήταν κάτι το σημαντικό, θα το κανονίσω για άλλη μέρα! Μπορεί να περάσει η κυρία πριν από εμένα!
– Σας ευχαριστώ πολύ ΣΚΑΤΑ ΣΚΑΤΑ ΣΚΑΤΑ ΚΩΛΟΣ! είπε η ασθενής με το Touret όλο ευγνωμοσύνη.

Κάθισαν σε ένα μικρό, ήσυχο καφέ δίπλα σε ένα πεδίο βολής αρμάτων. Εκείνος παρήγγειλε έναν εσπρέσο κι εκείνη έναν καπουτσίνο. Δεν είχε πιει ποτέ ξανά καπουτσίνο, αλλά δεν ήθελε να την περάσει και για βλάχα.
– Λοιπόν, το όνομά σας το έμαθα τελικά. της είπε χαμογελώντας.
– Ας μιλάμε στον ενικό, δεν είμαστε δα και τίποτε κωλόγεροι του θανατά! είπε η Κοραλλία και γέλασαν και οι δύο δυνατά. Ένα ζευγάρι εβδομηντάχρονων σηκώθηκε από το διπλανό τραπέζι και έφυγε με λυγμούς.
– Λοιπόν, πώς είναι να έχεις έναν αστροναύτη για πατέρα; ρώτησε ο Στάθης.
Το πρόσωπο της Κοραλλίας συννέφιασε. Είχε έρθει κιόλας η ώρα για το πρώτο flash back…

Στο επόμενο κεφάλαιο: Κι άλλες παράγραφοι.

Κεφάλαιο 02 | Τρίτη (ακόμα)

– Πού είναι το μικρό μου κουάρκ;
Η Κοραλλία πετάχτηκε όρθια από το γραφείο της και έτρεξε στον διάδρομο του σπιτιού γεμάτη ενθουσιασμό. Αυτή η γνώριμη, ζεστή φωνή σήμαινε μόνο ένα πράγμα: ο πολυαγαπημένος της πατέρας είχε επιστρέψει από την τελευταία του αποστολή στο διάστημα.
– Εδώ είναι το μικρό μου κουάρκ! αναφώνησε περιχαρής ο Τζων Καρτέρης, καθώς η οχτάχρονη κόρη του έπεφτε με δύναμη στην αγκαλιά του, όλο χάρη και σβελτάδα, σαν αφηνιασμένος ρινόκερος.
– Μπαμπά, γύρισες! φώναξε το μικρό κορίτσι και έσφιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του πατέρα της.
– Ελπίζω να ήσουν καλό κορίτσι όσο έλειπα! είπε και την κοίταξε βαθιά στα μάτια.
– Ήμουν, μπαμπά! Διάβαζα τα μαθήματά μου και έτρωγα όλο το φαγητό μου και τάιζα και τις γυναίκες που έχεις στο υπόγειο. Πού πήγες αυτή τη φορά;
Ο Τζων Καρτέρης πήρε τη μικρή Κοραλλία στην αγκαλιά του κι έκατσε σε μια μπαμπού πολυθρόνα από βελανιδιά. Την κοίταξε όλο λατρεία και χάιδεψε τα πυρόξανθα, μελαχρινά μαλλιά της.
– Ξέρεις πολύ καλά ότι οι αποστολές μου είναι απόρρητες, κουάρκ μου! της είπε τρυφερά. Αν σου αποκαλύψω πολλές λεπτομέρειες, θα πρέπει να σε σκοτώσω μετά. Θυμάσαι τι έπαθε ο αδελφός σου!
Γύρισαν και οι δυο τους και κοίταξαν θλιμμένοι τη φωτογραφία ενός αγοριού πάνω στο τζάκι. Ένα αναμμένο καντήλι ήταν αναμμένο μπροστά της.
– Μου έφερες τίποτα αυτή τη φορά; ρώτησε η μικρή Κοραλλία με μάτια γουρλωμένα, που έλαμπαν από αδημονία.
Ο πατέρας της γέλασε δυνατά και σηκώθηκε. Έψαξε για λίγο μέσα στον σάκο του κι έβγαλε ένα γυάλινο δοχείο, που μέσα είχε ένα μεγάλο, ανατριχιαστικό πλάσμα που έμοιαζε με έντομο. Είχε οχτώ πόδια και μια μακριά ουρά και όταν είδε την Κοραλλία πετάχτηκε με μανία πάνω στο γυαλί της προθήκης.
– Είναι τέλειο! αναφώνησε εκείνη ενθουσιασμένη. Τι είναι;
– Δεν έχω ιδέα, τα βρήκαμε στην τελευταία μας αποστολή και πήραμε όλοι από ένα για σουβενίρ! απάντησε εκείνος. Το φωνάζουμε «Αγκαλίτσα», γιατί του αρέσει να σου αγκαλιάζει το πρόσωπο και να κάθεται εκεί με τις ώρες!
– Τι χαριτωμένο! Σ’ ευχαριστώ πολύ, μπαμπάκα! είπε η Κοραλλία κι αγκάλιασε πάλι τον γεροδεμένο, θαλασσοδαρμένο αστροναύτη.

Ο Τζων Καρτέρης έκατσε πάλι στην πολυθρόνα κι έβγαλε τις γόβες του.
– Πού είναι πάλι η μάνα σου; ρώτησε ξεφυσώντας.
– Πήγε στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσει και θα γυρίσει σε δυο μέρες, είπε! απάντησε το αθώο κορίτσι.
Ο Τζων ήξερε πολύ καλά ότι η γυναίκα του δεν ήταν στο σούπερ μάρκετ. Σίγουρα με κάποιον από τους δεκάδες εραστές της θα τραβιόταν πάλι. Ποιος να ήταν άραγε αυτή τη φορά; Ο γεροδεμένος, ξανθός δάσκαλος του τένις; Ο Ρουμάνος κηπουρός με τη μεγάλη μάνικα; Ο Ολυμπιακός Βόλου; Ο νεαρός που τους έφερνε την εφημερίδα, το γάλα και τη μαριχουάνα κάθε πρωί;
– Τι σόι μάνα είναι αυτή που παρατάει το παιδί της μόνο του; είπε ο πατέρας της και τα λόγια του έμοιαζαν γεμάτα πίκρα κι απογοήτευση. Τι θα γινόταν αν έμπαινε κάποιος μέσα στο σπίτι να σου κάνει κακό;
– Μην ανησυχείς, μπαμπά, έχω την καραμπίνα που μου έκανες δώρο στη γιορτή μου! είπε η Κοραλλία κι έκατσε στα πόδια του πατέρα της να στρίψει τσιγάρο.
Εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του και της ψιθύρισε γλυκά.
– Να ξέρεις ότι θα είμαι πάντα στο πλευρό σου. Ακόμα κι αν βρίσκομαι δέκα χιλιάδες έτη φωτός μακριά, εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου!

– Σε έβαλα σε σκέψεις…
Η Κοραλλία, σαν να ξύπνησε από βαθύ λήθαργο, γύρισε και κοίταξε τον Στάθη Καρρά.
– Πώς είπες;
– Λέω, σε έβαλα σε σκέψεις. Δεν έπρεπε να ρωτήσω για τον πατέρα σου.
– Όχι, δεν πειράζει! είπε εκείνη χαμογελώντας. Απλώς είναι κάτι για το οποίο δεν έχω συνηθίσει να μιλάω. Μου ξυπνάει πολλές αναμνήσεις.
– Ευχάριστες, ελπίζω! είπε ο Στάθης Καρράς κι έφερε την κούπα του καφέ στο στόμα του. Έβγαλε τη γλώσσα κι έγλειψε αισθησιακά το χείλος της κούπας.
– Κάποιες ευχάριστες και κάποιες όχι τόσο! απάντησε η Κοραλλία. Θα προτιμούσα να μιλήσουμε για κάτι άλλο. Να γνωριστούμε, ίσως, λίγο καλύτερα!
– Ευχαρίστως! είπε ο Στάθης. Τι θέλεις να μάθεις για μένα;
– Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Τι ψηφίζεις;
– Πάντα Αριστερά!
Η Κοραλλία ένιωσε ένα ζεστό κύμα ηδονής να συνταράσσει το είναι της. Από την πρώτη στιγμή ήξερε ότι αυτός ο άντρας ήταν το πεπρωμένο της.
– Σειρά μου τώρα! είπε εκείνος. Ποιος ήταν ο αγαπημένος σου χαρακτήρας στα Φιλαράκια;
– Η Φοίβη, φυσικά! απάντησε δίχως δεύτερη σκέψη η Κοραλλία.
Ο Στάθης ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Ήταν δυνατόν; Ταίριαζαν τόσο πολύ; Άφησε κάτω την κούπα του και έπιασε το χέρι της Κοραλλίας τρυφερά.
– Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να μάθω άλλα για σένα! Νιώθω ήδη σαν να σε ξέρω χρόνια! είπε και έγλειψε απαλά το χέρι της.
– Τι μου συμβαίνει; αναρωτήθηκε φωναχτά η Κοραλλία. Δεν έχω πιει, μα λειτουργώ σαν μεθυσμένη και σαν χαμένη! Τι μου συμβαίνει κι αυτό το πάθος ξαφνικά με ξετρελαίνει;

Πλησίασαν ακόμη πιο κοντά και τα χείλη τους έσμιξαν με πρωτόγνωρο πάθος. Κι αυτό το φιλί ήταν το πρώτο αληθινό φιλί μετά από καιρό για την Κοραλλία. Το πρώτο φιλί που την έκανε να νιώσει ζωντανή, σαν πέστροφα.
– Φιλάς υπέροχα! ψιθύρισε στο αυτί του Στάθη.
– Και πού να δεις πώς πηδάω! απάντησε εκείνος.
Σαράντα λεπτά αργότερα βρίσκονταν στη γέφυρα της Χαλκίδας για bungee jumping. Ο Στάθης Καρράς σκαρφάλωσε στο κιγκλίδωμα και πήδηξε πρώτος, με τη χάρη λυγερόκορμης μπαλαρίνας. Η Κοραλλία αναρρίγησε. Αλλά, καθώς ο Στάθης έσκαγε με το κεφάλι στο νερό από κάτω, με το λυμένο σκοινί να τον ακολουθεί, άρχισε πάλι να σκέφτεται μήπως προκαλούσε την τύχη της. Φοβόταν ακόμη μήπως την έβρισκε εκείνος. Κι αν συνέβαινε αυτό, τότε οποιοσδήποτε άλλος στεκόταν στο πλευρό της θα βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο. Την ίδια στιγμή, ένας νεαρός που καθόταν δίπλα της λιποθύμησε κι έπεσε στις ρόδες μιας διερχόμενης νταλίκας.
«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό» σκέφτηκε. Κοίταξε τον Στάθη που την χαιρετούσε από κάτω χαμογελώντας και έσφιξε τα δόντια της. Γύρισε την πλάτη της και έφυγε τρέχοντας, σαν να την κυνηγούσε βελοσιράπτορας.

Πέρασε μια ολόκληρη εβδομάδα και η Κοραλλία δεν ξαναείδε τον Στάθη. Ήταν καλύτερα για όλους έτσι. Θα συνέχιζε τη ζωή της μέσα στις σκιές και στην αφάνεια. «Θα κάνω το παν για να περνώ όσο πιο απαρατήρητη γίνεται», μονολόγησε καθώς φορούσε την ολόχρυση τουαλέτα της με τα Swarovski, τον φωσφοριζέ γιακά από υαλοβάμβακα και το καπέλο με τα πολύχρωμα led και βεγγαλικά. «Δεν πρέπει να τραβάω την προσοχή πάνω μου».
Άνοιξε την πόρτα του καινούργιου της διαμερίσματος –πόσα διαμερίσματα είχε αλλάξει αυτά τα τρία χρόνια, άραγε; Είχε χάσει κι εκείνη το μέτρημα- και περίμενε μπροστά στο ασανσέρ. Ο θάλαμος έφτασε, η πόρτα άνοιξε αυτόματα και η Κοραλλία κοντοστάθηκε ξαφνιασμένη. Μέσα στο ασανσέρ βρισκόταν μια γυναίκα, γύρω στα 50, καλοστεκούμενη, ντυμένη με ένα κομψό ταγιέρ και γυαλιά με κόκκινο σκελετό. Κοιτάχτηκαν για λίγο, εξετάζοντας η μία την άλλη εξονυχιστικά.
– Πηγαίνετε κάτω; ρώτησε η άγνωστη.
– Φυσικά! απάντησε η Κοραλλία.
– Τι σύμπτωση! Κι εγώ το ίδιο! είπε ενθουσιασμένη η άγνωστη.

Η Κοραλλία μπήκε στο ασανσέρ και ο θάλαμος άρχισε να κινείται. Οι δυο γυναίκες κοιτούσαν σιωπηλά τα φωτεινά νούμερα στο καντράν να αλλάζουν. 4… 8… 15… 16… 23… 42… Την αμήχανη σιωπή αποφάσισε να σπάσει ξανά η άγνωστη.
– Μένετε εδώ ή ήρθατε για επίσκεψη;
– Μόλις μετακόμισα την προηγούμενη εβδομάδα, είμαι εντελώς καινούργια στο κτίριο και δεν έχω γνωριστεί ακόμη με κανέναν από τους υπόλοιπους ενοίκους –εκτός αυτού είμαι και κάπως κλειστή από τη φύση μου και πολύ δύσκολα ανοίγομαι σε αγνώστους! απάντησε ξερά και λακωνικά η Κοραλλία.
– Εγώ μένω στον 8ο όροφο! Ακριβώς από πάνω σας! είπε η άγνωστη και έδωσε το χέρι της στην Κοραλλία. Η Κοραλλία το πήρε και το έβαλε στην τσάντα της.
Επικράτησε ξανά σιωπή. Ένα κουδούνισμα ακούστηκε και η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε ξανά. Είχαν φτάσει στο ισόγειο.
– Ό,τι χρειαστείτε, μη διστάσετε να μου το ζητήσετε! είπε η άγνωστη χαμογελώντας.
– Ακόμα και δανεικά; ρώτησε η Κοραλλία, βγάζοντας ένα κομπιουτεράκι από την τσάντα της και έναν κατάλογο του ΙΚΕΑ.
– Εκτός από δανεικά! απάντησε η άγνωστη, πιάνοντας ασυναίσθητα το πορτοφόλι της. Αλλά αν χρειαστείτε κάποιον να σας μάθει τα κατατόπια –ξέρετε, πού βρίσκονται τα καταστήματα, οι τράπεζες ή σε ποιο σημείο είναι η καλύτερη πιάτσα για πεζοδρόμιο- είμαι στη διάθεσή σας!
– Ευχαριστώ πολύ! είπε η Κοραλλία χαμογελώντας ευγενικά και γύρισε την πλάτη της.
– Δεν συστηθήκαμε! φώναξε η άγνωστη. Είμαι η Κένυα Φύσσα-Ρούφα, η πασίγνωστη συγγραφέας.
– Κορ…

Η Κοραλλία κοντοστάθηκε. Έπρεπε να σταματήσει να δίνει το αληθινό της όνομα. Θα χρησιμοποιούσε αυτό με το οποίο είχε νοικιάσει το σπίτι.
– Κορτιζόνη Ενέσιμη, χάρηκα!
– Τι περίεργο και ασυνήθιστο όνομα! είπε γελώντας η Κένυα Φύσσα-Ρούφα.
Οι δυο γυναίκες άρχισαν να περπατάνε προς την έξοδο του κτιρίου.
– Είπατε πως είστε πασίγνωστη συγγραφέας; Ομολογώ ότι δεν σας έχω ξανακούσει. Ποια βιβλία έχετε γράψει;
– Το πρώτο μου μπεστ σέλλερ ήταν το «Πατάρι της Απόγνωσης». Μια ιστορία αγάπης και πάθους με ηρωίδα μια γυναίκα εγκλωβισμένη σε έναν γάμο που οδηγεί σε αδιέξοδο, η οποία γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός νεότερου άντρα.
– Ενδιαφέρον ακούγεται! είπε η Κοραλλία. Η ιστορία είναι πρωτότυπη, δεν νομίζω να έχει γραφτεί ποτέ ξανά κάτι τέτοιο.
– Το επόμενο βιβλίο μου ήταν η «Σοφίτα της Μοναξιάς». Μια ιστορία αγάπης και πάθους με ηρωίδα μια γυναίκα εγκλωβισμένη σε έναν γάμο που οδηγεί σε αδιέξοδο, η οποία γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός νεότερου άντρα, συνέχισε η Κένυα Φύσσα-Ρούφα.
– Υπέροχο ακούγεται και αυτό…
– Τώρα γράφω το εικοστό όγδοο βιβλίο μου για φέτος. Σκέφτομαι να το ονομάσω «Το Καρνάγιο του Πόθου». Ηρωίδα είναι μια γυναίκα εγκλωβισμένη σε έναν γάμο που οδηγεί σε αδιέξοδο, αλλά δεν ξέρω πώς να το συνεχίσω.
– Θα μπορούσε να γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός νεότερου άντρα! Είπε η Κοραλλία και η Κένυα Φύσσα-Ρούφα σταμάτησε να περπατά και έφερε τα χέρια της στο πρόσωπό της.
– Θαυμάσια ιδέα! Νομίζω πως το έχεις στο αίμα σου, Κορτιζόνη. Έχεις σκεφτεί ποτέ να γράψεις βιβλίο;
Η Κοραλλία-Κορτιζόνη χλώμιασε απότομα. Είχε φτάσει κιόλας η ώρα για το δεύτερο φλας μπακ…

Στο επόμενο κεφάλαιο: Περισσότερες λέξεις. 

Κεφάλαιο 03 | Αναμνήσεις μια γκέισας

– Είναι πιασμένη η θέση;
Η Κοραλλία γύρισε και κοίταξε τον άγνωστο άντρα που της απηύθυνε τον λόγο.
– Όχι, ελεύθερη! είπε και έστρεψε το βλέμμα ξανά μπροστά.
Ο άντρας έκατσε δίπλα της. Ένιωσε τα μάτια του στραμμένα πάνω της. Την ενοχλούσε όταν το έκαναν αυτό οι άντρες. Δεν της άρεσε να την κάνουν να αισθάνεται άβολα –αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που τα είχε χαλάσει με εκείνον τον φακίρη από τη Βομβάη.
– Γνωρίζετε προσωπικά τον συγγραφέα; τη ρώτησε ξανά.
Η Κοραλλία δυσανασχέτησε λίγο. Είχε πάει σε αυτή την παρουσίαση βιβλίου για να ανοίξει τους πνευματικούς της ορίζοντες και αυτός ο απολίτιστος άγνωστος προσπαθούσε να της κάνει καμάκι; Αν δεν λαχταρούσε τόσο να συνομιλήσει με τον συγγραφέα του «101 συνταγές με κουρκουμά», θα σηκωνόταν να φύγει, αλλά δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να συναγελαστεί με έναν άνθρωπο του πνεύματος. Επίσης, ήταν μια καλή ευκαιρία να ρωτήσει κάποιον λόγιο τι διάολο σημαίνει η λέξη «συναγελαστεί».
– Δεν τον γνωρίζω, αλλά γνωρίζω τη δουλειά του. απάντησε τόσο ψυχρά που η μπροστινή της έπαθε κρυοπάγημα στο σβέρκο.
– Κι εγώ το ίδιο! συνέχισε απτόητος ο άγνωστος. Το πρώτο του βιβλίο: «Τα βυζιά και τα διάφορα σχήματά τους» κοσμεί τη βιβλιοθήκη μου. Το έχω πάντα σε περίοπτη θέση.

Η Κοραλλία εντυπωσιάστηκε από το λεξιλόγιο του αγνώστου. Ίσως αυτός να μπορούσε να της εξηγήσει τι σημαίνει η λέξη που δεν ήξερε. Γύρισε και τον ξανακοίταξε, πιο εξεταστικά αυτή τη φορά. Δεν ήταν και άσχημος. Καστανόξανθος, γεροδεμένος, αρρενωπός και με ένα περιποιημένο μουσάκι που τόνιζε τα μπορντώ μάτια του. Έμοιαζε διανοούμενος και περπατημένος ταυτόχρονα.
– Έρχεστε συχνά σε παρουσιάσεις βιβλίων; τον ρώτησε, ενώ παράλληλα έπαιζε παιχνιδιάρικα με τα μαλλιά της διπλανής της.
– Ναι. Πάντα γνωρίζω ενδιαφέροντα κόσμο! απάντησε εκείνος και κοίταξε με νόημα την Κοραλλία.
Το βλέμμα του είχε κάτι το απόκοσμο και μακρινό. Την τραβούσε σαν μαγνήτης, όπως το μέλι τραβάει τις αρκούδες. Και αυτό την γοήτευε αρκετά. Σχεδόν όσο οι πλατάρες του και τα μπράτσα του που μπορούσαν να την πετάξουν στο πάτωμα και να τη χτυπήσουν σαν φρεσκοψαρεμένο χταπόδι στις Κυκλάδες.
Ξαφνικά χειροκροτήματα διέκοψαν τις σκέψεις της. Ο συγγραφέας είχε καταφτάσει με μόλις έξι ώρες καθυστέρηση και η παρουσίαση βιβλίου ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Ένα ημίγυμνο μοντέλο κρατούσε ένα αντίτυπο του βιβλίου και το παρουσίαζε στον κόσμο, αλλά η Κοραλλία και ο άγνωστος άντρας είχαν μάτια μόνο ο ένας για την άλλη. Ήταν η πρώτη τους γνωριμία. Και αυτή που έμελλε να αλλάξει για πάντα τη ζωή της.

Τρία χρόνια είχαν περάσει από τότε. Η Κοραλλία ήταν διαφορετικός άνθρωπος τώρα. Και πάσχιζε να αφήσει πίσω της το παρελθόν, που ερχόταν και της χτυπούσε συνέχεια την πόρτα, σαν επίμονος Ιεχωβάς. Η συζήτησή της με την Κένυα Φύσσα-Ρούφα, την πασίγνωστη συγγραφέα, είχε ξυπνήσει πάλι σκοτεινές μνήμες μέσα της. Έπρεπε να επισκεφτεί τον ψυχαναλυτή της για να ζητήσει βοήθεια.
Το γραφείο του ψυχαναλυτή ήταν γεμάτο από κόσμο. Πόσοι πονεμένοι άνθρωποι υπήρχαν στην πόλη αυτή; Πόσες ψυχές ραγισμένες αναζητούσαν κάποιον να τις θεραπεύσει; Και η Κοραλλία ήταν μία από αυτές. Ένα ευαίσθητο, λεπτεπίλεπτο μπουμπούκι που είχε πιαστεί στο πέρασμα ενός τυφώνα κι είχε χάσει όλα τα πέταλά του. Μια πονεμένη, τραυματισμένη καλιακούδα με τσακισμένο φτερό. Ένας μπαγιάτικος λουκουμάς που κάποιος είχε γλείψει όλη τη ζάχαρή του και τον είχε παρατήσει στο λιοπύρι.
Έκατσε σε μια καρέκλα στην αίθουσα αναμονής, δίπλα σε έναν νάνο με σύγχυση προσωπικότητας που είχε ντυθεί Ραπούνζελ και πήρε ένα περιόδικο από τη στίβα να διαβάσει. Το πρόσωπό της σκυθρώπιασε αμέσως. Σύννεφα στον γάμο του Μπραντ Πιτ και της Αντζελίνα Τζολί; Μα κανείς δεν ήταν πια ασφαλής από το κακό και τη συμφορά στον κόσμο αυτό;

– Κοραλλία; ακούστηκε μια γνώριμη φωνή απέναντί της.
Γύρισε και κοίταξε. Ένας αξύριστος άντρας την κοιτούσε από το άνοιγμα ενός αντίσκηνου.
– Επιτέλους! Πέντε μέρες περιμένω εδώ ελπίζοντας να σε ξαναπετύχω!
– Στάθη; ρώτησε εκείνη κι ένιωσε την καρδιά της να πεταρίζει σαν σπουργίτι μέσα σε πλυντήριο πιάτων.
– Γιατί έφυγες εκείνη τη μέρα, Κοραλλία; Γιατί με άφησες μόνο μου στη γέφυρα της Χαλκίδας; Γιατί πήρες το αυτοκίνητό μου κι αναγκάστηκα να γυρίσω με το ΚΤΕΛ;
Η Κοραλλία κοκκίνησε από ντροπή. Τι μπορούσε να του απαντήσει; Πώς μπορούσε να δικαιολογηθεί; Πώς να του εξηγήσει πως κινδύνευε κοντά της, πως ό,τι άγγιζε καταστρεφόταν σαν κάστρο από άμμο κάτω από τα πόδια λουόμενου με πλατυποδία;
– Συγχώρεσέ με, Στάθη… ψέλλισε και χαμήλωσε το βλέμμα της. Σου αξίζει καλύτερη αντιμετώπιση. Σου αξίζει κάτι καλύτερο από μένα.
Ο νάνος-Ραπούνζελ κοίταξε τον Στάθη με νόημα, χαϊδεύοντας την ξανθιά καούκα του.
– Ξέρεις ότι μπορείς να μου πεις τα πάντα, Κοραλλία. Μπορείς να με εμπιστευθείς! Είμαι εχέμυθος. Οι Γερμανοί με βασάνισαν στην Κατοχή, αλλά ποτέ δεν τους αποκάλυψα πού ήταν κρυμμένοι οι Σύμμαχοι.
– Υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να μείνουν κρυφά για πάντα, Στάθη. Σαν τη μυστική συνταγή για καβουροπάτη…
Ο Στάθης Καρράς γονάτισε μπροστά της και έπιασε το χέρι της.
– Τα μυστικά είναι για να μοιράζονται και να λέγονται, Κοραλλία! της είπε τρυφερά και φίλησε το χέρι της. Ό,τι και να μου πεις δεν πρόκειται να με τρομάξεις και να με διώξεις. Εκτός αν μου πεις ότι ήσουν άντρας παλιότερα. Ή ότι σου αρέσει η ελληνική ποπ. Ή ότι έχεις ψηφίσει ΚΚΕ. Ή ότι έχεις συλλογή από ανθρώπινα κεφάλια. Ή ότι είσαι Αιγόκερως.
– Δεν είμαι τίποτε από όλα αυτά, Στάθη. Αλλά το μυστικό μου είναι πολύ χειρότερο…
– Είμαι έτοιμος να το ακούσω! είπε ο Στάθης.
– Όλοι είμαστε! είπε ο νάνος-Ραπούνζελ, που την κοιτούσε με αδημονία στα μάτια, μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο στο ιατρείο. Η γραμματέας έβγαλε ποπ κορν και ένα μαγνητόφωνο από το πρώτο συρτάρι.
– Πάμε κάπου πιο διακριτικά και ήσυχα! είπε η Κοραλλία.

Μισή ώρα αργότερα κάθονταν στις κερκίδες του ΟΑΚΑ, στον αγώνα Παναθηναϊκός-ΑΕΚ. Ο Στάθης κρατούσε το χέρι της Κοραλλίας σφιχτά στο δικό του. Εκείνη ένιωθε ασφαλής, σίγουρη και στεγνή.
– Όλα ξεκίνησαν τρία χρόνια πριν, στην παρουσίαση ενός βιβλίου.
– Ποιο βιβλίο ήταν;
– Το «101 συνταγές με κουρκουμά».
– Δεν το έχω διαβάσει. Τι θέμα έχει;
– 101 συνταγές με κουρμουμά.
Ο Στάθης γύρισε και κοίταξε το κενό σαν χαμένος. Πόσα πράγματα αγνοούσε…
– Εκεί γνώρισα εκείνον. συνέχισε την αφήγησή της η Κοραλλία.
– Ποιος ήταν εκείνος;
– Θα σου πω αμέσως.
– Είχε διαβάσει κι εκείνος το βιβλίο;
– Ναι.
– Του άρεσε;
– ΘΑ ΒΓΑΛΕΙΣ ΤΟ ΓΑΜΩΣΚΑΣΜΟ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΩ; ούρλιαξε η Κοραλλία και ο Στάθης τραβήχτηκε τρομαγμένος.
– Έχεις δίκιο, με συγχωρείς. Πρέπει να τα πεις όλα με τον δικό σου ρυθμό.
– Τον έλεγαν Μενέλαο και ήταν μυστηριώδης και γοητευτικός. Τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε στην αρχή. Γνωριστήκαμε εκεί και αμέσως νιώσαμε μια σύνδεση, μια επαφή. Μας άρεσαν τα ίδια πράγματα. Η μουσική, η γυμναστική, ο πολωνικός, εξπρεσιονιστικός κινηματογράφος, οι βόλτες στο φεγγαρόφωτο, το κυνήγι αντιλόπης. Αγαπηθήκαμε παράφορα. Και το σεξ… Το σεξ ήταν τόσο υπέροχο, τόσο άγριο, τόσο αρχέγονο.
– Ίσως όχι με τόσες λεπτομέρειες… ψιθύρισε ο Στάθης.
– Στην αρχή ήταν όλα τόσο υπέροχα, τόσο παραμυθένια…
Η Κοραλλία έκανε μια μικρή παύση.
– Και τι έγινε μετά; ρώτησε ο Στάθης.
– Μετά… Μετά όλα άλλαξαν. Μετά εκείνος άλλαξε. Έγινε αγνώριστος. Στην αρχή ήταν ένας δυναμικός άντρας με ενδιαφέροντα και προσωπικότητα. Και μετά έγινε το ακριβώς αντίθετο.
– Έγινε η Ευγενία Μανωλίδου; ρώτησε ο Στάθης με αγωνία στα μάτια.
– Η συμπεριφορά του άλλαξε τελείως. Ήταν σαν να βρισκόμουν με διαφορετικό άντρα. Ο Μενέλαος που είχα ερωτευτεί δεν υπήρχε πια. Τη θέση του είχε πάρει ένα ζηλόφθονο, πιεστικό, μικροπρεπές πλάσμα. Αρχίσαμε να τσακωνόμαστε. Η παθολογική του ζήλεια με έκανε να ασφυκτιώ. Έγινε τόσο ανασφαλής που με ήθελε φυλακισμένη στο πλάι του. Δεν ήθελε πια να μιλώ με άλλους άντρες. Με ανάγκασε να σβήσω και τα έξι προφίλ που είχα στο Tinder και μου απαγόρευσε να πηγαίνω στο αγαπημένο μου κωλόμπαρο.
– Φοβόταν μήπως σε χάσει;
– Δεν ξέρω τι φοβόταν. Ξέρω μόνο ότι η ζωή μου είχε γίνει ανυπόφορη. Ζούσα μέσα σε μια κόλαση. Είχε την απαίτηση να μείνω για πάντα φυλακισμένη στο τριώροφο σπίτι του με τα 450 τετραγωνικά και τον κήπο έξι στρεμμάτων. Απαίτησε να μετακομίσω μαζί του, ώστε να με έχει υπό τον πλήρη έλεγχό του. Δεν με άφηνε να βγω, δεν με άφηνε να μιλήσω στο τηλέφωνο. Και μια μέρα… Μια μέρα συνέβη το κακό. Και κατάλαβα ότι πλέον κινδύνευε η ζωή μου και έπρεπε να φύγω για πάντα μακριά του.

Η Κοραλλία σταμάτησε. Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό της.
– Σε χτύπησε; Σου έκανε κακό;
– Όχι… Ήταν πολύ χειρότερο… είπε η Κοραλλία και ξέσπασε σε αναφιλητά, καλύπτοντας το πρόσωπό της με τα χέρια της.
– Τι σου έκανε το τέρας; Μπορείς να μου πεις τα πάντα, είμαι εδώ για σένα.
Σκούπισε τα μάτια της και κοίταξε τον Στάθη. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έκλεισε τα μάτια της, σαν να προσπαθούσε να πάρει δύναμη και άνοιξε το στόμα της.
– Άλλαξε τον κωδικό στο wi-fi για να μη μπορώ να μπω στο ίντερνετ…
Ο Στάθης πετάχτηκε όρθιος. Δεν πίστευε στ΄ αυτιά του. Ποιο κτήνος μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο; Ποιο βάρβαρο πλάσμα μπορούσε να κρατήσει κάποιον μακριά από το Facebook και το YouTube και το site της Lifo; Ποιο υποχθόνιο τέρας μπορούσε να καταδικάσει κάποιον σε μια ζωή χωρίς διαδίκτυο, mails και online gaming;
– Εκείνη τη μέρα κατάλαβα πόσο αδίστακτος ήταν. Πως το αρχικό πρόσωπο που μου είχε δείξει ήταν απλώς μια καλοβαμμένη μάσκα. Πως ήθελε να με τραβήξει κοντά του για να με έχει υποχείριό του. Και αποφάσισα να το σκάσω. Να φύγω μακριά του.
– Και πώς τα κατάφερες;
– Δεν ήταν εύκολο. Δεν με άφηνε ποτέ από τα μάτια του. Ακόμα και όταν πήγαινε στην τουαλέτα κρατούσε την πόρτα ανοιχτή για να με βλέπει. Έπρεπε να βρω την κατάλληλη ευκαιρία. Και εκείνη δόθηκε ένα βράδυ που βλέπαμε μαζί Νίκο Χατζηνικολάου. Τον είδα να γλαρώνει και ήξερα ότι σύντομα θα τον έπαιρνε ο ύπνος και θα ήταν η κατάλληλη στιγμή.

Η Κοραλλία σηκώθηκε και ατένισε το κενό με σκοτεινιασμένο βλέμμα.
– Δεν είχα άδικο. Πάνω στην τρίτη φράση του Χατζηνικολάου είχε ήδη πέσει σε βαθύ λήθαργο. Είχα μόνο ένα μικρό παράθυρο χρόνου για να οργανώσω την απόδρασή μου, μέχρι να κοπεί το πρόγραμμα για διαφημίσεις και να ξυπνήσει ο Μενέλαος. Κατ΄αρχάς, κατασκεύασα στα γρήγορα ένα ομοίωμά μου από λάτεξ, πηλό και πλαστικό, το έντυσα με τα ρούχα μου και το άφησα δίπλα του. Στη συνέχεια έτρεξα στο δωμάτιό μου και γέμισα και τις δώδεκα βαλίτσες μου στα γρήγορα. Χρησιμοποίησα μια βαφή μαλλιών για ν’ αλλάξω χρώμα στα μαλλιά μου και ετοίμασα μια γρήγορη χορτόπιτα για τον δρόμο. Όταν ετοιμάστηκα, κάλεσα ένα ραδιοταξί, πήρα τα κλειδιά του από την τσέπη του, ξεκλείδωσα την πόρτα και εξαφανίστηκα μέσα στη νύχτα…
– Και τώρα είσαι πια ελεύθερη! είπε ο Στάθης και την αγκάλιασε.
– Όχι, Στάθη. Τώρα είμαι πιο φυλακισμένη από ποτέ. Σίγουρα, έχω ελεύθερη πρόσβαση στο ίντερνετ, όμως ο Μενέλαος δεν με συγχώρεσε ποτέ για την προδοσία μου. Με αναζητά συνεχώς. Και κάθε φορά καταφέρνει να με εντοπίσει και με αναγκάζει να μετακινηθώ ξανά και να κρυφτώ. Στην αρχή πήγα στο κτίριο απέναντι από το δικό του και με βρήκε. Στη συνέχεια μετακόμισα τρία στενά πιο κάτω και με ξαναβρήκε. Μετά πήγα στο Αγρίνιο, αλλά με εντόπισε και πάλι. Πήγα στη Σύρο, την Κρήτη, τη Δραπετσώνα, την Άρτα, τη Νάρνια, την Τρίπολη, το Καστελόριζο, την Πέρα Τσόλα, το Γκόθαμ Σίτι και πάντα καταφέρνει να με βρει. Εξαιτίας του μετακινούμαι συνεχώς αυτά τα τρία χρόνια. Εξαιτίας του…
Σταμάτησε και πάλι να μιλάει και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
– Εξαιτίας του, τι; ρώτησε ο Στάθης και έκατσε κάτω, γιατί μυριζόταν νέο φλας μπακ να έρχεται.
– Εξαιτίας του πέθανε ο πατέρας μου… είπε εκείνη και το φλας μπακ ξεκίνησε.

Στο επόμενο κεφάλαιο: Το φλας μπακ.

Κεφάλαιο 04 | Ομίχλη πάνω από το Άβαλον

Ήταν μια κρύα, βροχερή Τρίτη του Αυγούστου. Η Κοραλλία ατένιζε τις στάλες της βροχής που έσμιγαν παιχνιδιάρικα με τη μάκα πάνω στο παράθυρο, δημιουργώντας μικρές, καφετιές κηλίδες. Είχαν περάσει ήδη έξι μήνες από τότε που ξέφυγε από τον Μενέλαο. Δεν είχε καταφέρει να τη βρει ακόμη, αλλά ήταν θέμα χρόνου. Αυτή τη φορά είχε νοικιάσει ένα μικρό, φτωχικό διαμέρισμα 280 τετραγωνικών στη Γλυφάδα και κυκλοφορούσε με το όνομα Σάσα Μπάστα. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να περάσει απαρατήρητη.

Η μοναξιά της, όμως, ήταν δυσβάσταχτη. Σκεφτόταν τις πρώτες μέρες του έρωτά της με τον Μενέλαο, τότε που ακόμη δεν είχε δείξει το αληθινό, βλοσυρό του πρόσωπο. Τότε που ήταν ακόμη ερωτευμένοι και τάιζαν ο ένας τον άλλο φράουλες με σαντιγί και αστακό με βούτυρο και στρείδια και σοκολατίνες και χαπάκια Maalox. Τότε που είχε ακόμη ελπίδα για το αύριο, όνειρα για το μέλλον και στητά στήθια.

Πήρε στα χέρια της το κινητό της και πληκτρολόγησε έναν αριθμό. Ο αντίχειράς της ακούμπησε το πράσινο κουμπάκι της κλήσης, αλλά δεν το πάτησε ποτέ. Και αν τον έβαζε σε κίνδυνο; Από την άλλη, όμως, είχε τόσους μήνες να ακούσει νέα της. Ο πατέρας της θ’ ανησυχούσε σίγουρα. Πάτησε το κουμπί κι έφερε το ακουστικό στο καλό της αυτί –στο άλλο είχε ωτίτιδα. Μια γνώριμη φωνή ακούστηκε από την άλλη πλευρά της γραμμής. Η καρδιά της σκίρτησε σαν χειροβομβίδα που κατρακυλάει στις σκάλες βρεφονηπιακού σταθμού.

– Παρακαλώ;
Δίστασε να του μιλήσει.
– Ποιος είναι; ακούστηκε πάλι η φωνή του πατέρα της.
‘Επνιξε έναν λυγμό.
– Βαγγέλη, εσύ είσαι; συνέχισε εκείνος χαμηλόφωνα. Σου είπα να μη με παίρνεις στο κινητό, ότι συνέβη συνέβη μια φορά μόνο κι αυτό γιατί ήμασταν σε τροχιά γύρω από τη γη έξι μήνες χωρίς γυναίκ
– Μπαμπά, εγώ είμαι! τον διέκοψε η Κοραλλία με αδημονία.
– Κουάρκ μου;;; Εσύ;;; ακούστηκε η σπασμένη φωνή του Τζων Καρτέρης. Πού είσαι; Γιατί δεν με κάλεσες;
– Κρύβομαι. Δεν μπορώ να σου πω πού είμαι, είναι επικίνδυνο. Φοβάμαι ότι ο Μενέλαος θα κάνει τα πάντα για να με βρει και όσο περισσότερα γνωρίζεις, τόσο πιο πολύ κινδυνεύεις.
– Μα γνωρίζω ήδη αρκετά, Κουάρκ μου. Ξέρω μαθηματικά και αστροφυσική και αστρονομία και τώρα τελευταία άρχισα να μαθαίνω και Γερμανικά.
– Φοβάμαι ότι θα με βρει και θα μου κάνει κακό. Μπορεί να με σκοτώσει. Ακόμα χειρότερα, ίσως με δολοφονήσει κιόλας.
– Μπορεί να σε χτυπήσει και νταλίκα στο δρόμο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα βγεις ποτέ έξω. Πρέπει ν’ αντιμετωπίσεις τους φόβους σου. Έλα στο σπίτι μας ξανά. Φοβάμαι μόνος μου. Το βράδυ ακούγονται κάτι ξυσίματα στο ταβάνι.
– Μπαμπά, δεν μπορώ. Αν με βρει ο Μενέλαος μαζί σου, τότε θα κάνει κακό και σε σένα.
– Δεν τον φοβάμαι. Μπορώ να προστατεύσω τον εαυτό μου, είμαι ένας σκληροτράχηλος αστροναύτης. Έχω εκπαιδευτεί στις πιο αντίξοες συνθήκες. Έχω ταξιδέψει μέχρι τα πέρατα του σύμπαντος. Σκότωσα γαλαζομούρηδες στην Pandora, δεν θα με τρομάξει ο Μενέλαος.
Η Κοραλλία σίγησε για λίγο.
– Δεν είμαι έτοιμη ακόμη, μπαμπά. Θέλω ν’ ανακαλύψω πρώτα τον εαυτό μου. Να δω τι θα κάνω στη ζωή μου. Να αναζητήσω τον δρόμο μου. Να πειραματιστώ με ναρκωτικά και λεσβιακό έρωτα. Και μετά, όταν σιγουρευτώ ότι είμαι ασφαλής, θα επιστρέψω σπίτι.
– Κάνε ότι πρέπει, κουάρκ μου. Εγώ θα σε περιμένω πάντα. Και δεν θα αφήσω κανέναν να σου κάνει κακό. Εκτός αν λείπω τη στιγμή εκείνη, οπότε δεν θα φταίω εγώ.

– Αυτή ήταν η τελευταία φορά που άκουσα τον πατέρα μου… είπε η Κοραλλία και κάθισε κάτω.
– Τι; Τέλειωσε το φλας μπακ; ρώτησε ο Στάθης Καρράς ξαφνιασμένος. Είπες ότι ο πατέρας σου σκοτώθηκε εξαιτίας του πρώην σου. Τι συνέβη;
– Λίγες μέρες αργότερα ο πατέρας μου έφυγε για ένα νέο διαπλανητικό ταξίδι, με το Icarus I. Αποστολή τους ήταν να ταξιδέψουν μέχρι τον Ήλιο και να ενεργοποιήσουν μια αστρική βόμβα που θα τον αναζωπύρωνε και θα έσωζε την Γη από έναν αιώνιο χειμώνα.
– Περίεργο, δεν άκουσα κάτι στις ειδήσεις.
– Ήταν την ίδια περίοδο που παντρεύτηκε η Κέιτ Μίντλετον τον Πρίγκιπα Γουίλιαμ και η είδηση θάφτηκε τελείως. Ο κόσμος δεν ενδιαφερόταν να μάθει δυσάρεστα νέα.
– Ήταν ωραίος γάμος… μονολόγησε ο Στάθης, αφήνοντας έναν αναστεναγμό να φύγει από τα στήθια του.
– Δυστυχώς, το διαστημόπλοιο του πατέρα μου χάθηκε οριστικά στο διάστημα. Θεωρούνται πλέον όλοι νεκροί.
– Λυπάμαι. Δεν το ήξερα… Αλλά, πώς ευθύνεται ο Μενέλαος γι’ αυτό το γεγονός;
Η Κοραλλία σηκώθηκε και το βλέμμα της σκοτείνιασε σαν το σκοτάδι.
– Δεν σου είπα τι δουλειά κάνει ο Μενέλαος, ακόμη. Είναι ιδιοκτήτης μιας αντιπροσωπείας ανταλλακτικών για διαστημόπλοια. Η τύχη τα έφερε έτσι και οι δύο άντρες που στιγμάτισαν τη ζωή μου περισσότερο είχαν επαγγέλματα σχετικά με το διάστημα. Η NASA προμηθεύτηκε από την εταιρεία του Μενέλαου τον κβαντικό επιταχυντή που έδινε ενέργεια στην καφετιέρα του Icarus I. Και μάντεψε ποιο ήταν το πρώτο εξάρτημα που παρουσίασε βλάβη στο διαστημόπλοιο…
– Το σύστημα πλοήγησης; ρώτησε ο Στάθης με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
– Ε; Όχι…
– Οι δεξαμενές καυσίμων;
– Όχι..
– Το πηδάλιο;
– Ο ΚΒΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΤΑΧΥΝΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΦΕΤΙΕΡΑΣ, ΗΛΙΘΙΕ! ούρλιαξε η Κοραλλία.
Ο Στάθης λούφαξε.
– Το τελευταίο μήνυμα που εστάλη από το Icarus I έλεγε ότι η καφετιέρα είχε πάψει να λειτουργεί και το πλήρωμα είχε μείνει χωρίς καφέ για δώδεκα μέρες. Ήταν μια κατάσταση χάους και πανικού. Και το σκάφος είχε ακόμη μήνες ταξιδιού μπροστά του…

Ο Στάθης έπιασε την Κοραλλία από τους ώμους.
– Ίσως ήταν μια δυσάρεστη σύμπτωση…
– Όχι! Ο Μενέλαος γνώριζε ότι ο πατέρας μου θα βρισκόταν σε αυτή την αποστολή. Και θα έκανε τα πάντα για να με βλάψει! Αν και δεν είναι δυνατόν πλέον ν’ αποδειχθεί, είμαι σίγουρη ότι σαμποτάρισε τον κβαντικό επιταχυντή επίτηδες. Αυτός σκότωσε τον πατέρα μου και τα υπόλοιπα 63 μέλη του πληρώματος για τα οποία χέστηκα.
– Όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν, Κοραλλία! Τώρα έχεις εμένα!
– Δεν καταλαβαίνεις, Στάθη; φώναξε εκείνη καταρρακωμένη. Δεν καταλαβαίνεις πώς όποιος βρίσκεται κοντά μου πεθαίνει; Ό,τι αγγίζω γίνεται σκόνη!
– Δεν είναι αλήθεια αυτό, Κοραλλία. Είσαι απλώς λίγο γκαντέμω, αλλά όλοι έχουμε τις στραβές μέρες μας. Δεν φταις εσύ για τον θάνατο του πατέρα σου. Φταίει ο παρανοϊκός ψυχασθενής με τον οποίο τα έφτιαξες!
– Δεν θέλω να πάθεις κακό εξαιτίας μου, Στάθη! Γι’ αυτό έφυγα τη μέρα εκείνη.
– Μην ανησυχείς για μένα. Μπορώ να προστατεύσω τον εαυτό μου κι εσένα μαζί!
Φιλήθηκαν παθιασμένα και η Κοραλλία ένιωσε ξανά την παγωμένη της καρδιά να ζεσταίνεται σαν κάστανο στη φουφού.

Οι μέρες κύλησαν γεμάτες αισιοδοξία από τότε. Η Κοραλλία και ο Στάθης είχαν έρθει πια κοντά και ήταν η πρώτη φορά που η Κοραλλία ένιωθε ότι οι σκοτεινές μέρες είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Το μέλλον ανοιγόταν μπροστά της ξανά γεμάτο αισιοδοξία και όνειρα. Είχε πιάσει και δουλειά στο τοπικό νοσοκομείο, μάλιστα, ως αναισθησιολόγος. Δεν το είχε σπουδάσει, αλλά μάθαινε πολύ γρήγορα -ειδικά από τα λάθη της. Είχε ξεχάσει πια τους φόβους της, αν και στο πίσω μέρος του μυαλού της θυμόταν ακόμη ότι ο Μενέλαος ήταν κάπου εκεί έξω κι έπρεπε να είναι προσεκτική με τα ανοίγματα που έκανε.
Ο Στάθης εργαζόταν σε μια μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία και το ωράριό του ήταν απαιτητικό, αλλά πάντα έβρισκε χρόνο για να περνά μαζί της. Η Κοραλλία ένιωθε και πάλι ερωτευμένη. Αλλά αυτή τη φορά είχε τις επιφυλάξεις της και δεν δινόταν ολοκληρωτικά. Μετά από ό,τι συνέβη με τον Μενέλαο, αλλά κι εκείνον τον Νιγηριανό πρίγκιπα που της έφαγε κάτι λεφτά από το ίντερνετ, δεν ήξερε αν θα μπορούσε να εμπιστευτεί ξανά άλλον άντρα.

Παράλληλα, η Κοραλλία είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τη γειτόνισσά της, την Κένυα Φύσσα-Ρούφα, την πασίγνωστη συγγραφέα.
– Σου έφερα ένα δώρο! της είπε μια Κυριακή που της χτύπησε το κουδούνι.
– Ευχαριστώ πολύ, Κένυα! Τι είναι; ρώτησε όλο περιέργεια η Κοραλλία.
– Είναι ένα αντίτυπο του νέου μου βιβλίου! Απάντησε η Κένυα και της έδωσε ένα πακετάκι τυλιγμένο με μια ανακυκλωμένη κόλλα περιτυλίγματος με μικρές, δολοφονημένες φώκιες ζωγραφισμένες.
– Το «Μποστάνι της Αμαρτίας»; Σε ευχαριστώ πολύ, δεν το έχω διαβάσει ακόμα!
– Όχι, χρυσό μου, εκείνο κυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα. Αυτό είναι το νέο βιβλίο. «Η Πέργκολα της Αγανάκτισης». Είναι μια συναρπαστική περιπέτεια αγάπης και πάθους με ηρωίδα μια γυναίκα εγκλωβισμένη σε έναν γάμο που οδηγεί σε αδιέξοδο, η οποία γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός νεότερου άντρα. Στο έχω υπογράψει κιόλας!
Η Κοραλλία άνοιξε το βιβλίο γεμάτη προσμονή και διάβασε την αφιέρωση, γραμμένη με κόκκινο στυλό: «Στην καλή μου φιληνάδα, την Κοραλήα. Σε εφχαριστώ για την έμπνεφση που μου δήνεις κι ελπίζω να μείνουμαι αγαπημένες φιληνάδες για πολά χρόνια ακόμα. Με εκτήμιση και πολύ πολύ αγάπη, η φιληνάδα σου, Κένυα Φύσσα-Ρούφα, η πασήγνοστη συνγραφέας.»
– Σε ευχαριστώ, πολύ, Κένυα! Κι εγώ ελπίζω να μείνουμε φίλες για πολύ καιρό ακόμα! Θέλεις να κάτσεις για έναν καφέ;
– Ευχαρίστως! Έχω να γράψω ένα ακόμα βιβλίο μέχρι την επόμενη Πέμπτη, αλλά ένα διάλειμμα θα μου κάνει καλό, πιστεύω. Ξέρεις, σκέφτομαι να ανανεώσω κάπως τη συγγραφική μου παλέτα και να αλλάξω θεματολογία.
– Αλήθεια; Τι σκέφτεσαι να γράψεις;
– Δεν θέλω να το πάρεις στραβά, αλλά τι θα έλεγες για την ιστορία σου;

Η Κοραλλία πάγωσε. Το βιβλίο έπεσε από το χέρι της και προσγειώθηκε με τεράστιο πάταγο πάνω σε μια αφράτη, παχιά φλοκάτη. Η Κένυα Φύσσα-Ρούφα σηκώθηκε και στάθηκε πίσω της.
– Η ιστορία της ζωής σου είναι συνταρακτική, Κοραλλία. Και θα εμπνεύσει πολλές γυναίκες που βρίσκονται στην ίδια θέση με τη δική σου, να ορθώσουν το ανάστημά τους και να ξεφύγουν από τους δυνάστες τους. Επίσης, θα πουλήσει πολύ και θα μοιραστώ μαζί σου τα έσοδα. Τι θα έλεγες για το 0,5% των εσόδων;
Η Κοραλλία ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι της. Γύρισε και κοίταξε την Κένυα με σπινθηροβόλο βλέμμα.
– Η ιστορία μου είναι προσωπική και δεν έπρεπε να τη μοιραστώ ποτέ μαζί σου. Ο μόνος λόγος που στη διηγήθηκα ήταν επειδή σε εμπιστεύθηκα και είχα πιει ένα μπουκάλι βότκα.
– Σκέψου, όμως, το καλό που μπορείς να κάνεις. Θα αλλάξω τα ονόματα, φυσικά! Κανείς δεν θα καταλάβει ότι είσαι εσύ. Η ηρωίδα θα ονομάζεται Κρυσταλλία και ο Μενέλαος θα ονομάζεται Μένιος. Κι εγώ θα είμαι η Τζακάρτα Τράβα-Βούτα.
– Θα εμφανίζεσαι κι εσύ στο βιβλίο; φώναξε η Κοραλλία.
– Θα κάνω ένα μικρό πέρασμα. Θα είμαι η πιστή σου φιλενάδα που σε σώζει από βέβαιο θάνατο εφτά φορές και σκοτώνει τον πρώην σου. Θα εμφανίζομαι μόλις σε δεκαοχτώ κεφάλαια από τα εικοσιτρία, μην ανησυχείς! Λοιπόν, τι λες;
– Λέω ότι ήρθε η ώρα να φύγεις! είπε ψυχρά η Κοραλλία και έδειξε στην Κένυα Φύσσα-Ρούφα την πόρτα.
Εκείνη άνοιξε την πόρτα σιωπηλή. Κοντοστάθηκε για λίγο και στη συνέχεια γύρισε προς την Κοραλλία.
– Ξέρεις, χρυσό μου, σε ρώτησα απλώς από ευγένεια. Αν ήθελα, θα μπορούσα να γράψω την ιστορία πρώτα και δεν θα μπορούσες να κάνεις τίποτε γι’ αυτό. Για την ακρίβεια, αυτό ακριβώς σκοπεύω να κάνω. Δεν μπορείς να σταθείς εμπόδιο στην Τέχνη!

Η Κοραλλία ένιωθε προδομένη κι εξοργισμένη. Πώς μπόρεσε να φανεί τόσο ανόητη; Πώς μπόρεσε να δείξει πάλι εμπιστοσύνη στο λάθος άτομο;
– Μην ανησυχείς! Την καθησύχασε ο Στάθης το ίδιο βράδυ. Θα μιλήσω εγώ στη γειτόνισσά σου και θα την πείσω ότι θα είναι μεγάλο λάθος αυτή η κίνηση και ότι θα σε θέσει σε κίνδυνο. Νομίζω ότι θα κατανοήσει την κατάσταση. Αν όχι, μπορώ πάντα να τη σαπίσω στο ξύλο τη σκρόφα…
Η Κοραλλία βυθίστηκε στην αγκαλιά του νιώθοντας ασφάλεια κι ευγνωμοσύνη. Πάντα την έκανε να ξεχάσει τις σκοτούρες της όταν μιλούσε τόσο γλυκά και τρυφερά. Σύντομα, όμως, αυτό το αίσθημα ασφάλειας θα χανόταν οριστικά. Σύντομα, ολόκληρος ο κόσμος της θα κατέρρεε. Σύντομα, το κακό θα χτυπούσε και πάλι την πόρτα της. Και μετά το κουδούνι. Η Κοραλλία ένιωθε μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά της. Σαν να επρόκειτο όλα να αλλάξουν απότομα. Και η πρώτη αλλαγή είχε έρθει κιόλας: το επόμενο κεφάλαιο δεν θα ξεκινούσε με φλας μπακ…

Στο επόμενο κεφάλαιο: Το επόμενο κεφάλαιο.

Κεφάλαιο 05 | Η Τζίνη και το τζίνι

Πέρασαν αρκετές εβδομάδες από τότε που η Κοραλλία και ο Στάθης Καρράς αποφάσισαν να συζήσουν. Ήταν ένα τεράστιο βήμα για την Κοραλλία, καθώς η τελευταία φορά που έζησε με άλλον άντρα ήταν με τον Μενέλαο –εκείνη τη βδομάδα που πέρασε στο υποβρύχιο με τους Ρώσους ναύτες δεν την υπολόγιζε, διότι ήταν απλώς για αναψυχή. Οι μνήμες από την σκληρή συμπεριφορά του Μενέλαου ήταν ακόμη νωπές μέσα της, σαν κρέας στο τσιγκέλι χασάπη στη Βαρβάκειο.
Ο Στάθης της είχε προτείνει να μείνει μαζί του, στο διαμέρισμά του στην Αθήνα, ένα συμπαθητικό ρετιρέ που είχε αγοράσει από την Κατερίνα Σοφιανού. Η Κοραλλία δέχτηκε με κάποια επιφύλαξη. Δεν είχε λόγο να μην εμπιστεύεται τον Στάθη. Φαινόταν ειλικρινής, σοβαρός και είχαν το ίδιο ακριβώς γούστο στα εσώρουχα και τα καλλυντικά. Πώς γινόταν να μην είναι ένας τέτοιος άντρας το ιδανικό ταίρι;

Οι μέρες τους περνούσαν ήσυχα, με βόλτες στο τοπικό νεκροταφείο, χορό και διασκέδαση στις πιο φίνες ντισκοτέκ και τσάι με λεμόνι στο μπαλκόνι, που έκανε την Κοραλλία να νιώθει την αγωνία της να φουντώνει. Αυτός ο άντρας έμοιαζε τόσο τέλειος. Και η Κοραλλία ήξερε καλά ότι δεν υπήρχε τίποτε τέλειο, εκτός από το μπέικον. Φοβόταν πως κάποια στιγμή θα αποκαλυπτόταν ότι αυτό που ζούσε ήταν απλώς ένα περίτεχνο ψέμα -μια φαντασίωση- και ότι θα ξυπνούσε καλωδιωμένη μέσα σε ένα διάφανο κουβούκλιο γεμάτο παχύρρευστο υγρό, με τις Μηχανές να έχουν καταλάβει τον κόσμο και να έχουν μετατρέψει την ανθρωπότητα σε μπαταρίες, αλλά φοβόταν να το μοιραστεί αυτό με κανέναν. Είχε ορκιστεί ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ στο Ίδρυμα…

Τα πρώτα σύννεφα φάνηκαν το φθινόπωρο, που ο καιρός άρχισε να αλλάζει. Η Κοραλλία περπατούσε μέχρι τη δουλειά της στο Νοσοκομείο του Άγιου Μάμμα Μία, όπου εργαζόταν ως αναισθησιολόγος. Της άρεσε να περπατά από τότε που ήταν μικρή και πήγαινε για μεγάλους περιπάτους με τον πατέρα της στα γραφικά και ειδυλλιακά σοκάκια της Ομόνοιας. Αγόραζαν σακουλάκια με φιστίκια, καθόντουσαν σε ένα παγκάκι και τάιζαν τους ηρωινομανείς. Αυτές οι όμορφες αναμνήσεις σημάδεψαν για πάντα την Κοραλλία, σαν πυρωμένο σίδερο στο καπούλι αγελάδας στη Νεμπράσκα.

Καθώς περπατούσε, όμως, βυθισμένη στις σκέψεις της, κάτι τράβηξε την προσοχή της στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Κοντοστάθηκε και κοίταξε τρομαγμένη με το στόμα ανοιχτό. Ένα μυγάκι χώθηκε στον οισοφάγο της και άρχισε να βήχει αηδιασμένη. Το έφτυσε και ξανακοντοστάθηκε και κοίταξε τρομαγμένη με το στόμα κλειστό. Στην κεντρική προθήκη του βιβλιοπωλείου, ανάμεσα στα βιβλία αυτοβοήθειας, τους τσελεμεντέδες και τις βιογραφίες των Power Rangers, δέσποζε ένα χοντρό βιβλίο, με τεράστιο κίτρινο τίτλο: «Το Ρετιρέ της Απόγνωσης», της Κένυας Φύσσα-Ρούφα. Η Κοραλλία ανατρίχιασε σαν κάποιος να έσυρε τα νύχια του ποδιού του σε μαυροπίνακα.

Ήξερε ότι αυτό το βιβλίο ήταν μια ξεδιάντροπη αφήγηση της προσωπικής της ιστορίας. Ότι όλες οι σκοτεινές πτυχές της πονεμένης της ζωής θα φωτίζονταν στις σελίδες του και οι πάντες θα μάθαιναν τα μυστικά που τόσο πολύ προσπάθησε να κρατήσει κρυμμένα και τα είχε αφηγηθεί μόνο στον Στάθη, την Κένυα και τα 24.000 μέλη της σελίδας «Μανούλες του Facebook» -τα οποία προσφέρθηκαν όλα να την ξεματιάσουν για να της πάνε όλα καλά. Η Κοραλλία εξοργίστηκε τόσο πολύ που νόμιζε ότι θα της ερχόταν σκοτοδίνη και ποδάγρα. Όρμησε μέσα στο βιβλιοπωλείο και άρπαξε ένα αντίτυπο του βιβλίου. Έπρεπε να το διαβάσει. Έπρεπε να μάθει τι έγραψε αυτή η σκρόφα για την ιστορία της, πόσες αποκαλύψεις έκανε, αν κινδύνευε η ιδιωτικότητά της.

Δεν πήγε στη δουλειά εκείνη την ημέρα. Δήλωσε ασθένεια, οι οχτώ εγχειρήσεις ανοιχτής καρδιάς και μεταμόσχευσης νεφρών μπορούσαν να περιμένουν. Γέμισε ένα ποτήρι με λευκό κρασί και έκατσε σε μια αναπαυτική πολυθρόνα να διαβάσει το βιβλίο. Έξι λεπτά αργότερα είχε τελειώσει και τις 1200 σελίδες. Τα χέρια της έτρεμαν και η ανάσα της ήταν βαριά και κοφτή. Η Κένυα μπορεί να είχε αλλάξει τα ονόματα, όλα τα υπόλοιπα όμως ήταν μια λεπτομερής περιγραφή της περιπέτειάς της με τον Μενέλαο και της φυγής της. Είχε συμπεριλάβει ακόμη και το ειδύλλιο της με τον Στάθη και το μόνο σημείο της ιστορίας που δεν είχε σχέση με την πραγματικότητα ήταν τα δεκαεφτά κεφάλαια όπου ο χαρακτήρας της Κένυας Φύσσα-Ρούφα σώζει τον πλανήτη από την εξωγήινη εισβολή, ανακαλύπτει τη Χαμένη Ατλαντίδα και εφευρίσκει το ταξίδι στο χρόνο για να σκοτώσει τον Χίτλερ και να αλλάξει την πορεία της Ιστορίας. Τα υπόλοιπα, όμως, ήταν μια κατάπτυστη εκμετάλλευση του δράματος που ζούσε η Κοραλλία.

Δεν μπορούσε να συγκρατήσει άλλο την οργή της. Πέταξε με μίσος το βιβλίο στον απέναντι τοίχο και σηκώθηκε. Θα έπαιρνε ένα ταξί, θα πήγαινε εκείνη τη στιγμή στο διαμέρισμα της Κένυας Φύσσα-Ρούφα και θα την ξεφτίλιζε με τη δεινή ρητορική της ικανότητα, την ακλόνητη επιχειρηματολογία της και έναν σιδερολοστό. Τη στιγμή που έκρυβε ένα πέταλο αλόγου στο δεξί της γάντι του μποξ, η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε ο Στάθης Καρράς. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και αμέσως ήξερε ότι κάτι είχε συμβεί.
– Τι συμβαίνει, Κοραλλία; Σε βλέπω αναστατωμένη.
– Το έκανε η σκρόφα! Έγραψε το βιβλίο.
Ο Στάθης κοίταξε τη μεγάλη τρύπα στον τοίχο και είδε το χοντρό βιβλίο πεσμένο στο πάτωμα.
– Μην ανησυχείς, αγάπη μου. Θα κινηθούμε δικαστικώς, θα την σύρουμε στα δικαστήρια και θα την συντρίψουμε με τη βοήθεια της αδέκαστης ελληνικής δικαιοσύνης που τόσα χρόνια τιμωρεί τους ενόχους και προστατεύει τους αδικημένους.
Κοιτάχτηκαν για λίγο σιωπηλοί και μετά ξέσπασαν σε δυνατά, ασυγκράτητα γέλια. Μόνο ο Στάθης μπορούσε να την κάνει να ξαναβρεί το γέλιο της, ακόμη και στην πιο δύσκολη στιγμή της. Την πλησίασε και την έπιασε από τους ώμους.
– Μην κάνεις κάτι που θα μετανιώσεις, Κοραλλία. Πρέπει πρώτα να ηρεμήσεις και θα σκεφτούμε μαζί πώς θα το αντιμετωπίσουμε αυτό. Δεν θα της περάσει έτσι. Η βία, όμως, δεν είναι λύση, εκτός αν κάποιος σου κλέψει τη θέση στο πάρκινγκ.
– Η Κένυα δεν μου έκλεψε το πάρκινγκ, όμως, Στάθη. Μου έκλεψε τη ζωή μου, τις αναμνήσεις μου, την ιστορία μου και τα ξεπούλησε σαν ζεστό ποπ κορν στο πανηγύρι της Παναγιάς Σουμελά… απάντησε εκείνη και κάθισε στον καναπέ.
– Το κακό που έκανε θα της επιστρέψει στο δεκαπλάσιο, Κοραλλία, θα το δεις!

Η Κένυα Φύσσα-Ρούφα ένιωθε ικανοποιημένη με τον εαυτό της. Το τελευταίο της βιβλίο είχε σαρώσει στις πωλήσεις και είχε γίνει best seller μέσα σε τρεις ώρες. Μέχρι το μεσημέρι της διανομής του είχε ήδη φτάσει την 8η επανέκδοση και ακούγονταν ήδη φήμες ότι ο Μανούσος Μανουσάκης σκόπευε να το μεταφέρει στη μικρή οθόνη –ίσως ακόμη και στον κινηματογράφο, με κάποια φρέσκα, ολοκαίνουργια και καθόλου καμμένα πρόσωπα στους κεντρικούς ρόλους, όπως τον Βλαδίμηρο Κυριακίδη και τη Σμαράγδα Καρύδη. Ναι, η Κένυα Φύσσα-Ρούφα ένιωθε πολύ ικανοποιημένη με τον εαυτό της! Αυτός ο επαναπροσδιορισμός της συγγραφικής της ταυτότητας άνοιγε νέους ορίζοντες μπροστά της. Όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για τη στροφή στην καριέρα της και πώς θα μπορούσε ακόμη και να είναι ο συγγραφέας της χρονιάς εκείνης στα Public. Ένιωσε τόσο δέος. Το επόμενο βήμα ήταν να γράψει ένα βιβλίο για τους νεκρούς γονείς της. Είχε ήδη προγραμματίσει να τους επισκεφτεί στο νοσοκομείο την επόμενη εβδομάδα, για να κανονίσει να τους βγάλουν από τη μηχανική υποστήριξη.

– Κένυα, ένας νέος κόσμος ανοίγεται μπροστά σου! μονολόγησε κοιτάζοντας αυτάρεσκα τον εαυτό της στον μεγάλο, βικτωριανό της καθρέφτη.
Σήκωσε από το τραπεζάκι του σαλονιού μια επιταγή και χαμογέλασε μακάρια. Μόνο με τα έσοδα αυτού του βιβλίου θα μπορούσε να ζήσει σαν βασίλισσα για τις επόμενες δυο μέρες. Γέμισε το ποτήρι της ξανά και περπάτησε στο σαλόνι με τους δερμάτινους καναπέδες, το πιάνο και τη γκιλοτίνα.
– Και δεν χρειάζεται να μοιραστώ τίποτε από όλα αυτά με την Κοραλλία. Αν ήταν έξυπνη, ας δεχόταν την προσφορά μου. είπε και γέλασε δυνατά.
Το κουδούνι της εξώπορτας διέκοψε τις σκέψεις της. Κοίταξε από το ματάκι και είδε έναν κομψό, καλοντυμένο άντρα να στέκεται κρατώντας μια τεράστια ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα, τουλίπες και φρέσκο μάραθο. Οι θαυμαστές της είχαν αρχίσει να την ενοχλούν πια και στο σπίτι της! Είχε αρχίσει να γίνεται κι αυτή μια σελέμπριτι. Ίσιωσε τα βυζιά της, έφτιαξε τα μαλλιά της και ξεκούμπωσε τα πρώτα δώδεκα κουμπιά του νεγκλιζέ της. Άνοιξε την πόρτα και κοίταξε εξεταστικά τον άγνωστο άντρα. Ήταν καστανόξανθος, γεροδεμένος, αρρενωπός και με ένα περιποιημένο μουσάκι που τόνιζε τα μπορντώ μάτια του. Έμοιαζε διανοούμενος και περπατημένος ταυτόχρονα.
– Μπορώ να σας βοηθήσω; ρώτησε ναζιάρικα.
– Είμαι τεράστιος θαυμαστής σας! απάντησε ο άγνωστος. Το τελευταίο σας βιβλίο με συγκλόνισε τόσο που έπρεπε να σας γνωρίσω από κοντά!
– Δεν συνηθίζω να βάζω άγνωστους άντρες στο σπίτι μου, αλλά για εσάς θα κάνω μια εξαίρεση, επειδή είστε μανάρι. Κάτι στο πρόσωπό σας μου εμπνέει εμπιστοσύνη, κύριε…
– Μενέλαος! είπε κοφτά εκείνος, κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
Η Κένυα ένιωσε σαν να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα στις ρώγες. Αυτό το όνομα… Αυτό το παρουσιαστικό. Ήξερε ποιος ήταν. Ήξερε τι ήταν. Ήξερε την προπαίδεια του 9, αν και δεν της είχε χρειαστεί ποτέ.
– Νιώθω κολακευμένη, κύριε Μενέλαε! είπε νευρικά. Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια και τα λουλούδια, όμως πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερα αν τα λέγαμε κάποια άλλη στιγμή! Μπορείτε να κλείσετε ένα ραντεβού με τη βοηθό μου. Είναι εργένισσα!
– Το τελευταίο σας βιβλίο ήταν πραγματικά μια αποκάλυψη! συνέχισε εκείνος αγνοώντας την, προχωρώντας αργά και απειλητικά προς το μέρος της. Αναρωτιέμαι αν είναι μια φανταστική ιστορία που βγάλατε από το μυαλό σας, ή κρύβει και κάποιες δόσεις πραγματικότητας…

Το βλέμμα του ήταν ψυχρό και τρομακτικό και η Κένυα Φύσσα-Ρούφα ήξερε πολύ καλά ότι είχε κάνει ένα τεράστιο λάθος. Όχι μόνο που τον έβαλε στο σπίτι της, αλλά και που έγραψε εκείνο το βιβλίο εξ΄αρχής. Πισωπάτησε τρομοκρατημένη μέχρι που η πλάτη της χτύπησε στον τοίχο.
– Σας διαβεβαιώ ότι η ιστορία είναι απολύτως φανταστική. του είπε με την ανάσα της γρήγορη σαν λαγού που τον κυνηγάει ανεμόπτερο.
– Κι όμως! Εμένα κάτι μου θυμίζει αυτή η ιστορία! είπε ξανά εκείνος ακουμπώντας με το χέρι του στον τοίχο, ακριβώς δίπλα στο κεφάλι της. Κάποια μου θυμίζει! πρόσθεσε.
Η Κένυα Φύσσα-Ρούφα πετάχτηκε γοργά προς την πόρτα, αλλά ο Μενέλαος την άρπαξε από το μπράτσο και την τράβηξε πίσω με δύναμη. Το πίσω μέρος του κεφαλιού της χτύπησε πάνω στον μεγάλο, βικτωριανό καθρέφτη, ο οποίος θρυμματίστηκε με κρότο. Δεκάδες κομμάτια γυαλί και αίμα γέμισαν την περσική μπουχάρα που είχε αγοράσει κοψοχρονιά από την γκαλερί Μοιραράκη. Η Κένυα σωριάστηκε στο πάτωμα φωνάζοντας με τρόμο και πόνο. Ένιωθε το αίμα της να κυλάει στην πλάτη της και ανατρίχιαζε. Ο Μενέλαος έσκυψε από πάνω της και ούρλιαξε.
– ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ! ΠΕΣ ΜΟΥ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΤΑΙ!
Η Κένυα ήξερε ότι η ζωή της εξαρτιόταν αποκλειστικά από την απάντηση που θα έδινε.
– Άει στο διάολο, ρε μικροπούλη λεχρίτη! είπε και τον έφτυσε στα μούτρα.
Το μετάνιωσε αμέσως, αλλά το μεγαλύτερό της ελάττωμα ήταν η παρορμητικότητά της. Καθώς ο Μενέλαος τη χτυπούσε μανιασμένα με γροθιές, εκείνη σκεφτόταν όλες τις εναλλακτικές απαντήσεις που θα μπορούσε να είχε δώσει για να γλιτώσει το ξύλο. Αλλά όχι, μια ζωή άνοιγε το στόμα της και πετούσε το πρώτο πράγμα που της ερχόταν. Οι σκέψεις της διακόπηκαν από το παπούτσι του Μενέλαου στα μούτρα της.
– Πες μου πού είναι η Κοραλλία! της ξαναφώναξε. Ξέρω ότι ξέρεις! Μόνο εκείνη θα μπορούσε να σου τα πει όλα αυτά με τόσες λεπτομέρειες.
Η Κένυα Φύσσα-Ρούφα σύρθηκε στη ματωμένη μπουχάρα και αναρωτήθηκε πόσα θα της έπαιρνε το καθαριστήριο για να βγάλει τους λεκέδες.
– Δεν πρόκειται να σου πω τίποτε! απάντησε με πείσμα. Ό,τι και να μου κάνεις, δεν πρόκειται να σου πω κουβέντα.

Έξι δευτερόλεπτα αργότερα και αφού ο Μενέλαος της είχε ξεριζώσει έναν τραπεζίτη, είχε ξεράσει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια: πώς γνωρίστηκε με την Κοραλλία, όσα της διηγήθηκε, το νέο της φλερτ με τον Στάθη Καρρά, τη διεύθυνση του ρετιρέ στο οποίο έμεναν, πόσα λίφτινγκ είχε κάνει και τη μυστική συνταγή της Coca Cola.
Ο Μενέλαος σκούπισε το αίμα από τα χέρια του πάνω σε μια μεταξωτή πετσέτα μπάνιου.
– Κτήνος! ούρλιαξε η Κένυα. Είναι καθαρό μετάξι! Δεν έχεις ψυχή μέσα σου;
Εκείνος γονάτισε δίπλα της και έφερε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό της. Καθώς ένιωθε τον κόσμο να σκοτεινιάζει γύρω της και την τελευταία της πνοή να εγκαταλείπει το κορμί της σαν μετανάστης για τη Γερμανία, η Κένυα Φύσσα-Ρούφα έπαψε να νιώθει ικανοποιημένη με τον εαυτό της…

Στο επόμενο κεφάλαιο: Η μέση της αρχής του τέλους

Κεφάλαιο 06 | Άγρυπνη στο Σιάτλ

Η είδηση της δολοφονίας της Κένυας Φύσσα-Ρούφα έσκασε σαν πυρηνική βόμβα ναπάλμ στον πνευματικό κόσμο της χώρας. Μεγάλες προσωπικότητες των γραμμάτων και της λογοτεχνίας, όπως ο Γρηγόρης Αρναούτογλου και ο Νίκος Καρβέλας έσπευσαν στην κηδεία της, μαζί με χιλιάδες θαυμαστών που θρηνούσαν πάνω από το χρυσελεφάντινο, τριώροφο φέρετρο της ταπεινής και λιτής δημιουργού. Κανείς δεν πίστευε ότι αυτή η πολυτάλαντη συγγραφέας είχε φύγει τόσο ξαφνικά και άδοξα από κοντά τους, έχοντας γράψει μόλις 13.456 βιβλία στα τρία χρόνια της σύντομης καριέρας της. Είχε τόσα πολλά να προσφέρει ακόμη…
Η αστυνομία προσπαθούσε να ανακαλύψει τον ένοχο. Το τμήμα CSI της Αθήνας είχε ήδη καταφέρει να εντοπίσει μια κοντή, αντρική, καστανή τρίχα στην περσική μπουχάρα του θύματος. Με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας κατάφεραν να εξακριβώσουν ότι ανήκε σε άντρα με κοντά, καστανά μαλλιά. Οι δημοσιογράφοι και ο Στέφανος Χίος είχαν κατασκηνώσει έξω από τον τόπο του εγκλήματος, προσπαθώντας να μάθουν έστω και την παραμικρή λεπτομέρεια για να ενημερώσουν το αιμοδιψές κοινό τους. Ποιος δολοφόνησε την πασίγνωστη συγγραφέα; Υπήρχαν σημάδια πάλης; Γνώριζε τον δράστη της; Είχε κάνει σεξ μαζί του πριν το συμβάν; Της άρεσε το τελευταίο Terminator; Ερωτήματα που πιθανότατα δεν θα έβρισκαν ποτέ μια απάντηση…

Η Κοραλλία ήταν συντετριμμένη σαν μπισκότο πτι μπερ μέσα σε μίξερ. Σίγουρα, οι σχέσεις της με την Κένυα είχαν ψυχρανθεί τον τελευταίο καιρό, αλλά το τελευταίο πράγμα που θα ευχόταν ήταν να πεθάνει με τόσο βάναυσο τρόπο. Αν πέθαινε πιο ανώδυνα ίσως το αποδεχόταν πιο εύκολα. Ένιωθε σαν να ήταν υπαίτια κατά κάποιο τρόπο, σαν να είχε προκαλέσει τον χαμό της πρώην φίλης της με την αρνητική της ενέργεια. Έκατσε σε μια καρέκλα, έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της και έκλαψε πικρά για όλες εκείνες τις φορές που είχε κοροϊδέψει τις διαφημίσεις της Amita Motion.
Ο Στάθης βρισκόταν και πάλι στο πλευρό της, ανήμπορος να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να της συμπαρασταθεί. Ήδη είχε φτάσει στο γράμμα Κ στο λεξικό. Χάιδεψε τρυφερά την πλάτη της με έναν τρίφτη τυριού και έσκυψε μπροστά στο πρόσωπό της.

– Κοραλλία, μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου! Δεν φταις εσύ για ό,τι συνέβη! Η αστυνομία είπε ότι μάλλον πρόκειται για απόπειρα ληστείας που πήγε στραβά ή απόπειρα δολοφονίας που πήγε πολύ καλά…
Γύρισε και τον κοίταξε με δακρυσμένα μάτια, σαν μωρό που του έκλεψαν το τσιγάρο.
– Νιώθω τύψεις, Στάθη! του είπε με λυγμούς. Την τελευταία φορά που μίλησα μαζί της, της ευχήθηκα να ψοφήσει! Και μετά συνέβη! Και αν το προκάλεσα εγώ;
– Δεν το προκάλεσες εσύ, Κοραλλία! είπε εκείνος γονατίζοντας μπροστά της. Δεν έχεις παραψυχικές δυνάμεις, το διαπιστώσαμε τις προάλλες που έκανες το τεστ «Πόσο Τζεντάι είσαι» στο Facebook. Δεν βγήκες ούτε Τζαρ Τζαρ Μπινκς!
Η Κοραλλία σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο. Ο ουρανός είχε γίνει πιο γαλανός. Μια λεμονιά άνθιζε στη γειτονιά.
– Αντίο Κένυα… ψέλλισε, κοιτάζοντας ακόμη έξω από το παράθυρο. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει!
Την ίδια στιγμή, ο οδηγός μιας μπετονιέρας έχανε τον έλεγχο του οχήματος και περνούσε μέσα από τη μάντρα του νεκροταφείου, αδειάζοντας οχτώ τόνους τσιμέντο ταχείας πήξεως πάνω στον τάφο της Κένυας Φύσσα-Ρούφα…

Πέρασε μία εβδομάδα από τη φριχτή δολοφονία. Η αστυνομία βρισκόταν ακόμη στο σκοτάδι, από τότε που ο Διοικητής ξέχασε να πληρώσει τη ΔΕΗ. Οι εγκληματολόγοι πάσχιζαν ακόμη να βρούνε κάποια ίχνη που να οδηγούσαν στον δολοφόνο, αλλά η αγγελία που είχαν βάλει στις εφημερίδες, παρακαλώντας τον να παραδοθεί δεν είχε οδηγήσει σε κάποιο νέο στοιχείο. Το συμβάν ξεχάστηκε ολοκληρωτικά όταν έμεινε έγκυος για 13η φορά η Ελένη Μενεγάκη, οπότε όλα τα φώτα της δημοσιότητας στράφηκαν πάνω της. Όλα έδειχναν ότι ο δολοφόνος της Κένυας Φύσσα-Ρούφα θα έμενε για πάντα ασύλληπτος, σαν το νόημα πίσω από τις ταινίες του David Lynch.
Ο Στάθης και η Κοραλλία είχαν έρθει ακόμη πιο κοντά. Περνούσαν τις νύχτες τους κάνοντας παθιασμένο έρωτα -σαν έφηβοι που ανακαλύπτουν πρώτα φορά ο ένας το σώμα του άλλου- και μετά ξενυχτούσαν μιλώντας για τα πάντα. Λάτρευαν και οι δύο τα πάντα, ήταν οι πιο χαριτωμένες αρκούδες που είχαν δει ποτέ.
Όμως όλα θα άλλαζαν σύντομα. Μια σκοτεινή, απειλητική παρουσία τους περιτριγύριζε, όπως ο καρχαρίας περιτριγυρίζει τα θύματά του πριν επιτεθεί στον ηλίθιο που πλατσουρίζει πιο δυνατά από τους άλλους.

– Τι θα έλεγες να φεύγαμε για λίγο; πρότεινε ένα πρωί ο Στάθης, την ώρα που η Κοραλλία του σέρβιρε τον φρεσκοψημένο του μπακαλιάρο με σιρόπι καραμέλας.
– Να φύγουμε; Να πάμε πού; απόρησε εκείνη.
– Δεν ξέρω, κάπου μακριά! Να ξεσκάσουμε λίγο. Να ξεχάσουμε όλα τα δυσάρεστα συμβάντα που μας έχουν συμβεί τον τελευταίο καιρό.
– Και τι θα γίνει με τις δουλειές μας; ξαναρώτησε εκείνη αλοίφοντας μια φρυγανιά με μαρμελάδα κολοκυθάκι.
– Εγώ μπορώ να πάρω άδεια, απάντησε ο Στάθης. Έχω να πάρω άδεια από το 1997 και μου χρωστάνε μερικές μέρες. Φαντάζομαι πως κι εσύ θα βρεις κάποιον αναισθησιολόγο να σε καλύψει για μια-δυο βδομάδες.
Η Κοραλλία κατάπιε μια μπουκιά από τη φρυγανιά της και έμεινε σιωπηλή. Ίσως ένα μικρό διάλειμμα τους έκανε καλό. Και θα μπορούσε πάντα να ζητήσει από τη φίλη της τη Χρυσούλα να την καλύψει στο Νοσοκομείο του Αγίου Μάμμα Μία. Τρυπούσε αυτιά σε ένα σαλόνι ομορφιάς και φημιζόταν για το πόσο ανώδυνα το έκανε. Ο ήχος του τηλεφώνου την έβγαλε από τις σκέψεις της. Σηκώθηκε και πήρε το ακουστικό στα χέρια της.

– Παρακαλώ;
Μόνο σιωπή την υποδέχτηκε.
– Ποιος είναι; ξαναρώτησε πιο έντονα.
Ένας ήχος σαν παράσιτα ακούστηκε από την άλλη πλευρά. Ένα μυστηριώδες γραντζούνισμα.
– Δεν σας ακούω, ποιος είναι; ρώτησε τρίτη φορά.
– Κχχ…. κ…. ρκ; Κχχχ…
– Ποιος είναι, Κοραλλία; Τι σου λέει; ρώτησε ο Στάθης ανήσυχος.
Η Κοραλλία έφερε το ακουστικό πιο κοντά στο αυτί της, προσπαθώντας να διακρίνει τι ακουγόταν πίσω από τον θόρυβο.
– Κχχχ… αρκ… μ…
Έκανε έναν μορφασμό έκπληξης και άφησε το ακουστικό να πέσει με πάταγο από τα χέρια της. Πισωπάτησε κι έπεσε στην αγκαλιά του Στάθη, ο οποίος είχε σηκωθεί και στεκόταν πίσω της.
– Τι συμβαίνει; Ποιος ήταν; Τι σου είπε; Πού έχεις βάλει το καλό μου πουκάμισο, το μπλε;
– Δεν… δεν ξέρω… μονολόγησε εκείνη, πιο ιδρωμένη κι από μαραθωνοδρόμος που τον έχει πιάσει κόψιμο. Η φαντασία μου οργιάζει απλώς…
– Ποιος ήταν;
– Δεν ξέρω… ψέλλισε ξανά εκείνη, κίτρινη σαν λεμόνι μέσα σε ταξί. Μου φάνηκε ότι… ότι άκουσα κάτι.
Το βλέμμα του Στάθη σκοτείνιασε. Κι εκείνος άκουγε διάφορα κατά καιρούς. Κυρίως φωνές που του έλεγαν να σκοτώσει το αφεντικό του και μετά να αυτοκτονήσει. Αλλά εκείνη δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να το αναφέρει.
– Τι άκουσες;
– Δεν ήταν τίποτα, Στάθη! είπε προσπαθώντας να χαμογελάσει. Είμαι απλώς κουρασμένη! Νομίζω ότι είχες δίκιο, τελικά. Αξίζει να δοκιμάσουμε αυτό που πρότεινες!
– Αλήθεια; αναφώνησε εκείνος περιχαρής. Να πάω να φέρω το λιπαντικό; Μόνο στην αρχή πονάει λίγ
– ΟΧΙ ΑΥΤΟ! Να πάμε διακοπές, εννοούσα! Νιώθω κι εγώ τόσο κουρασμένη, λίγες μέρες μακριά από όλα ίσως μας κάνουν καλό!
Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν παθιασμένα στο μάγουλο.

Το ίδιο απόγευμα είχαν κλείσει τα εισιτήρια και το ξενοδοχείο. Θα περνούσαν δεκαπέντε μέρες σε ένα πολυτελές, ειδυλλιακό θέρετρο στην Καμπούλ. Το επόμενο πρωί ο Στάθης ετοιμάστηκε για την τελευταία μέρα του στη δουλειά. Η Κοραλλία, από την άλλη, είχε το τελευταίο της ραντεβού με τον ψυχαναλυτή της. Τα πράγματα πήγαιναν πλέον καλύτερα για εκείνην. Είχε βρει ξανά τον εαυτό της, είχε πάψει να φοβάται το παρελθόν της και τις αράχνες και ήταν έτοιμη να δοθεί ολοκληρωτικά στη σχέση αυτή και να κάνει το νέο ξεκίνημα που πάντα ονειρευόταν. Ήθελε να ευχαριστήσει προσωπικά τον ψυχαναλυτή της.
– Χαίρομαι για σένα, Κοραλλία. της είπε όταν του ανακοίνωσε ότι δεν θα τον ξανάβλεπε. Δείχνεις πραγματικά πολύ καλύτερα. Είσαι ξένοιαστη, χαμογελαστή και τα στήθη σου μοιάζουν πιο σφριγηλά από ποτέ!
Η Κοραλλία κοκκίνησε.
– Εσείς με βοηθήσατε σε όλα αυτά, γιατρέ. Εκτός από το στήθος, δηλαδή! Γι΄αυτό πρέπει να ευχαριστήσω άλλον γιατρό! Ήταν γραφτό μου να έρθω στο δικό σας ιατρείο, απ’ ότι φαίνεται!
– Γιατί το λες αυτό; ρώτησε ο γιατρός χαϊδεύοντας το ψεύτικο μούσι του.
– Διότι στο ιατρείο σας γνώρισα τον άνθρωπο που έμελλε να αλλάξει για πάντα τη ζωή μου. Ασθενής σας είναι! Πρωτογνωριστήκαμε στην αίθουσα αναμονής, την ημέρα της πρώτης μου συνεδρίας.
– Αλήθεια; Χαίρομαι γι’ αυτό! είπε ο γιατρός. Εκτός αν πρόκειται για τον κύριο Στεφανάκο. Το ιατρικό απόρρητο δεν μου επιτρέπει να μπω σε λεπτομέρειες, αλλά ας πούμε ότι οι τρεις προηγούμενες σύζυγοί του αγνοούνται ακόμη!
– Όχι, μην ανησυχείτε, γιατρέ! είπε γελώντας η Κοραλλία. Είναι ο Στάθης Καρράς.
Ο γιατρός φάνηκε σκεπτικός για λίγο.
– Περίεργο, δεν μου λέει κάτι το όνομα αυτό. Είσαι σίγουρη ότι είναι ασθενής μου; Μήπως έχει κι άλλα ονόματα; Συμβαίνει αυτό με αρκετούς ασθενείς μου, όπως με τον κύριο Γεωργίου-Θωρ-Μεγαλέξανδρο.
Η Κοραλλία τον κοίταξε για λίγο απορημένη. Στη συνέχεια έψαξε μέσα στην τσάντα της, έβγαλε το κινητό της και πήγε στο άλμπουμ με τις φωτογραφίες.
– Αυτός είναι ο Στάθης! είπε δείχνοντας στον γιατρό μια χαμογελαστή σέλφι που είχαν τραβήξει μαζί την προηγούμενη εβδομάδα, πάνω από τον τάφο της Κένυας Φύσσα-Ρούφα.
Ο γιατρός έβγαλε τα γυαλιά του και κοίταξε τη φωτογραφία.
– Κοραλλία, αυτός ο άντρας δεν είναι ασθενής μου. Δεν τον έχω δει ποτέ ξανά στη ζωή μου!
Η Κοραλλία ένιωσε ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά της. Σηκώθηκε απότομα, νιώθοντας το δωμάτιο γύρω της να γυρίζει. Πώς ήταν δυνατόν να μην τον γνωρίζει; Για ποιο λόγο βρισκόταν στο ιατρείο τότε, εκείνη τη μέρα; Ποιος ήταν, αλήθεια, ο Στάθης; Για πόσα πράγματα ακόμη της είχε πει ψέματα; Του άρεσε όντως ο Τζων Τραβόλτα ή την είχε παραπλανήσει κι εκεί;

Το κινητό της χτύπησε. Κοίταξε στην οθόνη του, το νούμερο ήταν άγνωστο.
Την ίδια στιγμή, ο Στάθης Καρράς στάθμευε το αυτοκίνητό του σε μια αποβάθρα στο λιμάνι.
Η Κοραλλία έφερε το κινητό στο αυτί της και πάτησε το κουμπί.
Ο Στάθης έβγαλε ένα κινητό τηλέφωνο και έναν φάκελο γεμάτο χαρτιά και φωτογραφίες από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου.
– Παρακαλώ; ρώτησε η Κοραλλία με τρεμάμενη φωνή.
Ο Στάθης πλησίασε στην άκρη της θάλασσας και πέταξε στο σκοτεινιασμένο νερό το κινητό και τον φάκελο. Μια φωτογραφία της Κοραλλίας ξέφυγε από τον φάκελο και ανέμισε πίσω του.
Παράσιτα ακούστηκαν στο τηλέφωνο. Τα ίδια παράσιτα που είχε ακούσει και την προηγούμενη μέρα η Κοραλλία.
– Ποιος είναι; ξαναρώτησε.
Η φωτογραφία παιχνίδισε για λίγο στον άνεμο και προσγειώθηκε στα πόδια ενός άντρα. Έσκυψε και τη σήκωσε. Την κοίταξε για λίγο και μετά την τσαλάκωσε στο χέρι του.
– Κχχ…. αρκ…. μ…. ακούστηκε ξανά ο μυστηριώδης ήχος στο κινητό. Η Κοραλλία γούρλωσε τα μάτια.
– Νόμιζες ότι δεν θα σας ανακάλυπτα, τελικά; ρώτησε ο μυστηριώδης άντρας τον Στάθη Καρρά, ο οποίος τον κοιτούσε έντρομος.
– Δεν ήξερα για ποιον λόγο την έψαχνες, απάντησε εκείνος, αλλά όταν έμαθα την αλήθεια κατάλαβα ότι έπρεπε να την κρατήσω μακριά σου πάση θυσία, Μενέλαε!
– Την ερωτεύτηκες, έτσι δεν είναι; ξαναρώτησε ο Μενέλαος, φορώντας αργά ένα ζευγάρι μαύρα γάντια.
– Ποιος είναι; ξαναρώτησε στο κινητό η Κοραλλία με την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή.
– Κρίμα! Διότι είναι ΔΙΚΗ ΜΟΥ! ούρλιαξε ο Μενέλαος και όρμησε στον Στάθη Καρρά κρατώντας έναν πέλεκυ που έβγαλε από την τσέπη του.
– Κκκκ… ουάρκ… μ… ου; ακούστηκε πιο καθαρά η φωνή στο τηλέφωνο. Η Κοραλλία σωριάστηκε στο πάτωμα.

Στο επόμενο κεφάλαιο: η Κοραλλία σηκώνεται από το πάτωμα.

Κεφάλαιο 07 | Μια τρελή τρελή σαραντάρα

Είχαν περάσει πάνω από 200 χρόνια από τη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ και η Κοραλλία έμοιαζε ακόμη συγκλονισμένη. Ίσως επειδή ο λόγος της ταραχής της δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με τη ναυμαχία στο Τραφάλγκαρ. Καθισμένη σε μια αναπαυτική πολυθρόνα γεμισμένη με πούπουλα γατόπαρδου, σε μια μικρή καφετέρια κοντά στο ιατρείο του ψυχαναλυτή της, προσπαθούσε να βγάλει άκρη με όσα συνταρακτικά είχε βιώσει την προηγούμενη ώρα. Η αποκάλυψη ότι ο Στάθης Καρράς δεν ήταν αυτός που υποστήριζε ότι ήταν, αλλά και το γεγονός ότι η φωνή που άκουσε στο κινητό της έμοιαζε καταπληκτικά με αυτή του νεκρού πατέρα της, είχαν προκαλέσει βραχυκύκλωμα στους νευρώνες της.

Δεν ήξερε με τι να προσπαθήσει να βγάλει άκρη πρώτα. Να απαιτήσει εξηγήσεις από τον Στάθη; Να γυρέψει απαντήσεις γύρω από το μυστήριο της φωνής στο τηλέφωνο; Ή να δοκιμάσει άλλη μία φορά να περάσει την πίστα 889 στο Candy Crush; Ο σερβιτόρος την πλησίασε διακριτικά.
– Δείχνετε προβληματισμένη! της είπε. Μπορώ να σας βοηθήσω;
– Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να με βοηθήσει… ψέλλισε εκείνη. Ποιος μπορεί να μου δώσει τις απαντήσεις που γυρεύω; Ποιος μπορεί να με διαβεβαιώσει ότι το σύμπαν στο οποίο ζούμε είναι αυτό που βλέπουμε και ότι δεν υπάρχουν μυστικές διαστάσεις, κρυμμένες από το βλέμμα μας, γεμάτες θαυμαστά πράγματα και ζοφερά σκοτάδια που δεν τα χωράει ο νους μας; Ποιος μπορεί να είναι σίγουρος ότι υπάρχει και δεν αποτελεί απλώς τη φευγαλέα σκέψη στο μυαλό μιας υπερκόσμιας Οντότητας που πλανάται στο κενό του διαστήματος;
Το γκαρσόνι την κοίταξε προβληματισμένο. Αυτό που εννοούσε ήταν να τη βοηθήσει να διαλέξει κάτι από το μενού, όμως η ερώτησή της του άνοιξε τα μάτια μπροστά στη ρευστότητα του σύμπαντος και την αβεβαιότητα της ζωής. Πήγε στην κουζίνα του μικρού καφέ, έβγαλε την ποδιά του, έφτιαξε μια πρόχειρη θηλειά με αυτήν και κρεμάστηκε από τον ανεμιστήρα…

Η Κοραλλία σηκώθηκε αποφασισμένη. Θα έπαιρνε μια σοκολατίνα. Και μετά θα πήγαινε πίσω στο ρετιρέ του Στάθη, θα μάζευε τα πράγματα και τα ναρκωτικά της και θα εξαφανιζόταν. Δεν την ένοιαζε ποιος ήταν, δεν την ενδιέφερε να ζητήσει καμιά εξήγηση. Της είχε πει και αυτός ψέματα, την είχε παραπλανήσει με τον ίδιο τρόπο που την είχε παραπλανήσει ο Μενέλαος και αυτό της αρκούσε. Τέρμα οι άντρες. Δεν θα ξανάδινε την καρδιά της σε κανέναν, προτιμούσε να γίνει καλόγρια στα αυστριακά βουνά και να τραγουδάει στα λιβάδια με την οικογένεια Φον Τραππ. Και αφού έφευγε, θα αναζητούσε τον πατέρα της. Κάτι μέσα της, της έλεγε ότι ήταν εκείνος στο τηλέφωνο, ήταν ακόμη ζωντανός και έψαχνε έναν τρόπο να επιστρέψει κοντά της.

Την ίδια στιγμή, σε μια αποβάθρα στο λιμάνι, η αστυνομία ερευνούσε τον χώρο γύρω από κάτι που έμοιαζε με σκηνή άγριου εγκλήματος. Μια λίμνη από αίμα, ένα κομμάτι από σκισμένο πουκάμισο και ένας ματωμένος πέλεκυς μαρτυρούσαν ότι κάτι φοβερό είχε συμβεί στο σημείο εκείνο, αλλά οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι.
Το τμήμα CSI είχε ήδη εξετάσει το αίμα και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν κόκκινο και πηχτό, ενώ η ξεματιάστρα του Τμήματος είχε βρει αντρικό μάτι στον Διοικητή και ειδικό κλιμάκιο ανέκρινε πιθανούς υπόπους για να ανακαλύψουν ποιος τον μάτιασε. Όμως, η απουσία πτώματος έκανε τα πράγματα πιο περίπλοκα. Μήπως είχε δολοφονηθεί κάποιος εκεί και μετά έκρυψαν το πτώμα; Ή μήπως όποιος δολοφονήθηκε, επέστρεψε στη ζωή και τώρα περιφερόταν μέσα στην πόλη, αναζητώντας τον δολοφόνο του για να πάρει εκδίκηση, βαμμένος σαν κοράκι;
– Κύριε Επιθεωρητά, ανακαλύψαμε κάτι! φώναξε ένας ένστολος στον Επιθεωρητή που ερευνούσε την υπόθεση.
Εκείνος πλησίασε βιαστικά και έβγαλε ένα μπλοκάκι.
– Τι είναι; ρώτησε όλο αγωνία.
– Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε και το κουμπί του ήχου στο iPhone σας για να τραβάτε φωτογραφίες!
Ο Επιθεωρητής γούρλωσε τα μάτια κι έμεινε σκεπτικός. Αυτό, πράγματι, τα άλλαζε όλα!

Η Κοραλλία έβαλε και τα τελευταία ασημικά του Στάθη Καρρά στη βαλίτσα της και κοίταξε γύρω της το διαμέρισμα. Της άρεσε και μια λάμπα που είχε ο Στάθης, αλλά δεν θα μπορούσε με τίποτα να τη μεταφέρει μόνη της. Πήγε στην τουαλέτα κι έβγαλε από την τσάντα της ένα κατακόκκινο κραγιόν. Πλησίασε τον καθρέφτη του μπάνιου και έγραψε με μεγάλα γράμματα: «Σου έχω αφήσει σημείωμα στο κομοδίνο.» Μετά πήγε στην κρεβατοκάμαρα και άφησε στο κομοδίνο του Στάθη ένα περιεκτικό γράμμα που εξηγούσε τους λόγους της φυγής της. Η πρώτη φράση ήταν: «Φεύγω, ψεύτη!» και οι υπόλοιπες 745 λέξεις ήταν μπινελίκια.
Φόρεσε το παλτό της και άνοιξε την πόρτα. Άφησε μια δυνατή κραυγή να βγει από το στόμα της, ενώ η βαλίτσα της έπεσε με πάταγο στο πάτωμα. Η κυρία Γραμματικέλη από τον κάτω όροφο κοίταξε πάνω και ξεφύσηξε με δυσαρέσκεια. Είχε παραγίνει το κακό με αυτόν τον τεντιμπόη του ρετιρέ.

Η Κοραλλία συγκράτησε με το ζόρι τον καταματωμένο Στάθη που έπεσε στην αγκαλιά της αναίσθητος. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί, ούτε τι έπρεπε να κάνει. Να καλούσε την αστυνομία; Να φώναζε ένα ασθενοφόρο; Να τον παρατούσε εκεί και να έτρεχε στους διαδρόμους του κτιρίου τσιρίζοντας υστερικά; Αυτό που την τρόμαζε πιο πολύ, όμως, ήταν το γεγονός ότι δεν γνώριζε ποιος έκανε κακό στον Στάθη. Και αν ήταν ακόμη εκεί έξω και παραμόνευε; Τράβηξε τα πόδια του Στάθη μέσα στο διαμέρισμα και έκλεισε την πόρτα με δύναμη πίσω της. Κλείδωσε δύο φορές, έβαλε τον σύρτη, κατέβασε την τεράστια, ξύλινη αμπάρα, άνοιξε την καταπακτή με τους κροκόδειλους και την κάλυψε με ένα χαλάκι. Κανείς δεν θα μπορούσε να περάσει από την πόρτα αυτή πλέον, εκτός από ένα φάντασμα. Αλλά ήταν μέρα και τα φαντάσματα έβγαιναν μόνο τη νύχτα, η Κοραλλία το είχε δει στο Supernatural αυτό.

Έβγαλε το σκισμένο, ματωμένο πουκάμισο από τον Στάθη και στη συνέχεια το παντελόνι του. Έκατσε και τον θαύμασε για λίγο, όπως βρισκόταν ξαπλωμένος στο πάτωμα. Ακόμα και με το σώμα του να στραγγίζει από αίμα, έδειχνε τόσο κούκλος. Έβγαλε το κινητό της, τράβηξε δεκαοχτώ φωτογραφίες και μετά εξέτασε τις πληγές στο κορμί του Στάθη. Έμοιαζε σαν κάποιος να τον είχε μαχαιρώσει. Είχε μια πληγή στον ώμο, δύο στην πλάτη και μια στο στήθος, αλλά ευτυχώς δεν ήταν πολύ βαθιές. Αυτό που ανησύχησε την Κοραλλία πιο πολύ ήταν το τσίμπημα ενός κουνουπιού στο λαιμό του. Έτρεξε αμέσως στο μπάνιο και έφερε μια Fenistil για να το περιποιηθεί –ποιος ήξερε αν ήταν κανένα από εκείνα τα κουνούπια που κουβαλάνε αρρώστιες;
Στη συνέχεια καθάρισε τις πληγές του με νερό και AZAX για γυάλινες επιφάνειες και τις κάλυψε με γάζες. Ο Στάθης ήταν ακόμη αναίσθητος και χλωμός σαν πορσελάνινη κούκλα από την Κίνα. Η Κοραλλία ένιωσε την καρδιά της διχασμένη. Τον μισούσε που της είχε πει ψέματα. Δεν γνώριζε καν ποιος ήταν και για ποιο λόγο την είχε πλησιάσει. Αλλά από την άλλη, βλέποντάς τον σε αυτή την κατάσταση, ένιωθε άπειρη στοργή και ανησυχία. Είχαν περάσει τόσο όμορφα μαζί και τώρα την είχε ανάγκη –όποιος και αν ήταν, δεν μπορούσε να διαγράψει έτσι απλά όλες τις υπέροχες στιγμές και το σεξ που έζησαν.

Έκατσε στον καναπέ προβληματισμένη. Σήκωσε στα χέρια της το ασύρματο τηλέφωνο, έπρεπε να καλέσει κάποιον. Πάτησε τα πλήκτρα με τη σειρά. 9, 1, 1. Μια φωνή την ενημέρωσε ότι ο αριθμός δεν αντιστοιχεί σε κάποιον συνδρομητή. Μα τι διάολο; Όλοι αυτό το νούμερο καλούσαν στις ταινίες όποτε κάποιος χρειαζόταν βοήθεια! Ο ήχος του ασύρματου τηλεφώνου την έκανε να αναπηδήσει τρομαγμένη. Κοίταξε την οθόνη του συνοφρυωμένη. Το νούμερο που καλούσε ήταν το κινητό του Στάθη. Γύρισε και κοίταξε κι εκείνον. Ήταν ακόμη ξαπλωμένος και αναίσθητος στο πάτωμα και στο χέρι του δεν κρατούσε κινητό. Τι σόι μαγεία ήταν αυτή πάλι; Πάτησε το πλήκτρο απάντησης.
– Παρακαλώ; ρώτησε ξέψυχα.
– Είσαι έτοιμη να γυρίσεις σπίτι; ακούστηκε μια αντρική φωνή. Μια γνώριμη, ανατριχιαστική φωνή.
Η Κοραλλία ούρλιαξε και πέταξε τη συσκευή στον απέναντι τοίχο. Εκείνη θρυμματίστηκε και σκόρπισε στο πάτωμα. Η κυρία Γραμματικέλη από τον κάτω όροφο άφησε κάτω το εργόχειρό της, απηυδυσμένη. Μα πώς να έκανε κανείς δουλειά με τόση φασαρία;
Η Κοραλλία πισωπάτησε και ακούμπησε στον τοίχο. Άφησε την πλάτη της να γλιστρήσει κάτω κι έκατσε στο χαλί, με το πρόσωπό της κρυμμένο στα χέρια της. Δεν μπορεί να συνέβαινε αυτό. Δεν μπορεί να τη βρήκε ξανά!
Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα την έκανε να τσιρίξει τρομοκρατημένη. Άρπαξε στα χέρια της ένα χάλκινο, βικτωριανό αγαλματίδιο του Βαμβακούλα και πλησίασε τρέμοντας ολόκληρη.

– Κάντε λίγη ησυχία, σας παρακαλώ! Δεν μένετε μόνοι σας στο κτίριο! ακούστηκε μια βραχνή, γυναικεία φωνή απ’ έξω.
Η Κοραλλία κοίταξε από το ματάκι. Στην πόρτα στεκόταν αναψοκοκκινισμένη η γειτόνισσα από το κάτω πάτωμα, η κυρία Γραμματικέλη.
– Αν συνεχίσετε έτσι, θα καλέσω την αστυνομία! ξαναφώναξε η ηλικιωμένη κάργια.
– Καλέστε την, σας παρακαλώ! φώναξε η Κοραλλία από μέσα. Η ζωή μου κινδυνεύει! Κάποιος προσπαθεί να με σκοτώσει!
Η γειτόνισσα δεν αποκρίθηκε. Ακούστηκε μόνο ένα ακόμη χτύπημα στην πόρτα. Η Κοραλλία κοίταξε ξανά από το ματάκι. Ήταν ακόμη εκεί και κοιτούσε με ένα απλανές, κενό βλέμμα.
– Κυρία Γραμματικέλη; ρώτησε επιφυλακτικά.
Η κυρία Γραμματικέλη δεν μπορούσε να της απαντήσει, όμως. Ένα κυνηγετικό μαχαίρι είχε διαπεράσει τη σπονδυλική της στήλη και την είχε καρφώσει στο πλαίσιο της πόρτας, σαν μια φρικιαστική, ρυτιδιασμένη ονειροπαγίδα. Πίσω της στεκόταν ο Μενέλαος, ο οποίος έπιασε το μαχαίρι από τη λαβή και το τράβηξε απότομα. Το άψυχο κουφάρι της άτυχης γυναίκας έπεσε με έναν δυνατό γδούπο στο πάτωμα και η μυρωδιά πολυκαιρισμένης ναφθαλίνης γαργάλησε τα ρουθούνια της Κοραλλίας.
– Κυρία Γραμματικέλη; ξαναρώτησε κοιτώντας από το ματάκι. Το μόνο που είδε ήταν ένα καστανό μάτι να κοιτάζει πίσω.

Πισωπάτησε ουρλιάζοντας, σκόνταψε στο σώμα του Στάθη και έπεσε προς τα πίσω, χτυπώντας το κεφάλι της στο πάτωμα. Το δωμάτιο γύρω της άρχισε να περιστρέφεται ξέφρενα και να σκοτεινιάζει. Έκλεισε τα μάτια της και όταν τα ξανάνοιξε ένιωσε σαν να αιωρείται στο κενό. Γύρω της όλα ήταν θολά και περίεργα. Μια αντρική φιγούρα στεκόταν από πάνω της και χάιδευε το πρόσωπό της τρυφερά.
– Κουάρκ μου! άκουσε ξανά τη γνώριμη φωνή του πατέρα της.
– Μπαμπά; ψέλλισε ζαλισμένη.
– Εγώ είμαι Κοραλλία! Είσαι καλά; Άνοιξε τα μάτια σου! ακούστηκε ξανά μια αντρική φωνή.
Άνοιξε τα μάτια της και αντίκρυσε τον Στάθη.
– Είσαι καλά, χτύπησες απλώς το κεφάλι σου.
– Ο Μενέλαος! είπε εκείνη τρομαγμένη κι ανασηκώθηκε.
– Μην ανησυχείς, δεν μπορεί να μπει μέσα. Η πόρτα είναι ενισχυμένη και μπορεί να αντέξει ακόμη και σε χτύπημα όλμου. Το έχω δοκιμάσει.
– Η κυρία Γραμματικέλη! είπε ανήσυχα εκείνη. Νομίζω ότι είναι νεκρή!
– Μη σε απασχολεί αυτό! την καθησύχασε εκείνος. Ήταν μια απλή κομπάρσα, γράφτηκε γι’ αυτή τη σκηνή μόνο!
Η Κοραλλία ένιωσε μια κάποια ανακούφιση. Στη συνέχεια γύρισε και χαστούκισε δυνατά τον Στάθη στο πρόσωπο. Εκείνος έκανε έναν μορφασμό πόνου κι έπεσε προς τα πίσω.
– Γιατί το έκανες αυτό; ρώτησε πιάνοντας το πονεμένο του μάγουλο.
– Διότι μου είπες ψέματα, μπάσταρδε! Ποιος είσαι στ΄αλήθεια; Τι θέλεις από μένα;

Ο Στάθης ανασηκώθηκε και κοίταξε το πάτωμα ντροπιασμένος. Δεν είχε σφουγγαρίσει τρεις μέρες τώρα.
– Με λένε όντως Στάθη Καρρά. Αλλά δεν δουλεύω σε ναυτιλιακή εταιρεία. Είμαι ιδιωτικός ερευνητής. Η συνάντησή μας στον ψυχαναλυτή σου δεν ήταν τυχαία, σε είχα εντοπίσει από καιρό και σε ακολουθούσα.
Η Κοραλλία δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Της είχαν πει ψέματα και παλιότερα, άλλωστε.
– Ποιος σε προσέλαβε;
– Ο Μενέλαος, απάντησε εκείνος χαμηλόφωνα.
– Ο Μενέλαος; Δουλεύεις γι’ αυτόν τον ψυχοπαθή; Γι’ αυτό με βρήκε;
– Όχι! είπε εκείνος κι έπεσε στα πόδια της. Σου ορκίζομαι ότι δεν του είπα τίποτε όταν σε ανακάλυψα. Μου είχε πει ότι του είχες κλέψει κάτι πολύτιμο και γι΄αυτό προσπαθούσε να σε εντοπίσει, αλλά μου φαινόταν από την αρχή ύποπτος. Όταν σε γνώρισα και έμαθα την ιστορία σου, οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν. Και αποφάσισα να σε κρύψω και να σε προστατεύσω από εκείνον…
– Περιμένεις να σε πιστέψω; είπε η Κοραλλία θυμωμένη. Αποφάσισες στα καλά καθούμενα να χάσεις τα λεφτά που θα έβγαζες από εμένα και να με κρύψεις;
– Είναι αλήθεια, Κοραλλία! απάντησε ο Στάθης και έπιασε το χέρι της. Στην πορεία… στην πορεία σε ερωτεύτηκα.
Η Κοραλλία σηκώθηκε έξαλλη και απομακρύνθηκε.
– Πού νομίζεις ότι βρισκόμαστε, σε αμερικάνικη ταινία; Από εκείνες που η πρωταγωνίστρια μαθαίνει ότι ο ήρωας της έλεγε ψέματα από την αρχή κι όταν της βγάζει ένα σπαρακτικό, γλυκανάλατο λογίδριο για το πόσο την αγάπησε στην πορεία, εκείνη τον συγχωρεί αμέσως και πέφτει στην αγκαλιά του;
– Είναι αλήθεια, Κοραλλία. Ήμουν χαμένος πριν σε γνωρίσω! Εσύ έδωσες νόημα στην άδεια, κρύα ζωή μου και ποτέ δεν θα μπορέσω να συγχωρέσω τον εαυτό μου για τα ψέματα που σου είπα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι σε αγάπησα πιο πολύ από τον εαυτό μου!
– Ωωωωωω! Σε συγχωρώ, αγάπη μου! αναφώνησε η Κοραλλία δακρυσμένη κι έπεσε με δύναμη στην αγκαλιά του.

Δυνατά χτυπήματα στην πόρτα διέκοψαν την όμορφη και καθόλου κλισέ σκηνή. Ο Μενέλαος χτυπούσε με κλωτσιές και γροθιές ουρλιάζοντας.
– Θα σε ξεκοιλιάσω αυτή τη φορά, κάθαρμα, και δεν θα προλάβεις να μου ξεφύγεις! Θα σε κόψω κομματάκια και θα σε ταΐσω στα σκυλιά μου, αφού πρώτα πάω και αγοράσω σκυλιά!
– Είμαστε παγιδευμένοι εδώ μέσα! Πώς θα του ξεφύγουμε; ρώτησε φοβισμένη η Κοραλλία.
– Μην σε απασχολεί αυτό! είπε ο Στάθης κι έτρεξε στο γραφείο του. Ανασήκωσε το κεφάλι μιας μικρής προτομής και πάτησε ένα κόκκινο κουμπί. Ένα μυστικό πέρασμα αποκαλύφθηκε πίσω από τη βιβλιοθήκη του γραφείου.
– Τι είναι αυτό; ρώτησε έκθαμβη η Κοραλλία.
– Μια κρυφή έξοδος που οδηγεί στο υπόγειο του κτιρίου. Τη χρησιμοποιούσα πριν χρόνια, όταν πολεμούσα το έγκλημα ως μασκοφόρος εκδικητής.
Η Κοραλλία τον ακολούθησε στο σκοτεινό πέρασμα, νιώθοντας τον θαυμασμό της γι’ αυτόν τον μυστηριώδη άντρα να μεγαλώνει όλο και πιο πολύ…

Στο επόμενο κεφάλαιο: Αντιμέτωποι με τον Τζόκερ.

Κεφάλαιο 08 | Τέσσερις γάμοι και μια κηδεία

Η Κοραλλία και ο Στάθης πέρασαν δύο μέρες κρυμμένοι σε ένα μικρό πανδοχείο. Κανένας δεν μπορούσε να τους εντοπίσει εκεί και ήταν οι μοναδικοί πελάτες, οπότε μπορούσαν ν’ αποφύγουν και τα αδιάκριτα βλέμματα και να κυκλοφορούν άνετα με τα βρακιά. Ο πανδοχέας ήταν ένας συμπαθητικός, ευγενικός τριαντάρης, με καλωσυνάτο βλέμμα, που ζούσε με την υπερήλικη μητέρα του σε ένα παλιό, ξύλινο σπίτι στον διπλανό λόφο.
– Το δωμάτιό σας είναι το Νο1. Θα κάτσετε πολλές μέρες; τους είχε ρωτήσει όταν πρωτοέφτασαν.
– Δεν γνωρίζουμε ακόμη, κύριε Bates. Ίσως δυο-τρεις μέρες! απάντησε ο Στάθης παίρνοντας στα χέρια του το κλειδί.

Όσο έμειναν εκεί, βγήκαν ελάχιστα από το δωμάτιό τους. Μόνο δυο φορές για να πάνε στο τοπικό μίνι μάρκετ, μια φορά για ποτό σε ένα κοντινό μπαρ, τρεις φορές για φαγητό και σνακ και άλλες δώδεκα φορές για να τραβήξουν selfies στην πόλη. Δεν μπορούσαν να ρισκάρουν να τους δει κανένας γνωστός.
– Τι θα κάνουμε αν μας ξαναβρεί; ρώτησε η Κοραλλία όλο αγωνία.
– Δεν πρόκειται να μας ξαναβρεί. Την πρώτη φορά σε εντόπισε χάρη σε μένα, τώρα δεν πρόκειται να κάνω ξανά το ίδιο λάθος, απάντησε εκείνος, ενώ έκανε ταυτόχρονα check-in στο Foursquare.
– Πρέπει να πάμε στην αστυνομία, Στάθη. Να ζητήσουμε βοήθεια.
– Δεν έχουμε αποδείξεις για τα εγκλήματά του, Κοραλλία. Και όταν η αστυνομία τον αφήσει ελεύθερο, θα μας κυνηγήσει ξανά. Όχι! Πρέπει… πρέπει να λάβουμε πιο δραστικά μέτρα…
Η Κοραλλία ένιωσε ανατριχίλα να διαπερνά τα πτερύγιά της.
– Εννοείς…
Δεν τόλμησε να ολοκληρώσει την σκέψη της. Κυρίως επειδή δεν είχε ιδέα τι εννοούσε ο Στάθης και δεν ήθελε να φανεί σαν ηλίθια μπροστά του.
– Εννοώ ότι όσο ο Μενέλαος είναι ζωντανός, εμείς κινδυνεύουμε.
Η Κοραλλία κοίταξε τον Στάθη στα μάτια, μέχρι που αλληθώρισε.
– Θες να πεις ότι ο μόνος τρόπος να είμαστε μαζί, είναι να πεθάνει ο Μενέλαος;
– Αυτό ακριβώς εννοώ! απάντησε εκείνος και το βλέμμα του σκοτείνιασε σαν συννεφιασμένη Κυριακή στη Νικαράγουα.

Η Κοραλλία έκατσε στο κρεβάτι αποκαρδιωμένη.
– Μα, Στάθη, αυτό είναι τρελό… ψέλλισε. Ο Μενέλαος είναι 32 ετών, δεν μπορούμε να περιμένουμε να πεθάνει! Εκτός αν αρρωστήσει βαριά ή κολλήσει κάτι θανατηφόρο, αλλά είναι αρκετά υγιής και αθλητικός και κάνει συχνά τσεκ-απ!
– Δεν εννοούσα αυτό, Κοραλλία! Δεν θα περιμένουμε να πεθάνει από φυσικά αίτια ή αρρώστια! είπε εκείνος χαϊδεύοντας στοργικά το κεφάλι της.
– Εννοείς να πάθει κάποιο ατύχημα; Πόσες πιθανότητες υπάρχουν γι’ αυτό; Είναι προσεκτικός οδηγός και ποτέ δεν
– ΕΝΝΟΩ ΝΑ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΟΥΜΕ, ΜΩΡΗ! φώναξε ο Στάθης και σηκώθηκε όρθιος.
Η Κοραλλία γούρλωσε τα μάτια με αποστροφή. Πώς μπορούσε να της προτείνει κάτι τέτοιο ο Στάθης; Πώς μπορούσε να της ζητήσει να κάνει κάτι τόσο αποτρόπαιο; Σίγουρα, ο Μενέλαος το άξιζε, αλλά η Κοραλλία δεν μπορούσε να αφαιρέσει άλλη ζωή. Το είχε ορκιστεί στον εαυτό της όταν επέστρεψε από τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Άνοιξε το βιβλίο με τα «1000 κινηματογραφικά κλισέ» και άρχισε να διαβάζει φωναχτά από τη σελίδα 234.

– Δεν μπορούμε να γίνουμε δολοφόνοι, Στάθη! είπε κατηγορηματικά. Δεν μπορούμε να πέσουμε στο επίπεδό του. Αν τον σκοτώσουμε, τότε δεν είμαστε καλύτεροι από εκείνον!
– Αν δεν τον σκοτώσουμε, Κοραλλία, τότε θα μας σκοτώσει πρώτος εκείνος. Ή εμείς ή αυτός! Όπως ακριβώς συνέβη με τον πατέρα σου και το πλήρωμα του Icarus I. Όπως συνέβη και με την Κένυα Φύσσα-Ρούφα…
Η Κοραλλία γύρισε και κοίταξε τον Στάθη αποσβολωμένη, σαν μεθυσμένος σκαντζόχοιρος. Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα του και συνέχισε να μιλάει χαμηλόφωνα.
– Εκείνος δολοφόνησε την Κένυα. Μου το είπε τη μέρα που προσπάθησε να σκοτώσει κι εμένα.
– Άρα… άρα η Κένυα πέθανε εξαιτίας μου; είπε εκείνη βουρκωμένη κι έφερε τα χέρια της στο στόμα της.
– Δεν φταις εσύ, Κοραλλία! Η Κένυα το προκάλεσε αυτό στον εαυτό της, όταν έγραψε εκείνο το best seller για σένα. Τράβηξε την προσοχή πάνω της, ήταν αναμενόμενο να την εντοπίσει ο Μενέλαος. Από εκείνην μας βρήκε.
– Μπορεί να μην ευθύνομαι για τον θάνατο της σκρόφας, αλλά θα ευθύνομαι για όλους τους υπόλοιπους θανάτους που θα προκαλέσει ο Μενέλαος αν τον αφήσω να φύγει. είπε η Κοραλλία αποφασιστικά και άναψε ένα πούρο.
– Θες να πεις ότι… συμφωνείς;
– Ναι, Στάθη! Ο Μενέλαος πρέπει να πεθάνει. Πρέπει να πάρω εκδίκηση για τον πατέρα μου.

Το σχέδιο που κατέστρωσαν ήταν απλό: η Κοραλλία θα εντόπιζε τα ίχνη του Μενέλαου και θα μάθαινε όλες τις κινήσεις του και το καθημερινό του πρόγραμμα. Θα κατέγραφε κάθε συνήθειά του με λεπτομέρεια. Στο μεταξύ, ο Στάθης θα γραφόταν σε μια σχολή πολεμικών τεχνών και θα μάθαινε καράτε. Αφού κατάφερνε να φτάσει στην ανώτερη κλίμακα, θα έπαιρνε μέρος σε ένα παράνομο τουρνουά πολεμικών τεχνών, όπου θα ερχόταν σε επαφή με τους καλύτερους και πιο επικίνδυνους πολεμιστές του είδους και θα αποκτούσε επαφές με τον υπόκοσμο. Εκεί, θα μπορούσε να βρει κάποιον που να μπορεί να τον βάλει στο Dark Web, όπου θα αναζητούσε έναν πληρωμένο εκτελεστή. Ο εκτελεστής, με βάση τις πληροφορίες που θα του έδινε η Κοραλλία, θα εντόπιζε τον Μενέλαο και θα περίμενε την κατάλληλη στιγμή να τον σκοτώσει. Αν όλα πήγαιναν καλά, μέσα σε 2 με 3 χρόνια το σχέδιό τους θα είχε ολοκληρωθεί.
– Φοβάμαι, Στάθη! ψιθύρισε η Κοραλλία κι έπεσε στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Φοβάμαι μήπως σε χάσω!
– Δεν πρόκειται να με χάσεις, Κοραλλία! την καθησύχασε εκείνος. Αφού ξέρεις ότι έχω τσιπάκι στον σβέρκο!
– Ο Μενέλαος είναι αδίστακτος, Στάθη! Αν αποτύχουμε, τότε είμαστε καταδικασμένοι.
– Δεν πρόκειται ν’ αποτύχουμε. Έχουμε το δίκιο με το μέρος μας και τη βοήθεια του Θεού!
– Μα… είμαστε και οι δύο άθεοι!

Ένα χτύπημα στην πόρτα του δωματίου τους διέκοψε τη συζήτηση. Κοιτάχτηκαν και οι δύο τρομαγμένοι. Ποιος θα μπορούσε να είναι;
– Ποιος είναι; ρώτησε ο Στάθης, κάνοντας νόημα στην Κοραλλία να κρυφτεί στο μπάνιο. Η Κοραλλία άνοιξε την πόρτα του μπάνιου και έκατσε δίπλα στο πτώμα της ξανθιάς που ήταν τυλιγμένο στην κουρτίνα μπάνιου.
– Καθαρίστρια! ακούστηκε μια τραχιά γυναικεία φωνή απ’ έξω.
Ο Στάθης κοίταξε από το ματάκι της πόρτας, αλλά δεν μπόρεσε να δει τίποτα, καθώς η πόρτα δεν είχε ματάκι.
– Περάστε αργότερα, αν θέλετε, είμαστε λίγο απασχολημένοι με όλο το σεξ που κάνουμε! είπε ο Στάθης και καθησύχασε την Κοραλλία που κρυφοκοιτούσε από το μπάνιο.
Δεν ακούστηκε τίποτε άλλο. Ο Στάθης τράβηξε την κουρτίνα και κοίταξε από το παράθυρο του δωματίου. Δεν ήταν κανείς έξω. Άνοιξε δειλά την πόρτα και κοίταξε δεξιά κι αριστερά. Πάλι δεν είδε κανέναν. Ανέβηκε στην ταράτσα του πανδοχείου, πήρε ένα μεγάλο κιάλι κι εξέτασε την γύρω περιοχή. Ούτε ψυχή. Νοίκιασε ελικόπτερο και χτένισε από ψηλά όλη την τοποθεσία. Ήταν μόνοι.
– Εντάξει, είμαστε ασφαλείς! είπε στην Κοραλλία.
Ξαφνικά, ακούστηκε ήχος κινητού. Η Κοραλλία έτρεξε στην τσάντα της κι έβγαλε το κινητό της. Ήταν ολοκαίνουργια συσκευή και κανείς δεν ήξερε το νούμερο αυτό, ποιος μπορεί να την καλούσε; Μήπως…;
– Γιατί δεν απαντάς; τη ρώτησε ο Στάθης.
– Φοβάμαι! Υπάρχει κάτι που δεν σου έχω πει…
– Τι συμβαίνει;
– Νομίζω… νομίζω ότι ο πατέρας μου είναι ακόμα ζωντανός!
Το κινητό συνέχισε να χτυπάει σαν δαιμονισμένο. Η Κοραλλία του είχε βάλει ήχο κλήσης το theme του Εξορκιστή.
– Ο πατέρας σου; Μα… το διαστημόπλοιο του χάθηκε στο ταξίδι του προς τον ήλιο! Πώς είναι δυνατόν να είναι ζωντανός;
Η Κοραλλία κοίταξε άλλη μια φορά το κινητό της. Πάτησε το κουμπί και το έφερε στο αυτί της.
– Παρακαλώ;
Μόνο παράσιτα ακούστηκαν από την άλλη πλευρά.
– Τι σου λέει; ρώτησε ο Στάθης όλο αγωνία.
– Κχχχχ σσσσσσχχχ κκχχχχχχσσσσσχχχχ… απάντησε εκείνη.

Και μετά σιωπή.
– Το έκλεισαν! είπε απορημένη, κοιτώντας τον Στάθη.
– Ίσως έκαναν λάθος το νούμερο. Ας μην πανικοβαλόμαστε!
Ξαφνικά κουδούνισε το τηλέφωνο του δωματίου. Ο Στάθης στρίγγλισε και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Η Κοραλλία σήκωσε το ακουστικό.
– Παρακαλώ;
– Έπεσε η γραμμή πριν, δεν έχω καλό σήμα εδώ! ακούστηκε μια αντρική φωνή.
– Ποιος είναι;
– Κουάρκ μου, εγώ είμαι!
Η Κοραλλία άρχισε ν’ ανασαίνει τόσο γρήγορα που νόμιζε ότι θα λιποθυμούσε.
– Μπαμπά; Είσαι στ’ αλήθεια εσύ; Πού είσαι; Είσαι καλά; Πώς τα κατάφερες να σωθείς; Θυμάσαι που έχεις βάλει τα κλειδιά του υπογείου; Δεν τα βρήκα πουθενά στο σπίτι.
– Άκουσέ με, κουάρκ μου, δεν έχουμε χρόνο! Σου υπόσχομαι να σου εξηγήσω τα πάντα. Για την ώρα πρέπει να φύγεις! Κινδυνεύεις!
– Τι εννοείς; Πώς το ξέρεις; Πού είσαι;
Ο Στάθης ήρθε στο πλευρό της και πλησίασε το ακουστικό για ν’ ακούσει κι εκείνος.
– Ο Μενέλαος πλησιάζει, Κοραλλία! Φύγε, σώσε τον εαυτό σου!
Η γραμμή έπεσε ξανά. Η Κοραλλία άφησε κάτω το ακουστικό και άρπαξε τον Στάθη από τους ώμους.
– Ο πατέρας μου είναι ζωντανός! Λέει ότι ο Μενέλαος έρχεται! Πρέπει να φύγουμε τώρα!
– Δεν καταλαβαίνω, πώς το ξέρει; Πού βρίσκεται;
– Δεν μου είπε, αλλά τον πιστεύω! Πάρε τις βαλίτσες και
Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα τους διέκοψε και πάλι. Γύρισαν και την κοίταξαν παγωμένοι και οι δύο, με ένα δυνατό καρδιοχτύπι στα νεφρά τους.
– Π… ποιος είναι; ρώτησε ο Στάθης.
– Καθαρίστρια! ακούστηκε ξανά η τραχιά, γυναικεία φωνή.
– Μα τι επίμονη! είπε ο Στάθης στην Κοραλλία.
– Ήρθα να σας καθαρίσω! ακούστηκε ξανά η φωνή έξω από την πόρτα, μόνο που αυτή τη φορά η χροιά της είχε αλλάξει.
– Ο Μενέλαος! Μας βρήκε! φώναξε η Κοραλλία.
– Μα πώς; είπε ο Στάθης, αρπάζοντάς την και οδηγώντας την μαζί του στο μπάνιο.
– Την πρώτη φορά που σε βρήκα, φρόντισα να κρύψω έναν κοριό στο αυτοκίνητό σου, ηλίθιε! απάντησε εκείνος έξω από την πόρτα. Όπου και να πηγαίνατε θα σας ανακάλυπτα! Εκτός από την Ηλιούπολη. Χάνομαι συνέχεια εκεί, διακόσιες στρογγυλές πλατείες έχουν!

– Στο είπα ότι έπρεπε να πάμε στην Ηλιούπολη! φώναξε η Κοραλλία επικριτικά.
Ο Στάθης κλείδωσε την πόρτα του μπάνιου κι ακούμπησε πάνω της. Ώστε αυτό ήταν; Δεν υπήρχε πλέον ελπίδα διαφυγής. Ακούμπησε τρυφερά τα στήθη της Κοραλλίας και την κοίταξε στα μάτια. Τον κοίταξε κι εκείνη δακρυσμένη. Ένας δυνατός κρότος ακούστηκε από το δωμάτιο, καθώς ο Μενέλαος άνοιγε την πόρτα με μια γερή κλωτσιά.
– Μείνε εδώ! της ψιθύρισε. Δεν θα τον αφήσω να σε βλάψει! Θα του ορμήσω. Με την πρώτη ευκαιρία, φύγε μακριά. Φύγε και μην κοιτάξεις πίσω!
– Δεν θα σε αφήσω! είπε εκείνη και τον έπιασε γερά από τα κωλομέρια. Δεν πρόκειται να σε αφήσω ποτέ.
– Πρέπει να σωθείς. Ξέχασέ με. Συνέχισε τη ζωή σου.
– Όχι! Δεν θα σε ξεχάσω! Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ! Εκτός αν πάθω αμνησία. Ή άνοια. Ή με ανακαλύψουν οι Άντρες με τα Μαύρα και χρησιμοποιήσουν εκείνο το μαραφέτι που σβήνει τη μνήμη!
Ο Στάθης την έσφιξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε παθιασμένα. Κανείς τους δεν ήξερε εκείνη τη στιγμή ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο τους φιλί. Στη συνέχεια, άνοιξε την πόρτα του μπάνιου κι έπεσε με μανία πάνω στον Μενέλαο…

Στο επόμενο κεφάλαιο: Ο Στάθης πεθαίνει. Σιγά το σπόιλερ, το καταλάβατε αυτό δυο προτάσεις παραπάνω.

Κεφάλαιο 09 | Η γαλέρα του Οβελίξ

Σιωπή είχε απλωθεί στα ανοιχτά της Βαλτικής. Ένα ελαφρό, παγωμένο αγέρι χάιδευε παιχνιδιάρικα τα χρυσαφένια μαλλιά του Στέλαν Γιούγκερσον, ο οποίος καθόταν αμίλητος μέσα στη βάρκα του και ατένιζε το απέραντο γαλάζιο που απλωνόταν μπροστά του. Την ίδια στιγμή, κάμποσες χιλιάδες χιλιόμετρα πιο νότια, σε ένα μικρό πανδοχείο, επικρατούσε το αντίθετο της σιωπής. Δύο άντρες πάλευαν με μίσος στο πάτωμα του δωματίου με τον αριθμό 1, ενώ μια γυναίκα ούρλιαζε τρομοκρατημένη και παρακαλούσε κάποιον να τη βοηθήσει.
Ο Στάθης βρισκόταν πεσμένος στο χαλί, με τον Μενέλαο να βρίσκεται καθισμένος από πάνω του, σφίγγοντας με μανία τον λαιμό του, με τα δύο του χέρια. Καθώς αγκομαχούσε προσπαθώντας να ελευθερωθεί από τη θανατηφόρα λαβή του αντιπάλου του, καθώς ο κόσμος γύρω του άρχισε να σβήνει και να σκοτεινιάζει, είδε τη ζωή του να περνά μπροστά από τα μάτια του αστραπιαία.
Πρώτα είδε τους γονείς του να τον κρατάνε στα χέρια τους σαν ένα εύθραυστο μπιμπελό. Μετά είδε ένα παράθυρο που τον ενημέρωνε ότι αν ήθελε να δει κι άλλες αναμνήσεις, έπρεπε να πατήσει Like ή να περιμένει 12 δευτερόλεπτα. Η Κοραλλία έπεσε πάνω στον πρώην της τσιρίζοντας και άρχισε να τον χτυπά και να τον γρατζουνά στο πρόσωπο σαν λυσσασμένη στρουθοκάμηλος. Ο Μενέλαος την έσπρωξε δυνατά κι εκείνη έπεσε προς τα πίσω, χτυπώντας με δύναμη το κεφάλι της πάνω σε μια χνουδωτή παντόφλα. Το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό που έχασε αμέσως τις αισθήσεις της.

Αυτό ήταν το έναυσμα που χρειαζόταν ο Στάθης για να ελευθερωθεί. Νιώθοντας το αίμα του να ανεβαίνει απότομα στο κεφάλι, έδωσε ένα γερό χτύπημα στον καβάλο του Μενέλαου με το γόνατό του. Εκείνος διπλώθηκε στα δύο από τον πόνο, σαν φρεσκοσιδερωμένη πετσέτα στο Χίλτον. Ο Στάθης έμεινε πεσμένος στα τέσσερα, προσπαθώντας να βρει την ανάσα του. Την βρήκε πεσμένη κάτω από το κρεβάτι. Έτρεξε στο πλευρό της Κοραλλίας.
– Κοραλλία; Πρέπει να ξυπνήσεις! Πρέπει να φύγεις από εδώ, δεν ξέρω πόσο ακόμα θα μπορέσω να τον σταματήσω!
Εκείνη πετάρισε λίγο τα μάτια της και άφησε έναν αναστεναγμό.
– Ο Μενέλαος; Είναι…; ψέλλισε αποδιοργανωμένη, διορθώνοντας την περούκα της.
– Είναι προσωρινά εκτός μάχης! απάντησε εκείνος και τη βοήθησε να σηκωθεί. Πρέπει να φύγεις, Κοραλλία! Πάρε το αυτοκίνητό του, έτσι δεν θα μπορεί να σε ακολουθήσει.
– Δεν φεύγω χωρίς εσένα, στο είπα! αντιστάθηκε εκείνη.
– Το μόνο μέρος στο οποίο θα πάει ο μπάσταρδος είναι το νεκροτομείο! φώναξε ο Μενέλαος καθώς σηκωνόταν από το πάτωμα.
– Άφησέ τον, σε παρακαλώ! φώναξε η Κοραλλία και στάθηκε ανάμεσά τους. Άφησέ τον να ζήσει και σου υπόσχομαι να έρθω μαζί σου! Θα φύγουμε, θα πάμε όπου θέλεις και δεν θα μας δει ποτέ κανείς ξανά. Σου υπόσχομαι να μείνω για πάντα μαζί σου, αρκεί να αφήσεις τον Στάθη να φύγει!
– Δεν θα σε αφήσω να θυσιαστείς για μένα! είπε ο Στάθης και άρπαξε ένα πορτατίφ από το κομοδίνο.

Η Κοραλλία άνοιξε τα χέρια της, σαν να ήθελε να προστατεύσει τον Μενέλαο.
– Όχι! Αυτή η τρέλα σταματά εδώ! Δεν θα αφήσω κανέναν άλλο να πάθει κακό εξαιτίας μου!
Πήρε το πορτατίφ από τα χέρια του Στάθη και το πέταξε από το παράθυρο. Εκείνο χτύπησε μια περαστική, ηλικιωμένη κυρία στο κεφάλι, ανοίγοντας το κρανίο της στα δύο. Καθώς έπεφτε νεκρή στη μέση του δρόμου, ο οδηγός ενός διερχόμενου σχολικού λεωφορείου με μαθητές προσχολικής ηλικίας προσπάθησε να την αποφύγει, μόνο και μόνο για να καταλήξει μέσα σε έναν τεράστιο λάκκο με τοξικά απόβλητα, όπου βρήκαν όλοι τραγικό θάνατο.
– Κοραλλία… ψέλλισε ο Στάθης δακρυσμένος, καθώς εκείνη έδινε το χέρι της στον Μενέλαο.
– Αντίο, Στάθη! του είπε και γύρισε την πλάτη της.
– Αντίο για πάντα! κάγχασε ο Μενέλαος, βάζοντας το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του, απ’ όπου έβγαλε ένα καλάσνικοφ.
Ο ήχος της ριπής τρόμαξε την Κοραλλία, η οποία γύρισε και αντίκρισε τον αγαπημένο της να σωριάζεται στο πάτωμα αιμόφυρτος.
– ΟΧΙΙΙΙΙΙΙΙΙ! ούρλιαξε συγκλονισμένη, πέφτοντας στα γόνατα, με τα χέρια της υψωμένα στον ουρανό, καθώς η κάμερα απομακρυνόταν για ένα δραματικό πλάνο.
Έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά του αγαπημένου της, ο οποίος ψυχορραγούσε στο ματωμένο χαλί.
– Γιατί;;; Γιατί; ούρλιαξε στον Μενέλαο συντετριμμένη. Θα ερχόμουν μαζί σου!
– Θα ερχόσουν έτσι κι αλλιώς! απάντησε εκείνος κυνικά, χαράζοντας μια γραμμή στη λαβή του όπλου του.
Ο Στάθης άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε απαλά το μάγουλό της, αφήνοντας έναν λεκέ από αίμα. Εκείνη του χάιδεψε τρυφερά τους τρικέφαλους.
– Πρ… έπει… ν… φύ… εις, ψιθύρισε με δυσκολία.
– Μη μιλάς! Θα γίνεις καλά, θα το δεις! τον καθησύχασε εκείνη.
– Εί… ναι… αργά… για μέ… να, ξαναψιθύρισε κι έφτυσε λίγο αίμα στη μούρη της Κοραλλίας.
– Δεν είσαι πολύ χτυπημένος, έφαγες μόνο τριανταέξι σφαίρες, είναι απλώς επιφανειακά τραύματα! είπε πάλι εκείνη τρυφερά, σπρώχνοντας μέσα ένα κομμάτι από το νεφρό του, που προεξείχε.
– Σε… αγα… πώ! είπε εκείνος χαμογελώντας αδύναμα και άφησε την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της. Η Κοραλλία τον έσφιξε όσο πιο δυνατά μπορούσε, κλαίγοντας με βουβές στριγγλιές.

Ο Μενέλαος πλησίασε και την άρπαξε δυνατά από το μπράτσο.
– Αρκετά με το μοιρολόι, πάμε να φύγουμε πριν έρθουν οι μπάτσοι!
Εκείνη τραβήχτηκε κλαίγοντας.
– Άφησέ με, τέρας! Δεν πάω πουθενά μαζί σου, σκότωσέ με κι εμένα! Δεν έχω άλλο λόγο να ζήσω!
– Ηλίθια σκρόφα! φώναξε ο Μενέλαος και τη χτύπησε δυνατά στο πίσω μέρος του κεφαλιού, με τη λαβή του όπλου.
Εκείνη σωριάστηκε στο πάτωμα. Το δωμάτιο άρχισε να περιστρέφεται γύρω της, όλο και πιο γρήγορα. Ένιωσε ένα δυνατό φως να την τυλίγει και άκουσε φωνές να την καλούν. Άπλωσε το χέρι της στο άπειρο, σαν να προσπαθούσε να κρατηθεί από κάποια αόρατη δύναμη. Ήταν ο Στάθης. Ήταν σίγουρη πως ήταν ο Στάθης και την καλούσε κοντά του.
– Έλα! Λίγο ακόμα! ακουσε τη φωνή του. Εδώ είμαι! Κρατήσου!
– Κάρολ Ανν, μην πας προς το φως! ακούστηκε μια γυναικεία φωνή παραδίπλα.
Η Κοραλλία γύρισε και κοίταξε την άγνωστη γυναίκα.
– Αχ, με συγχωρείτε! Λάθος ψυχή! είπε εκείνη πάλι κι εξαφανίστηκε.
– Έλα, κουάρκ μου! Λίγο ακόμα! άκουσε πάλι την αντρική φωνή. Δεν ήταν ο Στάθης. Ήταν ο πατέρας της!
Άπλωσε το χέρι της όσο μπορούσε κι ένιωσε κάτι να την τραβά γερά προς το φως. Και ύστερα, σκοτάδι…

Είχαν περάσει μόλις λίγες στιγμές. Λίγα δευτερόλεπτα. Ο Μενέλαος στεκόταν άναυδος πάνω από το άψυχο κορμί του Στάθη, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Η Κοραλλία είχε εξαφανιστεί μπροστά στα μάτια του, σαν ταψί με γαλακτομπούρεκο στην αθουσα αναμονής των Bodyline. Πριν καταλάβει τι είχε συμβεί, ακούστηκαν σειρήνες. Έτρεξε έξω από το δωμάτιο του πανδοχείου, αλλά ήρθε αντιμέτωπος με δώδεκα περιπολικά, μια ομάδα κρούσης και τους G.I. Joe. Το παιχνίδι είχε τελειώσει.
Ο επιθεωρητής της αστυνομίας έριξε μια ματιά μέσα στο δωμάτιο. Ο ιατροδικαστής επιβεβαίωσε ότι το πτώμα του Στάθη ήταν νεκρό. Ο επιθεωρητής πλησίασε τον Μενέλαο και τον κοίταξε υποτιμητικά.
– Επιτέλους, σε πιάσαμε, άθλιο υποκείμενο! Και τώρα θα ομολογήσεις για όλα. Και για τους εξηντατρείς φόνους!
– Μόνο εικοσιτρία άτομα σκότωσα! φώναξε ο Μενέλαος θυμωμένος. Την Κένυα Φύσσα-Ρούφα, την κομπάρσα του έβδομου κεφαλαίου, τον μπάσταρδο που βρίσκεται στο δωμάτιο και τα είκοσι μέλη του πληρώματος του Icarus I!
– Χα! Σε έκανα να ομολογήσεις! φώναξε θριαμβευτικά ο επιθεωρητής και έδωσε εντολή να περάσουν χειροπέδες στον Μενέλαο και να τον οδηγήσουν στο τμήμα για τα διαδικαστικά και το άγριο ξύλο.

Η Κοραλλία άνοιξε τα μάτια της. Βρισκόταν ξαπλωμένη σε ένα περίεργο, λευκό δωμάτιο, γεμάτο φως. Ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω της. Πού βρισκόταν; Αυτό συνέβαινε όταν πέθαινες, λοιπόν; Έτσι έμοιαζε η ανυπαρξία; Αλλά αν δεν υπήρχε πλέον, τότε πώς ήταν εκεί; Και τι ήταν εκεί πού ήταν; Και γιατί ήταν άσπρο και όχι μπεζ ή ανθρακί;
Μια μεταλλική πόρτα εμφανίστηκε από το πουθενά στον απέναντι τοίχο και μια ασπροφορεμένη φιγούρα με άσπρα μπήκε στο δωμάτιο και στάθηκε απέναντί της. Δεν μπορούσε να δει καθαρά ποιος ήταν.
– Ποιος είσαι εσύ; ρώτησε τον άγνωστο.
Εκείνος πλησίασε ακόμη πιο κοντά και έκατσε δίπλα της στο κρεβάτι.
– Με ξέχασες κιόλας, κουάρκ μου;
Η Κοραλλία γούρλωσε τα μάτια και πλησίασε τον άγνωστο. Καθώς τα μάτια της άρχισαν να συνηθίζουν στον φωτισμό, τα χαρακτηριστικά του είχαν αρχίσει να γίνονται πιο ξεκάθαρα. Η μύτη του, τα μάτια του, το στόμα, τα λέπια… Ήταν εκείνος! Ο πατέρας της! Αλλά έμοιαζε ακόμη τόσο νέος, σχεδόν όσο ήταν όταν τον έχασε. Πώς ήταν δυνατόν; Πως γινόταν αυτό;
– Μπαμπά! φώναξε δακρυσμένη κι έπεσε στην αγκαλιά του. Είσαι στ’ αλήθεια εσύ!
– Εγώ είμαι, κουάρκ μου! είπε εκείνος και τη φίλησε τρυφερά στο ματοτσίνορο.

– Μα… πώς; Το διαστημόπλοιό σου χάθηκε στο διάστημα. Πώς είσαι ακόμα ζωντανός; Και πώς βρέθηκα εδώ; Πού είμαστε;
– Ξέρω ότι έχεις πολλές ερωτήσεις, καλή μου. Θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω όσο πιο κατανοητά μπορώ! Όπως θα γνωρίζεις ήδη, το Παρμενίδειο, στατικό μοντέλο του σύμπαντος υποστηρίζει ότι το γίγνεσθαι στη φύση δεν μπορεί να υπάρχει, διότι τότε θα έπρεπε να συντελείται ένα πέρασμα από το ον στο μη ον…
Η Κοραλλία τον κοίταξε με το βλέμμα λοβοτομημένης πέστροφας. Λίγο σάλιο κυλούσε από την άκρη των χειλιών της. Ο Τζων Καρτέρης κατάλαβε ότι θα έπρεπε να της τα εξηγήσει όσο πιο απλά γινόταν.
– Μετά τη βλάβη του κβαντικού επιταχυντή της καφετιέρας, το σκάφος μας ήταν καταδικασμένο. Περιπλανιόμασταν για μήνες στο αχανές διάστημα, μέχρι που οδηγηθήκαμε σε μια μαύρη τρύπα, η οποία παγίδευσε το σκάφος σε μια χωροχρονική ανωμαλία. Ο χρόνος εδώ είναι στάσιμος κα αυτό εξηγεί για ποιον λόγο μοιάζω σαν να μην έχω γεράσει. Επίσης, από εδώ έχουμε τη δυνατότητα να δούμε όλο το φάσμα του χρόνου να ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Περασμένα γεγονότα και γεγονότα που δεν έχουν συμβεί ακόμα, όλα εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας ταυτόχρονα.
– Ώστε έτσι ήξερες πότε ερχόταν ο Μενέλαος! αναφώνησε η Κοραλλία.
– Ακριβώς! Κι έτσι έμαθα και το τέλος του Game of Thrones πριν τελειώσει καν. Ποιος θα το φανταζόταν ότι η Σάνσα θα…
– ΟΧΙ ΣΠΟΪΛΕΡ, ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΕ! ούρλιαξε η Κοραλλία, βουλώνοντας τα αυτιά της.

– Παγιδευμένοι εδώ, συνέχισε ο πατέρας της, με όλο το χρόνο στη διάθεσή μας, είχαμε τη δυνατότητα να καταφέρουμε μερικά τεχνολογικά επιτεύγματα, όπως τον τηλεμεταφορέα που σε έφερε στο σκάφος και τη συσκευή επικοινωνίας που μου επέτρεπε να μιλώ μαζί σου τόσες χιλιάδες έτη φωτός μακριά. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι το delivery αργεί πάρα πολύ να έρθει…
– Γιατί δεν με έφερες εδώ νωρίτερα; Γιατί δεν έσωσες και τον Στάθη; ρώτησε η Κοραλλία.
– Δεν χρειαζόταν, κουάρκ μου! Δεν το καταλαβαίνεις; Από εδώ μπορώ να σε επιστρέψω πίσω στη Γη σε όποια χρονική στιγμή θέλεις! Πριν γνωρίσεις τον Μενέλαο, πριν σκοτωθεί ο Στάθης, πριν βγάλει δίσκο ο Παντελής Παντελίδης!
– Όλα αυτά μου μοιάζουν τόσο τρελά! ψέλλισε η Κοραλλία και ακούμπησε απαλά το κεφάλι της στο στήθος του πατέρα της. Νιώθω σαν να έχω χάσει τα λογικά μου!
– Το ξέρω, γλυκιά μου, το ξέρω… ψιθύρισε εκείνος, χαϊδεύοντας απαλά τα μαλλιά της.

Ο ψυχαναλυτής της κοίταξε θλιμμένος από το χοντρό τζάμι που τους χώριζε, όσο η Κοραλλία βρισκόταν καθισμένη στο πάτωμα, με την πλάτη της να ακουμπά τον επενδυμένο με αφρολέξ τοίχο, μιλώντας στον εαυτό της.
– Χειροτερεύει μέρα με τη μέρα, γιατρέ… του είπε μια νοσοκόμα που φορούσε γυαλιά με κοκκάλινο, κόκκινο σκελετό.
– Έχει βυθιστεί τελείως στη φαντασίωσή της… απάντησε εκείνος, καθαρίζοντας τα γυαλιά του με το εσώρουχό του. Αυτή τη στιγμή νομίζει ότι βρίσκεται σε ένα διαστημόπλοιο με τον νεκρό πατέρα της! απάντησε εκείνος. Το ψυχικό τραύμα που υπέστη ήταν πολύ βαθύ.
– Να σε κρατά φυλακισμένη για τόσα χρόνια ένας μπάσταρδος, χωρίς ίντερνετ. Ποιος θα μπορούσε να αντέξει κάτι τέτοιο; Τουλάχιστον τον σκότωσε πριν του ξεφύγει!
– Τον μαχαίρωσε δεκαεφτά φορές με μια οδοντόβουρτσα. Από εκείνες με τη σκληρή τρίχα και την κυρτή κεφαλή. Και από τότε έχει δημιουργήσει έναν φανταστικό κόσμο, στον οποίο είναι κυνηγημένη από τον νεκρό βασανιστή της. Προσπάθησα να τη βοηθήσω όσο μπορούσα να επανέλθει στην πραγματικότητα, αλλά θα βοηθούσε αν είχα σπουδάσει Ψυχολογία και όχι Κομμωτική.
– Πάμε τώρα και στην ασθενή στο δωμάτιο 64, είπε η νοσοκόμα. Εκείνη που νομίζει ότι είναι δημοσιογράφος και τα έχει φτιάξει με έναν πολυεκατομμυριούχο, ζεν πρεμιέ, playboy νευροχειρουργό…
Έφυγαν οι δυο τους και άφησαν την Κοραλλία βυθισμένη στη φαντασίωσή της, να χαμογελά εκστατικά, τραβώντας τα μαλλιά της. Θα ξανάβρισκε τον Στάθη και όλα θα ήταν καλύτερα…

Επίλογος

Η νοσοκόμα με τα κοκκάλινα, κόκκινα γυαλιά μπήκε στο μικρό γραφείο και έκατσε στην άβολη καρέκλα με τα καρφιά. Έβγαλε τα γυαλιά της και ξεφύσηξε. Άλλη μια δύσκολη βάρδια είχε τελειώσει και είχε έρθει η ώρα να επιστρέψει σπίτι της. Στο άδειο, κρύο σπίτι της, με το μονό κρεβάτι και τον διπλό καταψύκτη.
Σήκωσε ένα ντοσιέ από το γραφείο και έριξε μια ματιά μέσα. Ο ασθενής του δωματίου 12. Ο μυστηριώδης άγνωστος με το σύνδρομο καταδίωξης, που δεν θυμόταν ποιος ήταν. Τον είχαν βρει μια νύχτα να περιφέρεται στην πόλη φωνάζοντας ότι έπρεπε να σώσει τον κόσμο. Από την πρώτη μέρα είχε τραβήξει την προσοχή της. Αναρωτιόταν ποια ήταν η ιστορία του, από πού ερχόταν και πώς έφτασε στην κατάσταση αυτή. Επίσης, ήταν πολύ μανάρι και ευχαρίστως θα του καθόταν, αν δεν είχε ήδη προσπαθήσει να δαγκώσει το αυτί ενός νοσοκόμου.

Πήρε την τσάντα της και περπάτησε στον μακρύ διάδρομο του Ησυχαστηρίου Βαριά Διαταραγμένων Ψυχάκηδων. Βγήκε από τη μεγάλη, σιδερένια πόρτα, πέρασε το ναρκοπέδιο και την τάφρο με τα πιράνχα και διέσχισε το μικρό μονοπάτι με τις κάμερες και τους νίντζα.
Έφτασε στο αυτοκίνητό της κι έψαξε μέσα στην τσάντα της να βρει τα κλειδιά. Ξεκλείδωσε την πόρτα, μπήκε μέσα κι έβαλε μπροστά. Ξαφνικά, ένα χέρι εμφανίστηκε από το πίσω κάθισμα και της έκλεισε το στόμα. Προσπάθησε να ουρλιάξει τρομοκρατημένη, αλλά δεν τα κατάφερε, διότι ένα χέρι της κάλυπτε το στόμα. Κοίταξε από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου και τον είδε. Ήταν εκείνος! Ο ασθενής του δωματίου 12!
– Μη φωνάξεις, σε παρακαλώ! Δεν θα σου κάνω κακό! της είπε καθησυχαστικά και απομάκρυνε το χέρι του.
– Πώς βρέθηκες εδώ; Πώς τα κατάφερες να βγεις έξω; ρώτησε τρέμοντας.
– Κανένα κελί δεν μπορεί να με κρατήσει! απάντησε εκείνος. Δεν ξέρω πώς, αλλά έχω ικανότητες που δεν θυμάμαι πώς απέκτησα.
– Τι θέλεις από εμένα; ξαναρώτησε εκείνη.
– Πρέπει να με βοηθήσεις! Πρέπει να σώσουμε τον κόσμο! απάντησε εκείνος και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια.
Εκείνη τη στιγμή ήξερε. Ήξερε ότι αυτός ο άντρας ήταν το πεπρωμένο της. Ήξερε ότι θα ζούσε τον έρωτα και το μυστήριο στο Ησυχαστήριο…

Τέλος